| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13553 | διψήφιος | , α, ο βλ. δι-, -ψήφιος | |
| 13554 | δίψηφο | δί-ψη-φο ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. συνδυασμός δύο γραμμάτων που αντιπροσωπεύουν έναν φθόγγο: (ως επίθ.) ~α: σύμφωνα (μπ [b], ντ [d], γκ [g], τζ [dz], τσ [ts])/φωνήεντα (αι [e], ει [i], οι [i], ου [u]). Βλ. δίφθογγος. | |
| 13555 | διψώ | [διψῶ] δι-ψώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {διψ-άς ... | δίψα-σα, διψ-ώντας, διψα-σμένος} & διψάω 1. αισθάνομαι δίψα: ~ πολύ, δώσε μου νερό. Έφαγα σαρδέλες και ~σα.|| (μτφ.) ~σμένη: γη. H πόλη ~ά (: αντιμετωπίζει πρόβλημα λειψυδρίας). ΑΝΤ. ξεδιψώ (1) 2. (+ για, μτφ.) επιθυμώ πολύ, με ένταση: ~άει για περιπέτεια/σκάνδαλα. ~ώντας για μάθηση. Πβ. λαχταρώ, ποθώ. [< αρχ. διψῶ] | |
| 13556 | διωγμός | δι-ωγ-μός ουσ. (αρσ.): καταδίωξη ή αποπομπή ομάδας και σπανιότ. ατόμου· ειδικότ. συστηματική προσπάθεια αποδυνάμωσης ή και εξόντωσης: άγριος/ανελέητος ~. Θρησκευτικοί/μαζικοί ~οί. ~οί αντιφρονούντων/πολιτικών αντιπάλων (: διώξεις, βλ. εκτόπιση). Οι ~οί (σε βάρος/κατά) των ... (βλ. απέλαση, γενοκτονία, πολιτικό άσυλο). Βασανιστήρια/σφαγές και ~οί. Πβ. εκδίωξη, κατατρεγμός, πογκρόμ.|| ~ από την υπηρεσία. ● ΦΡ.: υπό διωγμό(ν) (λόγ.) & σε διωγμό: η ελευθερία λόγου/οι πεζοί/το πράσινο ~ ~. [< αρχ. διωγμός] | |
| 13557 | διωδία | δι-ω-δί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. σύνθεση που ερμηνεύεται από δύο φωνές. Πβ. διφωνία, ντουέτο. Βλ. χορωδία. ΑΝΤ. μονωδία [< ιταλ. duetto] | |
| 13558 | διώκτης | δι-ώ-κτης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. διώκτρια} & διώχτης: αυτός που κυνηγά κάποιον με στόχο την εξόντωσή του: ~ες και συκοφάντες. Οι ~ες της ελευθεροτυπίας. ΑΝΤ. προστάτης, υπερασπιστής.|| (θετ. συνυποδ.) ~ της διαφθοράς/του εγκλήματος/της παρανομίας. [< μτγν. διώκτης] | |
| 13559 | διωκτικός | , ή, ό δι-ω-κτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δίωξη: ~ός: μηχανισμός. ~ή: μανία. ~ά: μέτρα/όργανα. Πβ. κατα~. ● ΣΥΜΠΛ.: διωκτικές Αρχές: Αστυνομία, Λιμενικό Σώμα, Τελωνειακή Υπηρεσία, Εισαγγελία. [< μτγν. διωκτικός ‘ικανός να απομακρύνει’] | |
| 13560 | διώκω | δι-ώ-κω ρ. (μτβ.) {δίω-ξε, -χτηκα (λόγ.) -χθηκα, διώκ-οντας, -όμενος, διω-γμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. ΝΟΜ. ασκώ ποινική ή πειθαρχική δίωξη σε βάρος κάποιου: Αδίκημα που ~εται από τον νόμο/αυτεπάγγελτα/δικαστικά/κατ' έγκληση/σε βαθμό κακουργήματος. ~εται για δωροδοκία/εμπορία ναρκωτικών/κατάχρηση εξουσίας/πλημμέλημα/σωρεία παρανομιών. 2. (μτφ.) στρέφομαι εναντίον κάποιου, πλήττω: Το καθεστώς ~ει τους αντιφρονούντες. ~χθηκε για την επαναστατική δράση της. Η αλήθεια ~εται. Πβ. κατα~, κατατρέχω, κυνηγώ. Βλ. εκ~. ΑΝΤ. προασπίζω, προστατεύω (1), υπερασπίζομαι (1) [< αρχ. διώκω] | |
| 13561 | διωναία | δι-ω-ναί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. σαρκοβόρο φυτό (επιστ. ονομασ. Dionaea muscipula) που τρέφεται με έντομα. ΣΥΝ. μυγοπαγίδα (2) [< γαλλ. dionée] | |
| 13562 | διωνυμικός | , ή, ό δι-ω-νυ-μι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με το διώνυμο: ~ός: συντελεστής με ανάπτυγμα (x + y). ~ή: κατανομή (βλ. διακριτός). ~ό: θεώρημα/μοντέλο. Βλ. -ωνυμικός. [< γαλλ. binomial] | |
| 13563 | διώνυμο | δι-ώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. αλγεβρική παράσταση που αποτελείται από το άθροισμα δύο ανόμοιων μονωνύμων: το ~ του Νεύτωνα. Βλ. πολυώνυμο. [< γαλλ. binôme] | |
| 13564 | διώνυμος | , η, ο δι-ώ-νυ-μος επίθ.: που συνίσταται από δύο ονόματα. Βλ. -ώνυμος. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: διώνυμη ονοματολογία: ΒΟΤ. -ΖΩΟΛ. σύστημα ταξινόμησης, κατά το οποίο το όνομα κάθε ζωντανού οργανισμού αποτελείται από δύο όρους, έναν για το γένος και έναν για το είδος. [< αγγλ. binomial nomenclature] [< αρχ. διώνυμος] | |
| 13565 | δίωξη | δί-ω-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. ποινική ή διοικητική παραπομπή προσώπου που έχει διαπράξει αδίκημα ή παράβαση στις αρμόδιες Αρχές· κατ’ επέκτ. καταπολέμηση, καταστολή εγκλήματος: αυτεπάγγελτη/δικαστική ~. Ο εισαγγελέας ζήτησε τη ~ των υπευθύνων. ~ σε υπάλληλο. ~ για ανθρωποκτονία.|| ~ (εις βάρος/εναντίον/κατά) διπλωμάτη/υπουργού (: πειθαρχική). Πβ. εκ~.|| ~ των ναρκωτικών/της πειρατείας. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) προσπάθεια αποδυνάμωσης, ηθικής ή φυσικής εξόντωσης: ποινικοποίηση και ~ του φρονήματος. Διώξεις και εκφοβισμοί. Διώξεις εναντίον κοινωνικών ομάδων (πβ. πογκρόμ. ΑΝΤ. προστασία, υποστήριξη). Για την πολιτική του δράση έχει υποστεί διώξεις (: έχει κυνηγηθεί). Πβ. διωγμός, κατα~, κατατρεγμός. ● ΣΥΜΠΛ.: πειθαρχική δίωξη: ΝΟΜ. παραπομπή δημόσιου λειτουργού για πειθαρχικό παράπτωμα στο αρμόδιο διοικητικό όργανο: ~ ~ για παράβαση καθήκοντος. Σε βάρος τους εκκρεμεί ~ ~., ποινική δίωξη & αγωγή: ΝΟΜ. εναντίον ατόμου που έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα: αναστολή/παύση ~ής ~ης. Ο εισαγγελέας άσκησε ~ ~ κατά παντός υπευθύνου., Τμήμα/Υπηρεσία Δίωξης: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. υπηρεσία της Αστυνομίας αρμόδια για την πάταξη συγκεκριμένων αξιόποινων πράξεων: ~ ~ ηλεκτρονικού εγκλήματος/ναρκωτικών. [< αρχ. δίωξις] | |
| 13566 | διώξιμο | διώ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. εκδίωξη: ~ των εποίκων/καταπατητών (= διωγμός, βλ. απέλαση). 2. απόλυση: Δεν θα τον κρατήσουν, τον έχουν για ~. Πβ. αποπομπή. 3. ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο κ. το μπάσκετ) απομάκρυνση, απώθηση: ~ της μπάλας. Πβ. απόκρουση. | |
| 13567 | διωρία | βλ. διορία | |
| 13568 | δίωρος | , η, ο βλ. δι-, -ωρος | |
| 13569 | διώροφος | , η, ο & διόροφος βλ. δι-, -ώροφος [< μτγν. διώροφος] | |
| 13570 | διώρυγα | δι-ώ-ρυ-γα ουσ. (θηλ.) 1. τεχνητό πλωτό κανάλι που συνδέει θάλασσες, ποταμούς ή λίμνες, εξυπηρετώντας τις ανάγκες της ναυσιπλοΐας: η ~ της Κορίνθου (= ισθμός)/του Σουέζ. Διάνοιξη/διαπλάτυνση/διάπλους ~ας. Πβ. δίαυλος, πορθμός. 2. αυλάκι για την παροχέτευση ή την απομάκρυνση υδάτων: αποξηραντική/αποχετευτική (βλ. οχετός)/αρδευτική ~. Προσαγωγός ~. Βλ. τάφρος. [< αρχ. διῶρυξ] | |
| 13571 | διωστήρας | δι-ω-στή-ρας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μπιέλα. Βλ. -τήρας. [< μτγν. διωστήρ ‘ράβδος εν είδει μοχλού που περνά μέσα από κρίκους’] | |
| 13572 | διώχνω | διώ-χνω ρ. (μτβ.) {έδιω-ξα, διώ-ξει, διώ-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, διώχν-οντας} 1. υποχρεώνω κάποιον να φύγει από έναν τόπο ή χώρο: Τον ~ξα για να μείνω μόνος μου (= τον ξαπόστειλα, ξεφορτώθηκα). Τον ~ξε κακήν κακώς/με τις κλοτσιές (= τον πέταξε έξω). Αναγκάστηκαν να ~ξουν τον κόσμο, επειδή δεν υπήρχαν άλλα εισιτήρια (: του είπαν να φύγει). Βλ. απο~.|| (μτφ.) Η ακρίβεια ~ει τους καταναλωτές από την αγορά (= αποθαρρύνει).|| ~ξαν τους εισβολείς/τους εχθρούς (= τους απέκρουσαν/απώθησαν). ~γμένοι (βίαια) από τη γη/τις εστίες τους (= εκδιωγ-, εκπατρισ-, εκτοπισ-μένοι). 2. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} παύω κάποιον από τη θέση που κατέχει· τον απολύω: Τον ~ξαν απ' τη δουλειά. Πβ. αποπέμπω. 3. απομακρύνω κάποιον ή κάτι: Τον ~ξε από κοντά της (: διέκοψε κάθε σχέση μαζί του).|| (ΑΘΛ.) ~ξε την μπάλα/το σουτ σε κόρνερ (= απέκρουσε).|| (μτφ.) Απορρυπαντικό που ~ει (= εξαφανίζει) τους λεκέδες. Η άσκηση ~ει το άγχος και το στρες. Διώξε (μακριά) τις ενοχλητικές σκέψεις/τη λύπη. ● ΦΡ.: τον διώχνεις απ' την πόρτα (και) μπαίνει απ' το παράθυρο (μτφ.-προφ.): όταν δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από κάποιον. [< γαλλ. chassez-le par la porte, il rentrera par la fenêtre ] , ήρθαν τ' άγρια να διώξουν τα ήμερα βλ. άγριος [< μεσν. διώχνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ