| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 429 | αγόγγυστος | , η, ο [ἀγόγγυστος] α-γόγ-γυ-στος επίθ.: που ανέχεται αδιαμαρτύρητα ταλαιπωρίες, βάσανα: ~ος: αγώνας. ~η: εργασία/προσφορά. ~ες: προσπάθειες. ● επίρρ.: αγόγγυστα & (λόγ.) αγογγύστως: ΣΥΝ. καρτερικά, υπομονετικά [< μεσν. αγόγγυστος] | |
| 430 | αγονάτιστος | , η, ο [ἀγονάτιστος] α-γο-νά-τι-στος επίθ. (συνήθ. λογοτ.): που δεν γονάτισε· (κυρ. μτφ.) που δεν έχασε το κουράγιο και την περηφάνια του στις αντιξοότητες: ~ος: λαός (: αδούλωτος, ανυπόταχτος). ~η: πατρίδα. ~ο: φρόνημα (= άκαμπτο, ακλόνητο, αλύγιστο). ● επίρρ.: αγονάτιστα | |
| 431 | αγονία | [ἀγονία] α-γο-νί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.) 1. ΙΑΤΡ. στειρότητα άνδρα ή γυναίκας: δείκτης γονιμότητας ή ~ας. Βλ. -γονία. 2. (για έδαφος, φυτό) έλλειψη ευφορίας, ακαρπία: ~ του εδάφους. ΑΝΤ. ευφορία (1) [< μτγν. ἀγονία] | |
| 432 | αγονιμοποίητος | , η, ο [ἀγονιμοποίητος] α-γο-νι-μο-ποί-η-τος επίθ. (λόγ.): που δεν γονιμοποιήθηκε: ~ο: άνθος/ωάριο | |
| 433 | άγονος | , η, ο [ἄγονος] ά-γο-νος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν οδηγεί σε κάποιο αποτέλεσμα, μη δημιουργικός: ~ος: διαγωνισμός (: που δεν κατέληξε σε ανάθεση έργου)/διάλογος. ~η: αντιπαράθεση (= στείρα)/δημοπρασία/διαδικασία (= μη παραγωγική)/κινητοποίηση/συζήτηση (ΣΥΝ. ατελέσφορη)/ψηφοφορία ή εκλογή (: κατά την οποία δεν εκλέγεται κανένας υποψήφιος). ~η κριτική (: που δεν συνοδεύεται από προτάσεις). ~ο: αποτέλεσμα. ~ες: θέσεις. Απέβησαν ~ες οι διαπραγματεύσεις/προσπάθειες (ΣΥΝ. άκαρπες). ~ο μυαλό, χωρίς φαντασία. ΑΝΤ. αποδοτικός, αποτελεσματικός (1) 2. (για τόπο) που δεν παράγει προϊόντα: ~η: γη. ~ο: έδαφος/χωράφι. Νησί ~ο, πετρώδες και ορεινό. ΣΥΝ. άκαρπος. ΑΝΤ. γόνιμος, εύφορος.|| (κατ' επέκτ.) ~α: υλικά (π.χ. ορυχείων, βλ. παραπροϊόν). ● επίρρ.: άγονα ● ΣΥΜΠΛ.: άγονες ειδικότητες βλ. ειδικότητα, άγονη γραμμή βλ. γραμμή [< αρχ. ἄγονος, γαλλ. stérile] | |
| 436 | αγορά | [ἀγορά] α-γο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. απόκτηση αγαθών έναντι χρημάτων και συνεκδ. ό,τι αποκτά κάποιος, καταβάλλοντας χρηματικό ποσό: επιτυχημένη/λιανική/νόμιμη/παράνομη/συμφέρουσα/χονδρική ~. Δικαίωμα/ολοκλήρωση/συμβόλαιο/τιμή/τρόποι ~άς. ~ ελπίδας (βλ. εμπόριο ελπίδας). Ακριβές/έξυπνες (πβ. συμφέρουσες)/καθημερινές/χριστουγεννιάτικες ~ές (πβ. ψώνια). ~ές με δόσεις/πιστωτική κάρτα/τοις μετρητοίς. ~ές μέσω διαδικτύου. Διαμερίσματα προς ~. Στεγαστικά δάνεια για ~ πρώτης κατοικίας. Ακυρώνω/κλείνω μια ~. Έκανα/πραγματοποίησα μια καλή/σημαντική ~. Κάνω τις ~ές μου στο κέντρο (πβ. αγοράζω, ψωνίζω). ~ές άνω των ... ευρώ. Βλ. εξ~, προ~, τηλε~. ΑΝΤ. πώληση 2. ΟΙΚΟΝ. μηχανισμός μέσω του οποίου οι αγοραστές και οι πωλητές επικοινωνούν και δραστηριοποιούνται, για να ανταλλάξουν προϊόντα ή υπηρεσίες· ειδικότ. σύνολο συνθηκών που σχετίζονται με την παραγωγή και το εμπόριο συγκεκριμένου αγαθού ή υπηρεσίας σε μια χώρα ή δεδομένη γεωγραφική περιοχή: ανεπτυγμένη/διεθνής/εγχώρια/εθνική/ελληνική/εσωτερική/κορεσμένη/παγκόσμια/τουριστική/τραπεζική/χρηματιστηριακή (: χρηματιστήριο) ~. Ψηφιακή ενιαία ~ (της Ευρωπαϊκής Ένωσης). ~ αξιών (: απόκτηση μετοχών)/ακινήτων/βιβλίων/ενέργειας/οικοπέδου/ομολόγων/χρήματος (ΣΥΝ. χρηματαγορά). Εικόνα/εκσυγχρονισμός/επάρκεια/κατάσταση/τάσεις/τομείς (της) ~άς. Ανατροπές/(αυξημένη) κίνηση/έλεγχοι/κρίση/στασιμότητα στην ~ (βλ. αγοραστικός). Επικίνδυνα προϊόντα αποσύρονται από την/εντοπίστηκαν στην/κυκλοφορούν (/λανσάρονται) στην ~. Η ~ κατακλύζεται από κινέζικα προϊόντα. Οι τιμές κυμαίνονται στην ~ από ... έως ... ευρώ. Ευνοϊκές συνθήκες επικρατούν στην ~. Βούλιαξε η ~ (= περνά κρίση). Ανοδικά/πτωτικά κινήθηκε η ~ αυτοκινήτου τον μήνα ... Οι πολυεθνικές ελέγχουν την ~. Βλ. επαν~, ευρω~, χρηματ~. 3. χώρος, περιοχή ή χώρα όπου διεξάγονται αγοραπωλησίες· ειδικότ. εμπορικό κέντρο· συνεκδ. όσοι δραστηριοποιούνται στον σχετικό τομέα: βαρβάκειος/δημοτική/κεντρική/παλιά/σκεπαστή (πβ. παζάρι)/τοπική/υπαίθρια ~. ~ κρέατος (= κρεατ~)/λουλουδιών. Άνοιγμα/διείσδυση σε νέες ~ές. Βλ. υπερ~.|| Οδηγός ~άς (πβ. κατάλογος). Η ~ είναι άδεια. Δεν κατέβηκα/πήγα σήμερα στην ~.|| Αλυσίδα καταστημάτων με αξιόπιστο/ισχυρό/καλό όνομα στην ~ (πβ. πιάτσα). Βούιξε η ~ από φήμες ότι ... 4. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. οικονομικοπολιτικό και πολιτιστικό κέντρο στην αρχαιότητα: αρχαία/ρωμαϊκή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αγορά εργασίας: ΟΙΚΟΝ. εργατικό δυναμικό και εργοδότες, μεταξύ των οποίων διεξάγονται διαπραγματεύσεις για την κάλυψη διαθέσιμων θέσεων εργασίας ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση: ανοιχτή/ευέλικτη/ηλεκτρονική ~ ~. Ανθρώπινο κεφάλαιο και ~ ~. Ένταξη/προώθηση των γυναικών/των πτυχιούχων στην ~ ~. Βγήκε στην ~ ~. [< αγγλ. labo(u)r-market] , αγορά κεφαλαίου: ΟΙΚΟΝ. κεφαλαιαγορά., αγορά συναλλάγματος: ΟΙΚΟΝ. εγχώρια ή διεθνής αγορά στην οποία ανταλλάσσονται τα εθνικά νομίσματα: διατραπεζική/ελεύθερη/προθεσμιακή ~ ~. [< αγγλ. foreign exchange market, 1948] , δευτερογενής αγορά: ΟΙΚΟΝ. χρηματιστηριακή αγορά όπου πραγματοποιούνται συναλλαγές σε τίτλους που έχουν εκδοθεί στο παρελθόν. [< αγγλ. secondary market] , ελεύθερη αγορά: ΟΙΚΟΝ. αγοραπωλησίες στις οποίες οι τιμές καθορίζονται από τον ελεύθερο ανταγωνισμό: παγκοσμιοποιημένη ~ ~. ~ ~ τηλεπικοινωνιών. [< αγγλ. free market] , έρευνα αγοράς: ΟΙΚΟΝ. επιστημονική διερεύνηση και προσδιορισμός των συνθηκών που επικρατούν σε συγκεκριμένο χώρο σχετικά με τη ζήτηση και την προσφορά αγαθών, υπηρεσιών και παραγωγικών συντελεστών: πανευρωπαϊκή/ποιοτική/ποσοτική ~ ~. Mάρκετινγκ και ~ ~. ~ες ~ και καταναλωτικής συμπεριφοράς. Βλ. ομάδα-στόχος. [< αγγλ. market research, 1920] , ηλεκτρονικές/ψηφιακές αγορές: ΔΙΑΔΙΚΤ. εμπορικές συναλλαγές μέσω διαδικτύου και ειδικότ. διαδικτυακές αγορές αγαθών και υπηρεσιών: κάθετη (: στην οποία συμμετέχουν εταιρείες από συγκεκριμένους τομείς δραστηριότητας)/οριζόντια (: συμμετοχή εταιρειών ανεξάρτητα από τον κλάδο δραστηριοποίησής τους) ~ή ~ά. Πρόσβαση σε ~ ~ με χρήση κωδικού. Ανοικτές (: δημόσιες)/διεπιχειρησιακές/κλειστές (: ιδιωτικές) ~ ~. Βλ. τηλεσυνεργασία, ψηφιακή οικονομία.|| ~ή ~ά εισιτηρίων/προϊόντων. Προπληρωμένη κάρτα για ~ ~. Η ασφάλεια των ~ών ~ών. Βλ. ηλεκτρονικό εμπόριο, ηλεκτρονική πώληση. [< αγγλ. e-market, electronic shopping, 1959] , μερίδιο/κομμάτι/μέρος (της) αγοράς: ΟΙΚΟΝ. το ποσοστό των συνολικών πωλήσεων προϊόντος ή υπηρεσίας που κατέχει συγκεκριμένη εταιρεία: Οι αλυσίδες καταστημάτων ελέγχουν όλο και μεγαλύτερο ~ ~. Η εταιρεία κατέχει ~ ~ της τάξης του ...%. [< αγγλ. market share, 1954] , πρωτογενής αγορά: ΟΙΚΟΝ. χρηματιστηριακή αγορά όπου οι επιχειρήσεις και το κράτος εκδίδουν νέους τίτλους και αποκτούν κεφάλαια. [< αγγλ. primary market] , φιλανθρωπική αγορά: παζάρι, τα έσοδα του οποίου διατίθενται για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Βλ. έρανος. [< αγγλ. charity bazaar] , αγορά ευρωομολόγων βλ. ευρωομόλογο, αναδυόμενες αγορές βλ. αναδυόμενος, ανάλυση αγοράς βλ. ανάλυση, ανάπτυξη αγοράς βλ. ανάπτυξη, απελευθέρωση της αγοράς/των αγορών βλ. απελευθέρωση, αποτυχία της αγοράς βλ. αποτυχία, ατελής αγορά βλ. ατελής, ευαίσθητη αγορά βλ. ευαίσθητος, καλάθι αγορών βλ. καλάθι, κοινή αγορά βλ. κοινός, λαϊκή αγορά βλ. λαϊκός, λαχειοφόρος αγορά βλ. λαχειοφόρος, μαύρη (αγορά) βλ. μαύρος, οικονομία της αγοράς βλ. ελεύθερη οικονομία, παράλληλη αγορά βλ. παράλληλος, πιστωτική αγορά βλ. πιστωτικός ● ΦΡ.: βγάζει (κάτι) στην αγορά: το προωθεί στο εμπόριο: Η εταιρεία σχεδιάζει να βγάλει στην ~ νέα σειρά καλλυντικών., βγαίνει στην αγορά: (για προϊόν) κυκλοφορεί στο εμπόριο· (για πρόσωπο) διεξάγει διαπραγματεύσεις, για να αγοράσει ή να πουλήσει κάτι: Κινητό που βγήκε ~ τον περασμένο μήνα.|| (για κράτος ή εταιρεία) Βγήκε ~/στις αγορές, για να δανειστεί. [< αρχ. ἀγορά, αγγλ. market, γαλλ. marché, γερμ. Markt] | |
| 434 | αγορα- | & αγορο-: α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά στην αγορά: αγορα-νομία/~πωλησία.|| ~φοβία.|| ~στής. | |
| 437 | αγοράζω | [ἀγοράζω] α-γο-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {αγόρα-σα, -σει, -στηκε, -στεί, αγοράζ-οντας, -όμενος, αγορα-σμένος} 1. αποκτώ κάτι με χρήματα: ~ δώρο/εισιτήρια/οικόπεδο/ρούχα/σπίτι/τρόφιμα. ~ άδεια (λ.χ. ταξί)/τα δικαιώματα (ενός βιβλίου)/πακέτο (υπηρεσιών)/το πρόγραμμα (π.χ. του θεάτρου)/χρόνο ομιλίας. Η εταιρεία ~σε το κανάλι/μετοχές/νέα γραφεία/το πλειοψηφικό μερίδιο. ~ (κάτι) ακριβά/από δεύτερο χέρι/επί πιστώσει/λιανικώς/για ένα κομμάτι ψωμί/μισοτιμής/(τοις) μετρητοίς/όσο όσο/νόμιμα/παράνομα/συνεταιρικά/σε τιμή ευκαιρίας/φτηνά/χονδρικώς. ~ με δόσεις/έκπτωση/ευκολίες πληρωμής/κλειστά μάτια. ~ από το ίντερνετ/σε πλειστηριασμό. Πόσο ~σες το πλυντήριο (: πόσο έκανε, κόστισε, στοίχισε); Η μαμά θα μου ~σει πατίνια (βλ. δωρίζω). Ο εξοπλισμός έχει ~στεί με κονδύλια του υπουργείου. ~όμενα είδη. Πβ. παίρνω. Βλ. προ~. ΑΝΤ. πουλώ (1) 2. (αρνητ. συνυποδ.) δωροδοκώ, εξαγοράζω: ~ διαιτητή/μάρτυρα/παίκτη/υπάλληλο (πβ. λαδώνω). ~ συνειδήσεις/ψήφους. Την ~σε με τα λεφτά του (: για ιδιοτελή ερωτική σχέση). Μεταχειρίζεται τους ανθρώπους σαν κάτι που πουλιέται και ~εται. Το μότο τους είναι ότι όλα ~ονται. ● ΦΡ.: αγοράζω χρόνο & (σπανιότ.) εξαγοράζω χρόνο (μτφ.): εξασφαλίζω χρόνο για την επίτευξη ενός στόχου: Η κυβέρνηση προσπαθεί να ~σει ~, για να υλοποιήσει το πρόγραμμά της. Πβ. κερδίζω χρόνο., αγρόν ηγόραζε/ηγόρασε (λόγ.) & αγόραζε/αγόρασε: για να δηλωθεί αδιαφορία, παραμέληση κάποιων σοβαρών θεμάτων, καταστάσεων: Διαμαρτυρήθηκε στον προϊστάμενό του για την αδικία, αλλά εκείνος ~ ~. Πβ. πέρα βρέχει, ζαμανφού., σε πουλά(ει) και σ' αγοράζει: για άνθρωπο έξυπνο, επιτήδειο που πείθει ή εξαπατά εύκολα κάποιον: ~ ~ με ένα χαμόγελό της/χωρίς να το καταλάβεις. Πβ. είναι διαβόλου κάλτσα., (αγοράζω/παίρνω) γουρούνι στο σακί βλ. γουρούνι [< αρχ. ἀγοράζω] | |
| 438 | αγοραίος | , α, ο [ἀγοραῖος] α-γο-ραί-ος επίθ. 1. που σχετίζεται με την αγορά και την αγοραπωλησία: ~α: οικονομία/συνάρτηση προσφοράς (ή ζήτησης) ενός αγαθού. ~ο: εμπόρευμα/(τεκμαρτό) ενοίκιο/προϊόν. 2. (μτφ.) με όρους της αγοράς, χυδαίος: ~ος: ρητορισμός. ~α: γλώσσα/τέχνη. ~ες: εκφράσεις. ~οι: τρόποι. ~α: ήθη/κίνητρα. ● Ουσ.: αγοραίο (το): ταξί με έδρα επαρχιακή πόλη που μισθώνεται για μεταφορά επιβατών. Βλ. ταξίμετρο. ● ΣΥΜΠΛ.: αγοραία αξία/τιμή: ΟΙΚΟΝ. τρέχουσα αξία ενός αξιογράφου ή περιουσιακού στοιχείου, όπως προκύπτει από τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης: ~ ~ ακινήτου/επιχείρησης/μετοχών. ~ ~ ανά τ.µ. ΦΠΑ επί της ~ας ~ας. ΣΥΝ. αγοραστική αξία [< αγγλ. market value/price] , αγοραίος έρωτας/αγοραίο σεξ: πορνεία. [< 1: γαλλ. de marché, αγγλ. market- 2: αρχ. ἀγοραῖος] | |
| 439 | αγορανομία | [ἀγορανομία] α-γο-ρα-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των υγειονομικών και των σχετικών με τις αγοραπωλησίες διατάξεων και συνεκδ. η αρμόδια δημόσια υπηρεσία που εποπτεύει την τήρησή τους ή οι υπάλληλοι της υπηρεσίας αυτής: έλεγχος/έφοδος/όργανα της ~ας. Υπηρεσίες ~ας της Ελληνικής Αστυνομίας για την αντιμετώπιση κρουσμάτων αισχροκέρδειας. Βλ. -νομία. [< αρχ. ἀγορανομία ‘το αξίωμα του επιθεωρητή στην αγορά’, αγγλ. market police/inspection] | |
| 440 | αγορανομικός | , ή, ό [ἀγορανομικός] α-γο-ρα-νο-μι-κός επίθ.: που αφορά τις αρμοδιότητες της αγορανομίας: ~ός: έλεγχος τιμών/υπεύθυνος. ~ή: επιτροπή. ~ό: αδίκημα/δικαστήριο. ~ές: διατάξεις. ● επίρρ.: αγορανομικά ● ΣΥΜΠΛ.: αγορανομικός κώδικας: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των αγορανομικών διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία της αγοράς ως προς τις τιμές. [< αγγλ. market regulations code] [< αρχ. ἀγορανομικός] | |
| 441 | αγορανόμος | [ἀγορανόμος] α-γο-ρα-νό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος, επόπτης της αγορανομίας. Βλ. -νόμος. [< αρχ. ἀγορανόμος ‘επιθεωρητής της αγοράς’, γαλλ. contrôleur de marché, αγγλ. market inspector] | |
| 442 | αγοραπωλησία | [ἀγοραπωλησία] α-γο-ρα-πω-λη-σί-α ουσ. (θηλ.) & αγοροπωλησία: αγορά και πώληση αγαθών: δημόσια ~. ~ ακινήτων/αυτοκινήτων/γης/μετοχών. Ακύρωση/εκτέλεση εντολών/οι όροι της/τίμημα ~ας.|| (κατ' επέκτ., ανήθικη οικονομική συναλλαγή) ~ αιχμαλώτων/ομήρων. ~ αξιωμάτων και χρηματισμός υπαλλήλων. Δίκτυο ~ας παιδιών. Πβ. δοσοληψία. Βλ. νταραβέρι. [< γαλλ. achat et vente] | |
| 443 | αγοραστής, αγοράστρια | [ἀγοραστής] α-γο-ρα-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που αγοράζει κάτι και γενικότ. καταναλωτής: μελλοντικός/υποψήφιος ~. Φερεγγυότητα ~ή. ~ές ακινήτων. Βρίσκω/προσελκύω ~ές. Οι ~ές πρέπει να ελέγχουν τις τιμές των προϊόντων.|| (επίσ.-ως επίθ.) ~τρια: επιχείρηση/εταιρεία/κοινοπραξία/τράπεζα/χώρα. ΑΝΤ. πωλητής, πωλήτρια (1) [< αρχ. ἀγοραστής (‘δούλος προορισμένος να αγοράζει τρόφιμα, προμηθευτής’), ἀγοράστρια] | |
| 444 | αγοραστικός | , ή, ό [ἀγοραστικός] α-γο-ρα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αγορά: ~ή: ευκαιρία/συμπεριφορά. ~ό: ενδιαφέρον/κίνητρο/κλίμα/κοινό/μερίδιο. ~ πυρετός παραμονές Χριστουγέννων. Αυξημένη/μειωμένη/πεσμένη/υποτονική ~ή κίνηση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Δίνεται ασθενές/ισχυρό ~ό σήμα (: ένδειξη για αγορά μετοχών). ● ΣΥΜΠΛ.: αγοραστική αξία: ΟΙΚΟΝ. ανταλλακτική αξία: η ~ ~ του νομίσματος μιας χώρας/του χρήματος. Η ~ ~ του ακινήτου/της μετοχής/του µισθού/των προϊόντων. ΣΥΝ. αγοραία αξία/τιμή [< αγγλ. purchasing value] , αγοραστική δύναμη/ικανότητα: ΟΙΚΟΝ. τα αγαθά και οι υπηρεσίες που μπορούν να αγοραστούν με συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, εισόδημα: Η ~ ~ του μέσου πολίτη. [< αγγλ. purchasing power/capacity] [< αρχ. ἀγοραστικός ‘εμπορικός’, αγγλ. purchasing] | |
| 445 | αγοραστός | , ή, ό [ἀγοραστός] α-γο-ρα-στός επίθ. (προφ.): (για προϊόν) που προμηθεύεται κάποιος από το εμπόριο: ~ό: ψωμί (ΑΝΤ. σπιτικό, σπιτίσιο). Το φύλλο της πίτας είναι ~ό (= έτοιμο). [< μτγν. ἀγοραστός] | |
| 446 | αγοραφοβία | [ἀγοραφοβία] α-γο-ρα-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. νεύρωση που χαρακτηρίζεται από έντονο φόβο για το συγκεντρωμένο πλήθος σε ανοιχτούς, δημόσιους χώρους. Βλ. κλειστοφοβία, -φοβία. [< γερμ. Agoraphobie, γαλλ. agoraphobie, αγγλ. agoraphobia] | |
| 447 | αγοραφοβικός | , ή, ό [ἀγοραφοβικός] α-γο-ρα-φο-βι-κός επίθ.: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που υποφέρει από αγοραφοβία: ~ή: συμπεριφορά. ~ό: σύνδρομο.|| (ως ουσ.) Ο ~ φοβάται να διασχίσει πολυσύχναστους δρόμους. [< γαλλ. agoraphobique, αγγλ. agoraphobic] | |
| 448 | αγορέ | [ἀγορέ] α-γο-ρέ επίρρ.: (για πολύ κοντό γυναικείο κούρεμα) αγορίστικα: Έκοψε/κούρεψε τα μαλλιά της ~.|| (ως επίθ.) ~ στιλ. ΣΥΝ. α λα γκαρσόν | |
| 449 | αγόρευση | [ἀγόρευση] α-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εύσεως | -εύσεις, -εύσεων} (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αγορεύω: δημόσια/εισηγητική/εκτενής/πανηγυρική/στομφώδης/σύντομη ~. ~ του εισαγγελέα/συνηγόρου. ~ για τον προϋπολογισμό. Κλήση προς ~. Εκφωνώ/παρακολουθώ μια ~. Η συζήτηση αρχίζει με την ~ του προέδρου. Χρόνος ~ης. Μετά το πέρας της ~ης. Στην ~ή του κατήγγειλε τον .../πρότεινε .../τάχθηκε εναντίον του ... Δικανικές/κοινοβουλευτικές/πολιτικές ~εύσεις. ~εύσεις υπεράσπισης. Ολοκληρώθηκε ο κύκλος των ~εύσεων. Βλ. αν~, προσ~, υπ~. ΣΥΝ. λόγος (3), ομιλία (2) [< μτγν. ἀγόρευσις] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ