Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [14480-14500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13615δοκόςδο-κός ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΑΘΛ. μακρόστενο οριζόντιο ξύλινο όργανο ενόργανης γυμναστικής (γυναικών), πάνω στο οποίο εκτελούνται ασκήσεις· συνεκδ. το αντίστοιχο αγώνισμα: ~ ισορροπίας. Θα αγωνιστεί στο έδαφος, στη ~ό και στο άλμα. Βλ. ίππος. 2. ΟΙΚΟΔ. δοκάρι: κάθετη/οριζόντια ~. ~ στήριξης. Βλ. κοιλο~, σιδηρο~. 3. ΑΘΛ. δοκάρι: Η μπάλα χτύπησε στη συμβολή των ~ών. Πβ. γκολπόστ. [< 1: γαλλ. poutre 2: αρχ. δοκός 3: αγγλ. goal-post]
13616δοκούν[δοκοῦν] δο-κούν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: κατά το δοκούν (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): όπως φαίνεται σωστό ή αρέσει σε κάποιον, συνήθ. με αυθαίρετο τρόπο: επιβολή προστίμων/ερμηνεία των νόμων ~ ~. Πράττει ~ ~. [< αρχ. δοκοῦν, μτχ. ενεστ. του ρ. δοκῶ ‘έχω τη γνώμη, σκέφτομαι, πιστεύω’]
13617δοκτοράβλ. ντοκτορά
13618δόκτωρδό-κτωρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {δόκτ-ορος} (λόγ.) & δόκτορας (συντομ. Δρ.) 1. (ως τίτλος που προηγείται του ονόματος) διδάκτορας: ~ χημικός μηχανικός. 2. (παρωχ.) γιατρός. [< γαλλ. docteur, γερμ. Doktor]
13619δολάριοδο-λά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {δολαρί-ου} (συντομ. δολ.): ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα (σύμβ. $) των ΗΠΑ, της Αυστραλίας, του Καναδά και άλλων χωρών. Βλ. ευρω~, πετροδολάρια, σεντ. [< αμερικ. dollar]
13620δολερός, ή, ό δο-λε-ρός επίθ. (συχνά λογοτ.): δόλιος: ~ός: άνθρωπος. ~ό: τέχνασμα. Πβ. πανούργος. Βλ. -ερός. ΑΝΤ. άδολος [< αρχ. δολερός]
13621δολιεύομαιδο-λι-εύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ., στο γ' πρόσ.} (επίσ.): χρησιμοποιώ δόλο, υπονομεύω: Ο υποψήφιος που ~εται τις εξετάσεις (: αντιγράφει), αποκλείεται από την περαιτέρω διαδικασία. Πβ. επιβουλεύομαι. [< μτγν. δολιεύομαι]
13622δόλιος, α, ο δό-λι-ος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από δόλο: ~ος: άνθρωπος/σκοπός. ~α: ενέργεια/πρόθεση/συμπεριφορά. ~α: μέσα/συμφέροντα. Πβ. πανούργος, ύπουλος. ΣΥΝ. δολερός ΑΝΤ. άδολος 2. (πρόφ., με συνίζηση: δό-λιος) (λαϊκό) καημένος, κακομοίρης, ταλαίπωρος: Τα ~α τα ορφανά! Τι τραβάω, η ~α! Αχ, η ~α μου καρδιά το ξέρει πόσο υποφέρω! ● επίρρ.: δόλια & (λόγ.) δολίως: ύπουλα. [< 1: αρχ. δόλιος 2: μεσν. ~]
13623δολιότηταδο-λι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δόλιο: Έδρασε προμελετημένα και με ~. Πβ. δόλος, πανουργία. Βλ. -ότητα. [< μτγν. δολιότης]
13624δολιοφθοράδο-λι-ο-φθο-ρά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πρόκληση υλικής φθοράς σε μηχάνημα, εγκαταστάσεις, με στόχο την παρακώλυση της κανονικής λειτουργίας: Η πτώση του αεροσκάφους οφείλεται σε ~. Πβ. σαμποτάζ. [< γαλλ. sabotage]
13625δολιοφθορέαςδο-λι-ο-φθο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που προκαλεί δολιοφθορές. Πβ. σαμποτέρ. Βλ. -έας. [< γαλλ. saboteur]
13626δολιχοδρομίαδο-λι-χο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθυστέρηση, αργοπορία. Βλ. -δρομία.
13627δολιχοδρομώ[δολιχοδρομῶ] δο-λι-χο-δρο-μώ ρ. (αμτβ.) {δολιχοδρομ-είς ... | δολιχοδρόμη-σα} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθυστερώ ανεπίτρεπτα, αργοπορώ: Οι διαπραγματεύσεις ~ούν (= καρκινοβατούν). Αν η κυβέρνηση εξακολουθήσει να ~εί ... (= κωλυσιεργεί). [< πβ. αρχ. δολιχοδρομῶ ‘τρέχω σε αγώνα αντοχής’]
13628δόλιχοςδό-λι-χος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧ. αρχαίο αγώνισμα δρόμου αντοχής. [< αρχ. δόλιχος]
13629δολομίτηςδο-λο-μί-της ουσ. (αρσ.) ΟΡΥΚΤ. 1. ορυκτό, διπλό ανθρακικό άλας του ασβεστίου και του μαγνησίου. 2. ιζηματογενές πέτρωμα που αποτελείται κυρ. από το αντίστοιχο ορυκτό. Βλ. ασβεστόλιθος, -ίτης2. [< 1: γαλλ. dolomite 2: γαλλ. dolomie]
13630δολομιτικός, ή, ό δο-λο-μι-τι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που περιέχει δολομίτη: ~ός: ασβεστόλιθος. ~ά: μάρμαρα. [< γαλλ. dolomitique]
13631δολοπλοκίαδο-λο-πλο-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δόλια σχέδια ή ενέργειες εναντίον αντιπάλου: πολιτικές ~ες. Συνωμοσίες και ~ες. Διαφθορά, σκάνδαλα, ~ες. ΣΥΝ. ίντριγκα, μηχανορραφία, πλεκτάνη, ραδιουργία, σκευωρία [< αρχ. δολοπλοκία]
13632δολοπλόκος, α/ος, ο δο-λο-πλό-κος επίθ./ουσ. (λόγ.): πρόσωπο που κάνει δολοπλοκίες. ΣΥΝ. ιντριγκαδόρος, μηχανορράφος, ραδιούργος, σκευωρός [< αρχ. δολοπλόκος]
13633δολοπλοκώ[δολοπλοκῶ] δο-λο-πλο-κώ ρ. (αμτβ.) {δολοπλοκ-εί, -ώντας | (σπάν.) δολοπλόκ-ησε, -ήσει} (λόγ.): μηχανορραφώ: ~εί για την κατάκτηση της εξουσίας. ΣΥΝ. βυσσοδομώ, ραδιουργώ, σκευωρώ [< μεσν. δολοπλοκώ]
13634δόλοςδό-λος ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) τέχνασμα που χρησιμοποιείται με σκοπό την εξαπάτηση: Οι προθέσεις του ήταν αγνές, χωρίς ~ο. Πβ. απατεωνιά, απάτη, κόλπο, κομπίνα, παγίδα, φενάκη. 2. ΝΟΜ. η επιδίωξη κάποιου να πραγματοποιήσει αξιόποινη πράξη, ενώ γνωρίζει ότι είναι παράνομη: αδίκημα που ενέχει ~ο. Παραπέμπονται σε δίκη για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο ~ο. [< 1: αρχ. δόλος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.