| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13512 | δίφθογγος | δί-φθογ-γος ουσ. (θηλ.+ αρσ.) {διφθόγγ-ου | -ων, -ους}: ΓΡΑΜΜ. δύο φωνηεντικοί φθόγγοι που προφέρονται ως μία συλλαβή: κύριες ~οι (φωνήεν [a], [e], [o], [u] + [i] π.χ. βουητό, καημός, κορόιδο).|| (στην Αρχαία Ελληνική:) Κύριες ~οι (: αι, ει, οι, υι, αυ, ευ, ηυ, ου). Βλ. δίψηφο. ● ΣΥΜΠΛ.: καταχρηστική δίφθογγος: σύναψη ημίφωνου [j] και φωνήεντος [a, o, e, u], τα οποία συμπροφέρονται σε μια συλλαβή (π.χ. παιδιά/πρόφ. παιδjά). Βλ. συνίζηση.|| (στην Αρχαία Ελληνική:) ~ές ~οι (: ᾳ, ῃ, ῳ). [< γερμ. unechter Diphthong] [< μτγν. δίφθογγος] | |
| 13513 | δίφορος | , η, ο δί-φο-ρος επίθ.: (για δέντρο) που δίνει καρπούς δύο φορές τον χρόνο: ~η: λεμονιά/συκιά. [< αρχ. δίφορος] | |
| 13514 | διφορούμενος | , η, ο δι-φο-ρού-με-νος επίθ.: που μπορεί να ερμηνευτεί με δύο διαφορετικούς τρόπους: ~ος: λόγος (βλ. αόριστος). ~η: διατύπωση/έννοια/προσωπικότητα (: αμφιλεγόμενη)/στάση/σχέση. ~o: αποτέλεσμα (βλ. αμφίβολος, αμφισβητήσιμος)/μήνυμα. Ο ρόλος του παραμένει ~ (βλ. αντιφατικός, διττός).|| (ΑΡΧ.) ~ος: χρησμός.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~o της απάντησης. Πβ. αμφί-, δί-σημος. Βλ. μονοσήμαντος, σαφής, συγκεκριμένος. [< μτγν. διφορούμενος] | |
| 13515 | δίφραγκο | δί-φρα-γκο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): νόμισμα αξίας δύο δραχμών, κυρ. στη ● ΦΡ.: τέρμα τα δίφραγκα! (μτφ.-προφ.): τέλος, ως εδώ: Παιδιά, ~ ~ (: φτάνει πια), αρκετά καθίσατε! | |
| 13517 | διφυής | , ής, ές δι-φυ-ής επίθ. (λόγ.) : που έχει δύο φύσεις, δισυπόστατος: Ο άνθρωπος είναι ~ (: έχει σώμα και ψυχή).|| (μτφ.) Ο ~ χαρακτήρας ενός θεσμού (= διττός). Βλ. -φυής. [< αρχ. διφυής] | |
| 13518 | δίφυλλος | , η, ο βλ. δι-, -φυλλος | |
| 13519 | διφωνία | δι-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. εκτέλεση τραγουδιού από δύο φωνές, ντουέτο. Πβ. διωδία. Βλ. τριφωνία, -φωνία. [< μεσν. διφωνία, γερμ. Zweistimmigkeit] | |
| 13520 | δίφωνος | , η, ο δί-φω-νος επίθ.: ΜΟΥΣ. που εκτελείται ή αποτελείται από δύο είδη φωνών: ~α: τραγούδια.|| ~η: χορωδία. Βλ. -φωνος. [< μτγν. δίφωνος 'που μιλά δύο γλώσσες', γερμ. zweistimmig] | |
| 13521 | διφωσφορικός | , ή, ό δι-φω-σφο-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που έχει δύο φωσφορικές ομάδες: ~ή: αδενοσίνη/φρουκτόζη. ~ό: οξύ. Βλ. τριφωσφορικός. [< αγγλ. diphosphate, γαλλ. ~, 1963] | |
| 13522 | διχάζω | δι-χά-ζω ρ. (μτβ.) {δίχα-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, διχάζ-οντας} (λόγ.): (μτφ.) προκαλώ διαφωνία ή ρήξη: Έρευνα που ~ει την επιστημονική κοινότητα. Η απεργία ~ει τον κόσμο. Πβ. διαιρώ, διασπώ, πολώνω. ΑΝΤ. ενώνω (2) ● διχάζεται 1. (μτφ.) βρίσκεται μεταξύ δύο αντίθετων θέσεων: Το υπουργείο ~ μεταξύ ανταγωνισμού και προστατευτισμού. ~ η ηγεσία/κοινή γνώμη από την .../στο θέμα της ... (: είναι μοιρασμένη). Οι απόψεις ~ονται (= διίστανται).|| ~σμένη: κοινωνία. 2. (κυριολ.) χωρίζεται σε δύο μέρη: Διαδρομή/μονοπάτι που ~ σε δύο κατευθύνσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: διχασμένη προσωπικότητα & διχασμός προσωπικότητας 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. για άνθρωπο που έχει δύο ανεξάρτητες και συνήθ. αντιφατικές προσωπικότητες. Βλ. σχιζοφρένεια. ΣΥΝ. διπλή προσωπικότητα 2. (μτφ.-συνήθ. ειρων.) πρόσωπο με ασταθή ή αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά: Άλλα λέει τη μία κι άλλα την άλλη, μήπως είναι ~ ~; [< γαλλ. personnalité dissociée] [< αρχ. διχάζω] | |
| 13523 | διχάλα | δι-χά-λα ουσ. (θηλ.) 1. απόληξη σε σχήμα V: η ~ του δέντρου. Κλαδί που καταλήγει σε ~. || (το σημείο στο οποίο ο δρόμος χωρίζεται σε δύο παρακλάδια:) Στη ~ κάνε αριστερά. Πβ. διακλάδωση. 2. δίκρανο. [< αρχ. διχάλα] | |
| 13524 | δίχαλο | δί-χα-λο ουσ. (ουδ.): αντικείμενο με απόληξη σε σχήμα V: σκαλιστήρι ~.|| (συνήθ. MHXANΟΛ.) Εξάτμιση ~. Το ~ του συμπλέκτη. Πβ. διχάλα. [< αρχ. δίχαλος] | |
| 13525 | διχαλωτός | , ή, ό δι-χα-λω-τός επίθ.: που απολήγει σε δύο σκέλη ή μοιάζει με διχάλα: ~ή: γλώσσα (φιδιού)/ουρά (χελιδονιού). ~ό: ξύλο. Πβ. δισχιδής. | |
| 13526 | διχασμός | δι-χα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): έντονη διαφωνία ή ρήξη, συνήθ. στο εσωτερικό ομάδας: εθνικός (: συχνά ΙΣΤ., βλ. εμφύλιος)/ιδεολογικός/κοινωνικός/πολιτικός ~. ~ της κοινής γνώμης. Ο ~ σπαράζει την παράταξη. Πβ. διάσπαση, διχόνοια, πόλωση. ΑΝΤ. συμφιλίωση (1) ● ΣΥΜΠΛ.: διχασμένη προσωπικότητα βλ. διχάζω [< μτγν. διχασμός] | |
| 13527 | διχαστής | δι-χα-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που διχάζει: ~ του λαού. Πβ. διασπαστής. [< αρχ. διχαστής 'αυτός που διαιρεί'] | |
| 13528 | διχαστικός | , ή, ό δι-χα-στι-κός επίθ.: που οδηγεί σε διχασμό: ~ός: παράγοντας/ρόλος. ~ή: νοοτροπία/συμπεριφορά/τακτική. ~ό: κήρυγμα/κλίμα. ~ά: μηνύματα/συνθήματα. Πβ. ανθενωτ-, διασπαστ-, διχοτομ-ικός. ΑΝΤ. ενωτικός ● επίρρ.: διχαστικά [< μεσν. διχαστικός] | |
| 13529 | διχειλικός | , ή, ό δι-χει-λι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. συμφωνικός φθόγγος που αρθρώνεται με την επαφή των χειλιών (στη φωνητική της νέας Ελληνικής τα π [p], μπ [b], μ [m]). Βλ. οδοντ-, ουραν-, χειλ-, υπερω-ικός. [< γαλλ. bilabial, 1905] | |
| 13530 | δίχηλος | , η, ο δί-χη-λος επίθ.: ΖΩΟΛ. που έχει δύο χηλές: ~α: μηρυκαστικά. Τα πόδια του χοίρου είναι ~α.|| (ως ουσ.) Τα ~α. [< αρχ. δίχηλος, γαλλ. biongulé] | |
| 13531 | διχο- & διχό- | (λόγ.): λεξικό πρόθημα που δηλώνει διαίρεση ενός συνόλου σε δύο τμήματα ή στη μέση: διχο-γνωμία/~τόμηση. Διχό-νοια. | |
| 13532 | διχογνωμία | δι-χο-γνω-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαφωνία που μπορεί να οδηγήσει σε αντιπαράθεση: νομική ~. ~ κυβέρνησης-εταιρειών. ~ και δυσαρέσκεια στο κόμμα. (Δεν) υπάρχει ~ σχετικά με ... (βλ. αντιδικία). ~ μεταξύ των επιστημόνων για ... Τριβές και ~ες (= διενέξεις, προστριβές). Η απόφαση έχει προκαλέσει ~ στους κόλπους της ευρωζώνης. Πβ. αντιγνωμία, αντίθεση. ΑΝΤ. ομοφωνία (1), συμφωνία (3) |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ