Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [14440-14460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13570διώρυγαδι-ώ-ρυ-γα ουσ. (θηλ.) 1. τεχνητό πλωτό κανάλι που συνδέει θάλασσες, ποταμούς ή λίμνες, εξυπηρετώντας τις ανάγκες της ναυσιπλοΐας: η ~ της Κορίνθου (= ισθμός)/του Σουέζ. Διάνοιξη/διαπλάτυνση/διάπλους ~ας. Πβ. δίαυλος, πορθμός. 2. αυλάκι για την παροχέτευση ή την απομάκρυνση υδάτων: αποξηραντική/αποχετευτική (βλ. οχετός)/αρδευτική ~. Προσαγωγός ~. Βλ. τάφρος. [< αρχ. διῶρυξ]
13571διωστήραςδι-ω-στή-ρας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μπιέλα. Βλ. -τήρας. [< μτγν. διωστήρ ‘ράβδος εν είδει μοχλού που περνά μέσα από κρίκους’]
13572διώχνωδιώ-χνω ρ. (μτβ.) {έδιω-ξα, διώ-ξει, διώ-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -γμένος, διώχν-οντας} 1. υποχρεώνω κάποιον να φύγει από έναν τόπο ή χώρο: Τον ~ξα για να μείνω μόνος μου (= τον ξαπόστειλα, ξεφορτώθηκα). Τον ~ξε κακήν κακώς/με τις κλοτσιές (= τον πέταξε έξω). Αναγκάστηκαν να ~ξουν τον κόσμο, επειδή δεν υπήρχαν άλλα εισιτήρια (: του είπαν να φύγει). Βλ. απο~.|| (μτφ.) Η ακρίβεια ~ει τους καταναλωτές από την αγορά (= αποθαρρύνει).|| ~ξαν τους εισβολείς/τους εχθρούς (= τους απέκρουσαν/απώθησαν). ~γμένοι (βίαια) από τη γη/τις εστίες τους (= εκδιωγ-, εκπατρισ-, εκτοπισ-μένοι). 2. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} παύω κάποιον από τη θέση που κατέχει· τον απολύω: Τον ~ξαν απ' τη δουλειά. Πβ. αποπέμπω. 3. απομακρύνω κάποιον ή κάτι: Τον ~ξε από κοντά της (: διέκοψε κάθε σχέση μαζί του).|| (ΑΘΛ.) ~ξε την μπάλα/το σουτ σε κόρνερ (= απέκρουσε).|| (μτφ.) Απορρυπαντικό που ~ει (= εξαφανίζει) τους λεκέδες. Η άσκηση ~ει το άγχος και το στρες. Διώξε (μακριά) τις ενοχλητικές σκέψεις/τη λύπη. ● ΦΡ.: τον διώχνεις απ' την πόρτα (και) μπαίνει απ' το παράθυρο (μτφ.-προφ.): όταν δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από κάποιον. [< γαλλ. chassez-le par la porte, il rentrera par la fenêtre ] , ήρθαν τ' άγρια να διώξουν τα ήμερα βλ. άγριος [< μεσν. διώχνω]
13573ΔΚΔ(η): Διακυβερνητική Διάσκεψη.
13575ΔΜΣ(ο): Δείκτης Μάζας Σώματος.
13576ΔΝΟ1. (ο) Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός. 2. (η) Διεύθυνση Ναυτικών Όπλων.
13578ΔΝΤ(το): Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (International Monetary Fund - IMF).
13580ΔΟΑΕ(ο): Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (International Atomic Energy Agency - IAEA).
13581ΔΟΑΤΑΠ(ο): Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (πρώην ΔΙ.Κ.Α.Τ.Σ.Α.).
13582δοβλέτιδο-βλέ-τι ουσ. (ουδ.) & ντοβλέτι (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.): η κρατική εξουσία: Τα έχει καλά με το ~ (= έχει διασυνδέσεις).|| Ο δημόσιος τομέας/το κόμμα δεν είναι ~ κανενός (= τσιφλίκι, φέουδο). [< τουρκ. devlet]
13583δόγμαδόγ-μα ουσ. (ουδ.) {δόγμα-τος | -ατα, -άτων} 1. αρχή, θεωρία που διατυπώθηκε από πρόσωπο το οποίο θεωρείται αυθεντία και γίνεται αποδεκτή ως αληθινή από τους οπαδούς της, χωρίς αμφισβήτηση, κριτική ή έλεγχο της εγκυρότητάς της: επιστημονικό (πβ. αξίωμα)/ιδεολογικό/φιλοσοφικό ~. Το μαρξιστικό/σοσιαλιστικό/φιλελεύθερο ~. Ασπάζομαι/ενστερνίζομαι/υιοθετώ ένα ~.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το τριαδικό ~/το ~ της Δευτέρας Παρουσίας (: όπως διατυπώθηκαν στις Οικουμενικές Συνόδους). Το παπικό ~ για το αλάθητο.|| (ΦΙΛΟΣ.) Τα ~ατα των Στωικών.|| (κατ' επέκτ.-αρνητ. συνυποδ.) Χωρίς ~ατα (= δογματισμούς) και προκαταλήψεις. 2. ΘΡΗΣΚ. θρησκευτική διδασκαλία στην οποία στηρίζεται η πίστη: (στον χριστιανισμό:) το αγγλικανικό/θεολογικό/καθολικό/ορθόδοξο/προτεσταντικό ~. Σε ποιο ~ ανήκει;|| Το ισλαμικό (/μουσουλμανικό) ~. 3. ΠΟΛΙΤ. (συχνά με κεφαλ. Δ) επίσημη διακήρυξη που ρυθμίζει θέματα πολιτικής και διεθνών σχέσεων: επιθετικό/στρατηγικό/στρατιωτικό ~. Αμερικανικό/ευρωπαϊκό/νατοϊκό ~. Εφαρμόζεται/ισχύει το κυρίαρχο/παραδοσιακό ~ (περί) της ... Διατυπώθηκε/επιβλήθηκε νέο ~.|| (ΙΣΤ.) Το ~ Μονρόε/Τρούμαν.|| (κατ' επέκτ.) Έχει ως ~ να ... (πβ. άποψη, θέση). [< 1: αρχ. δόγμα, γαλλ. dogme, αγγλ. dogma 2: μτγν. δόγμα 3: αγγλ. doctrine]
13584δογματίζωδογ-μα-τί-ζω ρ. (αμτβ.) {δογμάτι-σε} 1. εκφράζω άποψη με τρόπο απόλυτο, αδιάλλακτο: Αρέσκεται να ~ει, γιατί θεωρεί τον εαυτό του αυθεντία. Η επιστήμη δεν ~ει. 2. ΕΚΚΛΗΣ. διατυπώνω δόγμα, αξίωμα: (Η Σύνοδος) ~σε κατά των αιρέσεων/για τον τριαδικό Θεό. [< μτγν. δογματίζω, γαλλ. dogmatiser, αγγλ. dogmatize]
13585δογματικός, ή, ό δογ-μα-τι-κός επίθ. 1. (αρνητ. συνυποδ.) για πρόσωπο που εκφράζει τις απόψεις του με απόλυτο τρόπο ή για θέση που διατυπώνεται, χωρίς να επιδέχεται αμφισβήτηση. Πβ. δογματιστής.|| ~ός: λόγος. ~ή: στάση. ~ές: αντιλήψεις. Πβ. μονολιθικός. Βλ. φανατικός. ΑΝΤ. αδογμάτιστος, αντιδογματικός 2. ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με τα εκκλησιαστικά δόγματα: ~ή: διαμάχη/διδασκαλία/ερμηνεία/πλάνη. ~ές: αλήθειες/διαφορές. ● Ουσ.: Δογματική (η): ΘΕΟΛ. κλάδος που εξετάζει με συστηματικό τρόπο τις αλήθειες της πίστης, τα δόγματα της Εκκλησίας: ορθόδοξη/χριστιανική ~.Βλ. Σωτηριολογία. ● επίρρ.: δογματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: γαλλ. dogmatique, αγγλ. dogmatic 2: μτγν. δογματικός]
13586δογματικότηταδογ-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δογματικό: Λέει με θάρρος τη γνώμη του, αλλά χωρίς φανατισμό, ~ και αδιαλλαξία. Πβ. δογματισμός. Βλ. -ότητα.
13587δογματισμόςδογ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. άκριτη αποδοχή απόψεων που διατυπώνονται ως αξίωμα, χωρίς έλεγχο της εγκυρότητάς τους: θρησκευτικός/ιδεολογικός/κομματικός ~. Πβ. απολυτ-, δογματικ-, μονολιθικ-ότητα. Βλ. -ισμός. 2. ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία που πρεσβεύει τη βεβαιότητα της γνώσης και την ορθότητα της λογικής χωρίς τη βοήθεια της εμπειρίας. ΑΝΤ. σκεπτικισμός (2) [< μτγν. δογματισμός 'διδασκαλία για τα δόγματα', γαλλ. dogmatisme]
13588δογματιστήςδογ-μα-τι-στής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που υποστηρίζει με απόλυτο τρόπο τις απόψεις του. Πβ. δογματικός. 2. υπερασπιστής ενός (θρησκευτικού, πολιτικού, φιλοσοφικού) δόγματος. [< 2: μτγν. δογματιστής, γαλλ. dogmatiste, αγγλ. dogmatist]
13589ΔΟΕ1. (η) Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας. 2. (η) Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή. 3. (η) Διεθνής Οργάνωση Εργασίας. 4. (ο) Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος.
13590δοθείβλ. δίνω
13591δοθείς, είσα, έν δο-θείς επίθ. {δοθ-έντος (θηλ. -είσης) | -έντες (θηλ. -είσες, ουδ. -έντα), -έντων (θηλ. -εισών)} (λόγ.): που έχει δοθεί: ~είσα: πληροφορία. ~έν: ποσό. ● ΦΡ.: δοθέντος ότι ...: με δεδομένο ότι, εφόσον, αφού, μια και: Δεν θα επεκταθώ, ~ ~ με κάλυψε ο προηγούμενος ομιλητής. ΣΥΝ. δεδομένου ότι ... [< γαλλ. étant donné que] , ευκαιρίας δοθείσης/δοθείσης (της) ευκαιρίας: όταν δοθεί η δυνατότητα, παρουσιαστεί η ευκαιρία: ~ ~, θα ήθελα να εκφράσω τη γνώμη μου. Πβ. με την ευκαιρία., τούτου δοθέντος: με αυτό ως δεδομένο: Η εξεύρεση λύσης είναι αναγκαία. ~ ~, θα συμμετάσχουμε στη συζήτηση. ● βλ. δίνω [< αρχ. δοθείς]
13592δόθηκαβλ. δίνω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.