| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13597 | δοκάρι | δο-κά-ρι ουσ. (ουδ.) {δοκαρ-ιού | -ιών} 1. ΟΙΚΟΔ. μακρόστενο δομικό στοιχείο από οπλισμένο σκυρόδεμα, μέταλλο ή ξύλο, το οποίο τοποθετείται οριζόντια και στηρίζει οικοδομική επιφάνεια: ~ πατώματος/σκεπής/ταβανιού. ~ια στήριξης (= δοκοί). Πβ. καδρόνι, πάσσαλος, πάτερο, τραβέρσα. Βλ. κολόνα, πλάκα. 2. ΑΘΛ. (σε γήπεδο ποδοσφαίρου) καθένας από τους τρεις επιμήκεις στύλους που σχηματίζουν Π, ορίζοντας μαζί με το δίχτυ το τέρμα· συνεκδ. η πρόσκρουση της μπάλας σε κάποιον από αυτούς: Το σουτ κατέληξε στο κάθετο/οριζόντιο ~. Έσπασε τα ~ια (: έστειλε την μπάλα με δύναμη στα ~ια ή κυρ. όταν μια ομάδα έχει πολλά ~ια σε ματς). Πβ. γκολπόστ, δοκός.|| (για τερματοφύλακα:) Υπερασπίζεται τα ~ια της εθνικής (= την εστία).|| ~ και γκολ! Η ομάδα είχε δύο ~ια. [< 1: μεσν. δοκάρι(ον) 2: αγγλ. goal-post] | |
| 13598 | δοκησισοφία | δο-κη-σι-σο-φί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δοκησίσοφο: ημιμάθεια και ~. [< μτγν. δοκησισοφία] | |
| 13599 | δοκησίσοφος | , η, ο δο-κη-σί-σο-φος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που νομίζει ότι είναι σοφός: ~οι: ρήτορες. [< αρχ. δοκησίσοφος] | |
| 13600 | δοκίδα | δο-κί-δα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΙΚΟΔ. δευτερεύον δομικό στοιχείο σε μεταλλικές ή ξύλινες κατασκευές, το οποίο στηρίζεται στις κύριες δοκούς, μεταφέροντας τα φορτία σε αυτές: εγκάρσιες ~ες. [< αρχ. δοκίς] | |
| 13601 | δοκιμάζω | δο-κι-μά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δοκίμα-σα, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, δοκιμάζ-οντας, -όμενος} 1. ελέγχω κάτι προκειμένου να διαπιστώσω αν λειτουργεί, αν είναι καλής ποιότητας ή αν έχει ορισμένη ιδιότητα, ικανότητα: ~ το κλειδί να δω αν ανοίγει την πόρτα. ~σε το μικρόφωνο. Φάρμακα που έχουν ~στεί σε πειραματόζωα.|| ~ τις δυνάμεις μου. ~ τα αντανακλαστικά (κάποιου)/διάφορες λύσεις/νέες μεθόδους. ~ στην πράξη μια θεωρία. Ερωτήσεις που ~ουν την εξυπνάδα (πβ. μετρώ). ~σε τις γνώσεις του/την τύχη του σε τηλεοπτικό παιχνίδι. Μη ~εις (= μην παίζεις με) την αντοχή/την υπομονή μου! Θέλει να ~σει το ταλέντο της στη συγγραφή.|| (για πρόσ.) Με ~ει για να δει τον χαρακτήρα μου/πόσο θα αντέξω (= με περνάει από δοκιμασία). ΣΥΝ. εξετάζω (2), τεστάρω, τσεκάρω (1) 2. τρώω ή πίνω κάτι σε μικρή ποσότητα για πρώτη φορά ή για να ελέγξω τη γεύση του: ~ το κρασί/τη σούπα (βλ. οινογευσία). ~σε το φαγητό και πες μου αν θέλει αλάτι. Μην ξεχάσετε να ~σετε τις τοπικές σπεσιαλιτέ. ΣΥΝ. γεύομαι (2) 3. φορώ ρούχο ή παπούτσι, για να διαπιστώσω αν μου κάνει ή αν μου ταιριάζει· προβάρω. 4. (μτφ.) βιώνω, αισθάνομαι, συνήθ. κάτι δυσάρεστο: ~σε (= ένιωσε) μεγάλη απογοήτευση/έκπληξη/λύπη/πίκρα. ~σε (= γνώρισε, έζησε) πολλές καταστροφές, περιπέτειες. 5. προσπαθώ, επιχειρώ να κάνω κάτι: ~σα να κάνω δίαιτα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. (για άρρωστο:) Θα ~σω (= θα δω) αν μπορώ να σηκωθώ. Πβ. αποπειρώμαι, πειραματίζομαι.|| (προφ., ως πρόκληση σε απειλή) Για ~σε! Πβ. για τόλμα (να ...)!|| (ΑΘΛ.) ~σε (το) σουτ (= σούταρε). 6. αποκτώ πρωτόγνωρη ή σύντομη εμπειρία, συνήθ. για κάτι επιβλαβές ή απαγορευμένο: Έχεις ~σει ποτέ σου τσιγάρο; ● Παθ.: δοκιμάζομαι: υφίσταμαι μια επώδυνη κατάσταση: Λαός που ~στηκε σκληρά από τα δεινά του πολέμου. Έχει ~στεί πολύ στη ζωή του (= έχει περάσει πολλά, έχει ταλαιπωρηθεί). Πβ. υποφέρω.|| Η φιλία μας ~στηκε (= υποβλήθηκε σε δοκιμασία) στα δύσκολα και αποδείχτηκε ότι αντέχει. ● ΦΡ.: δοκιμάζει το πόδι/το χέρι (του) (ΑΘΛ.) κυρ. για ποδοσφαιριστή ή μπασκετμπολίστα (αντίστοιχα) που 1. (σε προπόνηση, προθέρμανση ή φιλικό αγώνα) ελέγχει αν έχει ξεπεράσει πρόβλημα τραυματισμού (στο πόδι ή το χέρι) και αν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός επίσημου αγώνα: Θα ~σει το πόδι του και, αν δεν νιώσει ενοχλήσεις, θα παίξει. 2. επιχειρεί σουτ από μακρινή απόσταση., δοκιμάζω την τύχη μου βλ. τύχη, παίζει με τα νεύρα μου βλ. νεύρα ● βλ. δοκιμασμένος [< αρχ. δοκιμάζω, αγγλ. test, try] | |
| 13602 | δοκιμασία | δο-κι-μα-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. επώδυνη κατάσταση την οποία αντιμετωπίζει κάποιος: δεινή/διαρκής/δύσκολη/εξουθενωτική/καθημερινή/μακρά/πικρή/πολύχρονη/προσωρινή/σκληρή/φοβερή ~. Σωματική/ψυχική ~ (πβ. βάσανο). Η ~ των εξετάσεων. Περίοδος ~ας. Του παραστάθηκαν στη ~ της υγείας του. Περνά ~ες (= δοκιμάζεται σκληρά). Ξεπέρασε/υπέμεινε τις ~ες. Πβ. κακουχία, ταλαιπωρία. 2. δοκιμή: ~ της αντοχής/της αξιοπιστίας/των ικανοτήτων του. Η σχέση τους άντεξε στη ~ του χρόνου. Γερή ~ για τα νεύρα. Πβ. έλεγχος, τεστάρ-, τσεκάρ-ισμα. 3. εξέταση, τεστ: γραπτή/δίωρη/ειδική/επιτυχής/προφορική ~. Αθλητική/ψυχοτεχνική ~. Γλωσσική ~ (: για να διαπιστωθεί η γνώση ξένης γλώσσας, βλ. επίπεδα γλωσσομάθειας). Πέρασε τη ~.|| (ΙΑΤΡ.) Αρνητική/θετική ~. Δερματική ~ μέσω νυγμού (: για τη διάγνωση της αλλεργίας). Διαγνωστικές ~ες.|| (ΨΥΧΟΛ.) Ψυχολογικές ~ες (: για την ερμηνεία ή και πρόβλεψη ορισμένου τύπου συμπεριφοράς). 4. γευστική δοκιμή: ~ κρασιών (= οινογευσία)/φαγητού. ● ΣΥΜΠΛ.: δοκιμασία ανάκλισης βλ. ανάκλιση, δοκιμασία επάρκειας βλ. επάρκεια, τεστ/δοκιμασία κοπώσεως βλ. κόπωση, τυφλή μελέτη βλ. τυφλός ● ΦΡ.: σε δοκιμασία & (λόγ.) υπό δοκιμασία: για κάτι που δοκιμάζεται: Βάζω/θέτω (κάτι) σε ~ ... Υποβάλλεται σε ~ ... Τελεί υπό ~ ... ΣΥΝ. σε δοκιμή [< αρχ. δοκιμασία ‘εξέταση, έλεγχος’, αγγλ.-γαλλ. test] | |
| 13603 | δοκιμασμένος | , η, ο δο-κι-μα-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει ελεγχθεί και έχει κριθεί σωστός, αποτελεσματικός, άξιος: (για πρόσ.) ~ος: συγγραφέας. Καλλιτέχνες ~οι στον χρόνο. Πβ. δόκιμος. Βλ. καταξιωμένος.|| ~ος: τρόπος. ~η: λύση/μέθοδος/συνταγή/τακτική. ~ο: μοντέλο (αυτοκινήτου)/προϊόν (πβ. ελεγμένος). 2. (για ρούχο ή παπούτσι) που έχει δοκιμαστεί. ΑΝΤ. αδοκίμαστος (1) ● βλ. δοκιμάζω | |
| 13604 | δοκιμαστήριο | δο-κι-μα-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. ιδιαίτερος χώρος σε κατάστημα ένδυσης για δοκιμή ρούχων. Πβ. παραβάν. 2. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τον έλεγχο της σωστής λειτουργίας μηχανών και άλλων κατασκευών: ~ αντλιών/κινητήρων. Βλ. -τήριο. [< 1: γαλλ. cabine d'essayage 2: μτγν. δοκιμαστήριον 'μέσο εξέτασης', γαλλ. banc d' essai] | |
| 13605 | δοκιμαστής | δο-κι-μα-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. δοκιμάστρια}: επαγγελματίας που δοκιμάζει ένα προϊόν, για να το αξιολογήσει: ~ αυτοκινήτων/κρασιών (πβ. οινογνώστης). [< αρχ. δοκιμαστής 'εξεταστής, ελεγκτής', γαλλ. essayeur] | |
| 13606 | δοκιμαστικός | , ή, ό δο-κι-μα-στι-κός επίθ.: που γίνεται για δοκιμή, έλεγχο της λειτουργίας ή της καταλληλότητας: ~ός: έλεγχος. ~ή: βολή/(ΠΛΗΡΟΦ.) έκδοση (προγράμματος)/εκπομπή (: σε κανάλι, σταθμό)/πτήση. ~ό: προϊόν/τεστ. ~οί: αγώνες. ~ές: προτάσεις. ~ά: πλάνα. Πβ. πειραματικός.|| ~ή: περίοδος. ~ό: διάστημα/στάδιο (: κατά το οποίο κάποιος ή κάτι αξιολογείται, δοκιμάζεται).|| ~ό: κατσαβίδι (: που ελέγχει τη ρευματοδότηση). ● Ουσ.: δοκιμαστικό (το) (προφ.) 1. ό,τι παρουσιάζει κάποιος ως δείγμα δουλειάς: Πήρε τον ρόλο αφού πέρασε από/έκανε ~. Ο εκδότης μού ζήτησε ένα ~ (: κείμενο μετάφρασης, διόρθωσης) πέντε σελίδων. 2. {στον πληθ.} οτιδήποτε γίνεται για να ελεγχθεί κάτι (κυρ. σε αγώνες αυτοκινήτου ή μοτοσικλέτας): τα ~ά της Φόρμουλα 1. ● επίρρ.: δοκιμαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: δοκιμαστικός σωλήνας: ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρικός γυάλινος σωλήνας, ανοιχτός στο ένα άκρο, ο οποίος χρησιμοποιείται σε εργαστηριακά πειράματα: γονιμοποίηση ωαρίου σε ~ό ~α (= εξωσωματική γονιμοποίηση).|| (μτφ., για οποιοδήποτε πεδίο πειραματισμού:) Οι δημοτικές εκλογές λειτουργούν και ως ~ ~ τάσεων εν όψει των βουλευτικών. [< γαλλ. tube à essai] [< μτγν. δοκιμαστικός, αγγλ. test] | |
| 13607 | δοκιμή | δο-κι-μή ουσ. (θηλ.) 1. έλεγχος προϊόντος, κατασκευής, προγράμματος για διαπίστωση των ιδιοτήτων του/της, εξέταση της λειτουργίας του/της ή επαλήθευση της αποτελεσματικότητάς του/της: αυστηρή/πρόχειρη/συγκριτική ~. Κλινική ~ εμβολίου. ~ σε πραγματικές συνθήκες/στην πράξη. ~ πυραύλου/συσκευής. ~ μεθόδου/μοντέλου/σχεδίου. ~ της ανθεκτικότητας/της αντοχής/των δυνατοτήτων της (= δοκιμασία). ~ές ελαστικών. Έγινε/διεξήχθη/πραγματοποιήθηκε εργαστηριακή/θεραπευτική/πειραματική/πυρηνική ~. Μια ~ θα σας πείσει! Πβ. πείραμα, πειραματισμός, τεστ, τεστάρισμα. 2. πρόβα: γενική ~ (: πρόβα τζενεράλε). ~ές του έργου.|| ~ ρούχων (πβ. προβάρισμα). 3. το να τρώει ή να πίνει κάποιος κάτι σε μικρή ποσότητα, για να ελέγξει τη γεύση του: γευστική ~ (πβ. γευσιγνωσία). ~ κρασιών (πβ. οινογευσία). 4. προσπάθεια, απόπειρα: Η ~ (α)πέτυχε. 5. ΜΑΘ. επαλήθευση (πράξης). ● ΣΥΜΠΛ.: δοκιμή και πλάνη βλ. πλάνη1, πεδίο δοκιμών βλ. πεδίο ● ΦΡ.: σε δοκιμή & (λόγ.) υπό δοκιμή(ν): σε δοκιμαστικό στάδιο: Μέτρο/παίκτης που βρίσκεται/είναι/τελεί ~ ~. Προσωπικό που προσλαμβάνεται υπό ~ (= δοκιμαστικά). Βλ. κρας τεστ. ΣΥΝ. σε δοκιμασία [< μτγν. δοκιμή ‘δοκιμασία, εμπειρία’, γαλλ. essai, αγγλ. test, trial] | |
| 13608 | δοκιμιακός | , ή, ό δο-κι-μι-α-κός επίθ. (λόγ.): ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με το δοκίμιο: ~ός: λόγος. ~ή: γραφή/μελέτη. ~ό: έργο/ύφος. Πβ. δοκιμιογραφικός. | |
| 13609 | δοκίμιο | δο-κί-μι-ο ουσ. (ουδ.) {δοκιμί-ου} 1. ΦΙΛΟΛ. στοχαστικό κείμενο σε πεζό λόγο, περιορισμένο σε έκταση, που πραγματεύεται ένα θέμα γενικού ενδιαφέροντος, χωρίς να το εξαντλεί: αισθητικό/αποδεικτικό/επιστημονικό/ιστορικό/κοινωνικό/λογοτεχνικό/πολιτικό/φιλοσοφικό ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. αντιπροσωπευτικό δείγμα υλικού ή προϊόντος που υποβάλλεται σε πειράματα και μετρήσεις, προκειμένου να προσδιοριστούν τα χαρακτηριστικά του. ● ΣΥΜΠΛ.: (τυπογραφικό) δοκίμιο: ΤΥΠΟΓΡ. εκτυπωμένο κείμενο που δίνεται για διόρθωση σφαλμάτων πριν από την έκδοση: χειρόγραφα και ~ά ~α. Βλ. τυπωθήτω. [< γαλλ. épreuve] , γραπτό δοκίμιο: κείμενο με τη μορφή έκθεσης ή/και απαντήσεων σε ερωτήσεις στα πλαίσια εξετάσεων ή γραπτού διαγωνισμού: ~ ~ υποψηφίου. Κάθε ~ ~ αξιολογείται από δύο βαθμολογητές. Πβ. γραπτό. [< πβ. μτγν. δοκίμιον 'δοκιμή' 1: γαλλ. essai 2: γαλλ. éprouvette] | |
| 13610 | δοκιμιογραφία | δο-κι-μι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΛ. συγγραφή δοκιμίων ή το σύνολο του δοκιμιογραφικού έργου ενός συγγραφέα ή μιας εποχής: Επιδόθηκε στη ~ και τη μετάφραση.|| Η σύγχρονη ελληνική ~. Βλ. -γραφία. | |
| 13611 | δοκιμιογραφικός | , ή, ό δο-κι-μι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη δοκιμιογραφία. Πβ. δοκιμιακός. | |
| 13612 | δοκιμιογράφος | δο-κι-μι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): συγγραφέας δοκιμίων. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. essayiste] | |
| 13613 | δόκιμος | , η, ο δό-κι-μος επίθ. (λόγ.) 1. (για πρόσ.) που περνά από ένα δοκιμαστικό, προπαρασκευαστικό στάδιο, προτού πάρει μια θέση: ~ος: ερευνητής (βλ. εντεταλμένος)/μοναχός (πβ. υποψήφιος). ~ο: μέλος (: που δεν έχει γίνει ακόμη τακτικό). Πβ. μαθητευόμενος. 2. που θεωρείται αποδεκτός, σωστός, καθώς απαντά ευρύτερα στον γραπτό ή τον προφορικό λόγο: ~ος: όρος/τύπος. ~η: έκφραση/χρήση.|| ~η: μετάφραση. ΑΝΤ. αδόκιμος (1) 3. που έχει αναγνωριστεί η αξία του, καθιερωμένος: ~ος: συγγραφέας. Πβ. αναγνωρισμένος, κλασικός. ΑΝΤ. αδόκιμος (2) ● επίρρ.: δόκιμα: σωστά, εύστοχα. ● ΣΥΜΠΛ.: δόκιμος αξιωματικός & δόκιμος (ακρ. ΔΕΑ): ΣΤΡΑΤ. κληρωτός που, μετά από ειδική εκπαίδευση και υπηρεσία σε μονάδα, ονομάζεται έφεδρος ανθυπολοχαγός έναν μήνα πριν την απόλυσή του. [< 1: μεσν. δόκιμος 2,3: αρχ. ~] | |
| 13615 | δοκός | δο-κός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΑΘΛ. μακρόστενο οριζόντιο ξύλινο όργανο ενόργανης γυμναστικής (γυναικών), πάνω στο οποίο εκτελούνται ασκήσεις· συνεκδ. το αντίστοιχο αγώνισμα: ~ ισορροπίας. Θα αγωνιστεί στο έδαφος, στη ~ό και στο άλμα. Βλ. ίππος. 2. ΟΙΚΟΔ. δοκάρι: κάθετη/οριζόντια ~. ~ στήριξης. Βλ. κοιλο~, σιδηρο~. 3. ΑΘΛ. δοκάρι: Η μπάλα χτύπησε στη συμβολή των ~ών. Πβ. γκολπόστ. [< 1: γαλλ. poutre 2: αρχ. δοκός 3: αγγλ. goal-post] | |
| 13616 | δοκούν | [δοκοῦν] δο-κούν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: κατά το δοκούν (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): όπως φαίνεται σωστό ή αρέσει σε κάποιον, συνήθ. με αυθαίρετο τρόπο: επιβολή προστίμων/ερμηνεία των νόμων ~ ~. Πράττει ~ ~. [< αρχ. δοκοῦν, μτχ. ενεστ. του ρ. δοκῶ ‘έχω τη γνώμη, σκέφτομαι, πιστεύω’] | |
| 13617 | δοκτορά | βλ. ντοκτορά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ