Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14400-14420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13533διχογνωμώ[διχογνωμῶ] δι-χο-γνω-μώ ρ. {-εί ... | μόνο στο ενεστ. θ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): διαφωνώ, αντιδικώ: Οι αναλυτές ~ούν για/σχετικά με/ως προς το ... Βλ. διαπληκτίζομαι. [< μτγν. διχογνωμῶ]
13534διχόνοιαδι-χό-νοι-α & (προφ.) δι-χό-νοια ουσ. (θηλ.): κλίμα μίσους και εχθρότητας που οφείλεται σε έντονες αντιθέσεις: βαθύτατη ~ μεταξύ συγγενών/στο εσωτερικό ενός κόμματος. Ενσπείρουν/καλλιεργούν/προκαλούν (τη) ~. Σπέρνει τη ~ ανάμεσά μας. Το μοίρασμα της κληρονομιάς έφερε ~. ΑΝΤ. ομόνοια, σύμπνοια ● ΦΡ.: η ομόνοια χτίζει σπίτια κι η διχόνοια τα γκρεμίζει βλ. ομόνοια [< αρχ. διχόνοια]
13535δίχορδος, η, ο δί-χορ-δος επίθ.: ΜΟΥΣ. που έχει δύο χορδές: ~ο: μπάσο. Βλ. χορδόφωνα, -χορδος. [< μτγν. δίχορδος]
13536διχοστασίαδι-χο-στα-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαφωνία, διχογνωμία: πολιτική ~ (= διαίρεση, ρήξη). ~ υπουργών για το νομοσχέδιο. Έριδες και ~ες.|| Εθνική ~ (= διχασμός). [< αρχ. διχοστασία]
13537διχοτόμησηδι-χο-τό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): χωρισμός σε δύο ίσα τμήματα, διάσπαση σε δύο μέρη: (ΓΕΩΜ.) ~ της γωνίας.|| (ΒΙΟΛ.) ~ του κυττάρου (= μίτωση).|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ κράτους. Ντε φάκτο/ντε γιούρε ~. Πβ. διαίρεση, διχοτομία. [< μτγν. διχοτόμησις]
13538διχοτομίαδι-χο-το-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (κυρ. στη Λογική) διαίρεση έννοιας σε δύο άλλες αντιθετικές και συμπληρωματικές: ~ φύση-πολιτισμός. ~ προφορικού και γραπτού λόγου.|| ~ ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία (πβ. διάκριση, διαχωρισμός). 2. (σπάν.) διχοτόμηση. [< αρχ. διχοτομία, γαλλ. dichotomie, αγγλ. dichotomy]
13539διχοτομικός, ή, ό δι-χο-το-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή συντελεί στη διχοτόμηση: ~ή: αντίληψη/πολιτική. ~ά: σχέδια. Πβ. διασπαστ-, διχαστ-ικός. ● επίρρ.: διχοτομικά [< γαλλ. dichotomique, αγγλ. dichotomic]
13540διχοτόμοςδι-χο-τό-μος ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. ημιευθεία που έχει ως αρχή την κορυφή γωνίας την οποία και χωρίζει σε δύο άλλες, ίσες μεταξύ τους: εξωτερικές/εσωτερικές ~οι τριγώνου. Βλ. διάμεσος, παράκεντρο. [< μτγν. διχοτόμος]
13541διχοτομώ[διχοτομῶ] δι-χο-το-μώ ρ. (μτβ.) {διχοτομεί ... | διχοτόμ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: διαιρώ σε δύο τμήματα: (ΓΕΩΜ.) Οι διαγώνιοι του ρόμβου ~ούν τις γωνίες του.|| Tο ποτάμι ~εί την πόλη (: την κόβει, τη χωρίζει στα δύο).|| (ΠΟΛΙΤ.) ~ημένο: κράτος. Το κόμμα ~ήθηκε. Πβ. διασπώ. [< μτγν. διχοτομῶ]
13542δίχρονος, η, ο δί-χρο-νος επίθ. 1. ΓΡΑΜΜ. (για συλλαβή ή για τα φωνήεντα α, ι, υ της Αρχαίας Ελληνικής) που έχει δύο προσωδιακούς χρόνους, αντιπροσωπεύοντας άλλοτε μακρό και άλλοτε βραχύ φθόγγο. 2. (προφ.) που έχει διάρκεια ή ηλικία δύο χρόνων, διετής: ~ος: κύκλος σπουδών.|| ~ο: παιδί. (ως ουσ.) Το ~ο. 3. ΜΗΧΑΝΟΛ. (για μηχανή εσωτερικής καύσης) που ο κύκλος λειτουργίας της ολοκληρώνεται σε δύο διαδρομές του εμβόλου ή σε μία στροφή του στροφαλοφόρου άξονα: ~ος: (βενζινο/πετρελαιο)κινητήρας. Βλ. τετράχρονος, -χρονος. ● Ουσ.: δίχρονα (τα): ΓΡΑΜΜ. ενν. φωνήεντα. [< 1: μτγν. δίχρονος 2: μεσν. ~ 3: γαλλ. (moteur à) deux-temps, 1959]
13543διχρωμίαδι-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. συνδυασμός δύο χρωμάτων: ~ μαύρο-γκρι. ~ αμαξώματος. Βλ. -χρωμία. 2. ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική εκτύπωσης με μείξη δύο συνήθ. βασικών χρωμάτων. Βλ. τετραχρωμία.
13544διχρωμικός, ή, ό δι-χρω-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για άλας) που περιέχει δύο άτομα χρωμίου ανά μόριο: ~ό: κάλιο/νάτριο. Βλ. χρωμικός2. [< αγγλ. dichromate]
13545δίχρωμος, η, ο δί-χρω-μος επίθ.: με δύο χρώματα: ~o: κασκόλ. Βλ. μονό-, πολύ-χρωμος.|| (TYΠΟΓΡ.) ~η: εκτύπωση. [< μτγν. δίχρωμος]
13546δίχτυδί-χτυ ουσ. (ουδ.) {διχτ-υού | -υών} & δίκτυ 1. παγίδα για ψάρια, σπανιότ. ζώα ή έντομα, με τη μορφή (μεγάλου) πλέγματος από σχοινιά ή σύρματα με ενδιάμεσα κενά: αλιευτικά ~α. ~α ψαρέματος. ~α με σημαδούρες. ~α και πετονιές. Μαζεύω/ρίχνω (= καλάρω) τα ~α. Βλ. απλάδι, γρίπος, τράτα.|| Το ~ της απόχης.|| Το ~ της αράχνης (= ιστός). 2. (κατ' επέκτ.) ύφασμα ή ελαστικό υλικό με αραιή πλέξη για ποικίλες χρήσεις: προστατευτικό ~ (: για την πρόληψη ατυχημάτων). ~ αναρρίχησης/αποσκευών/για τα ψώνια.|| (μτφ.) Μέτρο που απλώνεται σαν/αποτελεί/λειτουργεί ως ~ ασφαλείας για τους καταναλωτές. 3. ΑΘΛ. φιλές: το ~ του βόλεϊ/πινγκ πονγκ/τένις.δίχτυα (τα) 1. το δικτυωτό πλέγμα του τέρματος στο ποδόσφαιρο, το πόλο, το χάντμπολ: Έσπρωξε/έστειλε/κάρφωσε την μπάλα στα ~. Βλ. γκολ. 2. (μτφ.) παγίδα: Οι έμποροι ναρκωτικών έχουν απλώσει/πετάξει/ρίξει τα ~ τους παντού. ● Υποκ.: διχτάκι (το): ΑΘΛ. το ~ της μπασκέτας.|| ~ για τα μαλλιά (= φιλές). ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλικά δίχτυα: σύστημα αλιείας στην επιφάνεια της θάλασσας που αποτελείται από μεγάλο δίχτυ, το οποίο μπορεί να κλείσει στο κάτω μέρος, κυκλώνοντας τα ψάρια. Πβ. γρι-γρι. ● ΦΡ.: πέφτω/πιάνομαι/μπλέκω/μπερδεύομαι στα δίχτυα/στα πλοκάμια κάποιου (μτφ.): παγιδεύομαι από κάποιον, κάτι: Έπεσε ~ ~ του νόμου (πβ. αρπάγη, δαγκάνα, τσιμπίδα). Μπλέχτηκε ~ ~ της Αστυνομίας/των ρεπόρτερ/του τζόγου.|| Πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα. [< μεσν. δίκτυ, αγγλ. net]
13547διχτυωτός, ή, ό βλ. δικτυωτός
13548δίχωρος, η, ο δί-χω-ρος επίθ. : (για οίκημα) που έχει δύο κύριους χώρους: ~ος: ξενώνας.|| (AΡΧΑΙΟΛ.) ~ος: ναός/τάφος.
13549δίχωςδί-χως πρόθ. (προφ.) ΣΥΝ. χωρίς· δηλώνει: 1. (+ αιτ.) έλλειψη, απουσία: πόλη ~ μέλλον. Σχέση ~ αύριο. Εφιάλτης ~ τέλος. Κόσμος ~ σύνορα. Μιλάει ~ ίχνος ντροπής. Έφυγε ~ λόγο και αιτία (= άνευ λόγου και αιτίας)/κ(α)ι αφορμή (: αναίτια). Προχώρησε ~ τον παραμικρό δισταγμό. ΑΝΤ. με1.|| (προφ.) Ταξίδι ~ γυρισμό. 2. (+ αιτ.) εξαίρεση: Ήμασταν τρεις ~ τον οδηγό. Πβ. εκτός, έξω (από). ● ΦΡ.: (το) δίχως άλλο/χωρίς άλλο: οπωσδήποτε, αναμφίβολα: Είναι το δίχως ~ ο πιο ικανός ... Οι κατοπινές εξελίξεις, το δίχως ~, τον δικαίωσαν. Πβ. ανυπερθέτως., δίχως να ...: εκφράζει εναντίωση ή εξαίρεση: Την έφερε σε δύσκολη θέση, ~ ~ το θέλει (= παρόλο που δεν το ήθελε).|| Βγάζει πολλά, ~ ~ υπολογίσεις τα μπόνους., δίχως/χωρίς όρια/όριο βλ. όριο, χωρίς/δίχως αποτέλεσμα βλ. αποτέλεσμα [< μεσν. δίχως]
13550δίψαδί-ψα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣΙΟΛ. η ανάγκη λήψης υγρού, κυρ. νερού: Το αίσθημα της πείνας και της ~ας. To αλάτι προκαλεί ~. Βλ. αφυδάτωση, πολυδιψία.|| (εμφατ.) Κόλλησε/ξεράθηκε/στέγνωσε το στόμα μου από τη ~. Υποφέρει από ~. Έχω μια ~! 2. (μτφ.) ακατανίκητη επιθυμία: ασίγαστη/κρυφή/πνευματική ~. ~ για αγάπη/δουλειά/ζωή/μάθηση. H ~ της γνώσης. Πβ. διακαής πόθος, θέληση, λαχτάρα.|| (αρνητ. συνυποδ.) Aκόρεστη ~ για αίμα/δόξα/τίτλους/χρήμα. Δεν ικανοποίησε τη ~ του για εκδίκηση. Τίποτα δεν μπορεί να σβήσει τη ~ τους για την εξουσία (: το πάθος). ΣΥΝ. πείνα (3) ● ΣΥΜΠΛ.: απεργία πείνας/δίψας βλ. απεργία ● ΦΡ.: πεθαίνω της δίψας/από τη δίψα/στη δίψα: διψώ πάρα πολύ. [< αρχ. δίψα]
13551διψαλέος, α, ο δι-ψα-λέ-ος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που νιώθει μεγάλη δίψα. Βλ. -αλέος, πειναλέος. [< μτγν. διψαλέος]
13552διψασμένος, η, ο δι-ψα-σμέ-νος επίθ. 1. που διψά· κατ' επέκτ. ξερός, αφυδατωμένος: Έμεινα νηστικός και ~.|| ~ο: χώμα. ~α: φυτά.|| ~ο: δέρμα. 2. (μτφ.) που έχει έντονη επιθυμία για κάτι: ~ για δημοσιότητα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.