| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13618 | δόκτωρ | δό-κτωρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {δόκτ-ορος} (λόγ.) & δόκτορας (συντομ. Δρ.) 1. (ως τίτλος που προηγείται του ονόματος) διδάκτορας: ~ χημικός μηχανικός. 2. (παρωχ.) γιατρός. [< γαλλ. docteur, γερμ. Doktor] | |
| 13619 | δολάριο | δο-λά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {δολαρί-ου} (συντομ. δολ.): ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα (σύμβ. $) των ΗΠΑ, της Αυστραλίας, του Καναδά και άλλων χωρών. Βλ. ευρω~, πετροδολάρια, σεντ. [< αμερικ. dollar] | |
| 13620 | δολερός | , ή, ό δο-λε-ρός επίθ. (συχνά λογοτ.): δόλιος: ~ός: άνθρωπος. ~ό: τέχνασμα. Πβ. πανούργος. Βλ. -ερός. ΑΝΤ. άδολος [< αρχ. δολερός] | |
| 13621 | δολιεύομαι | δο-λι-εύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ., στο γ' πρόσ.} (επίσ.): χρησιμοποιώ δόλο, υπονομεύω: Ο υποψήφιος που ~εται τις εξετάσεις (: αντιγράφει), αποκλείεται από την περαιτέρω διαδικασία. Πβ. επιβουλεύομαι. [< μτγν. δολιεύομαι] | |
| 13622 | δόλιος | , α, ο δό-λι-ος επίθ. 1. που χαρακτηρίζεται από δόλο: ~ος: άνθρωπος/σκοπός. ~α: ενέργεια/πρόθεση/συμπεριφορά. ~α: μέσα/συμφέροντα. Πβ. πανούργος, ύπουλος. ΣΥΝ. δολερός ΑΝΤ. άδολος 2. (πρόφ., με συνίζηση: δό-λιος) (λαϊκό) καημένος, κακομοίρης, ταλαίπωρος: Τα ~α τα ορφανά! Τι τραβάω, η ~α! Αχ, η ~α μου καρδιά το ξέρει πόσο υποφέρω! ● επίρρ.: δόλια & (λόγ.) δολίως: ύπουλα. [< 1: αρχ. δόλιος 2: μεσν. ~] | |
| 13623 | δολιότητα | δο-λι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δόλιο: Έδρασε προμελετημένα και με ~. Πβ. δόλος, πανουργία. Βλ. -ότητα. [< μτγν. δολιότης] | |
| 13624 | δολιοφθορά | δο-λι-ο-φθο-ρά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πρόκληση υλικής φθοράς σε μηχάνημα, εγκαταστάσεις, με στόχο την παρακώλυση της κανονικής λειτουργίας: Η πτώση του αεροσκάφους οφείλεται σε ~. Πβ. σαμποτάζ. [< γαλλ. sabotage] | |
| 13625 | δολιοφθορέας | δο-λι-ο-φθο-ρέ-ας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πρόσωπο που προκαλεί δολιοφθορές. Πβ. σαμποτέρ. Βλ. -έας. [< γαλλ. saboteur] | |
| 13626 | δολιχοδρομία | δο-λι-χο-δρο-μί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθυστέρηση, αργοπορία. Βλ. -δρομία. | |
| 13627 | δολιχοδρομώ | [δολιχοδρομῶ] δο-λι-χο-δρο-μώ ρ. (αμτβ.) {δολιχοδρομ-είς ... | δολιχοδρόμη-σα} (απαιτ. λεξιλόγ.): καθυστερώ ανεπίτρεπτα, αργοπορώ: Οι διαπραγματεύσεις ~ούν (= καρκινοβατούν). Αν η κυβέρνηση εξακολουθήσει να ~εί ... (= κωλυσιεργεί). [< πβ. αρχ. δολιχοδρομῶ ‘τρέχω σε αγώνα αντοχής’] | |
| 13628 | δόλιχος | δό-λι-χος ουσ. (αρσ.): ΑΡΧ. αρχαίο αγώνισμα δρόμου αντοχής. [< αρχ. δόλιχος] | |
| 13629 | δολομίτης | δο-λο-μί-της ουσ. (αρσ.) ΟΡΥΚΤ. 1. ορυκτό, διπλό ανθρακικό άλας του ασβεστίου και του μαγνησίου. 2. ιζηματογενές πέτρωμα που αποτελείται κυρ. από το αντίστοιχο ορυκτό. Βλ. ασβεστόλιθος, -ίτης2. [< 1: γαλλ. dolomite 2: γαλλ. dolomie] | |
| 13630 | δολομιτικός | , ή, ό δο-λο-μι-τι-κός επίθ.: ΟΡΥΚΤ. που περιέχει δολομίτη: ~ός: ασβεστόλιθος. ~ά: μάρμαρα. [< γαλλ. dolomitique] | |
| 13631 | δολοπλοκία | δο-λο-πλο-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δόλια σχέδια ή ενέργειες εναντίον αντιπάλου: πολιτικές ~ες. Συνωμοσίες και ~ες. Διαφθορά, σκάνδαλα, ~ες. ΣΥΝ. ίντριγκα, μηχανορραφία, πλεκτάνη, ραδιουργία, σκευωρία [< αρχ. δολοπλοκία] | |
| 13632 | δολοπλόκος | , α/ος, ο δο-λο-πλό-κος επίθ./ουσ. (λόγ.): πρόσωπο που κάνει δολοπλοκίες. ΣΥΝ. ιντριγκαδόρος, μηχανορράφος, ραδιούργος, σκευωρός [< αρχ. δολοπλόκος] | |
| 13633 | δολοπλοκώ | [δολοπλοκῶ] δο-λο-πλο-κώ ρ. (αμτβ.) {δολοπλοκ-εί, -ώντας | (σπάν.) δολοπλόκ-ησε, -ήσει} (λόγ.): μηχανορραφώ: ~εί για την κατάκτηση της εξουσίας. ΣΥΝ. βυσσοδομώ, ραδιουργώ, σκευωρώ [< μεσν. δολοπλοκώ] | |
| 13634 | δόλος | δό-λος ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) τέχνασμα που χρησιμοποιείται με σκοπό την εξαπάτηση: Οι προθέσεις του ήταν αγνές, χωρίς ~ο. Πβ. απατεωνιά, απάτη, κόλπο, κομπίνα, παγίδα, φενάκη. 2. ΝΟΜ. η επιδίωξη κάποιου να πραγματοποιήσει αξιόποινη πράξη, ενώ γνωρίζει ότι είναι παράνομη: αδίκημα που ενέχει ~ο. Παραπέμπονται σε δίκη για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο ~ο. [< 1: αρχ. δόλος] | |
| 13635 | δολοφονία | δο-λο-φο-νί-α ουσ. (θηλ.) {δολοφονιών} 1. προσχεδιασμένη αφαίρεση ανθρώπινης ζωής: άγρια/πολιτική ~. Εν ψυχρώ ~. Μαζικές/μυστηριώδεις ~ες. Αυτοκτονία ή ~; Απόπειρα/δράστης ~ας. Κατηγορείται για συμμετοχή στη ~ του ... Η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για τη ~ της ... Πβ. ανθρωποκτονία, φονικό, φόνος. Βλ. έγκλημα. 2. (μτφ.) εξόντωση, καταστροφή: ~ της αισθητικής/του περιβάλλοντος.|| Σταματήστε τη ~ των δελφινιών. [< 1: αρχ. δολοφονία] | |
| 13636 | δολοφονικός | , ή, ό δο-λο-φο-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τον δολοφόνο ή τη δολοφονία: ~ή: δράση/ενέργεια/επίθεση/μανία. ~ό: όπλο/σχέδιο/χέρι/χτύπημα. ~ά: ένστικτα. Πβ. φονικός. 2. που θέτει σε κίνδυνο τη ζωή ανθρώπων ή ευθύνεται για τον θάνατό τους: ~ή: αδιαφορία/αμέλεια. Πβ. εγκληματικός. 3. (μτφ.) που είναι πολύ έντονος ή βίαιος, επιθετικός: ~ή: ματιά (: που πληγώνει ή γοητεύει). ~ό: χαμόγελο.|| (στον αθλητισμό:) ~ό: μαρκάρισμα/τάκλιν (: πολύ επικίνδυνο για τον αντίπαλο). ● επίρρ.: δολοφονικά [< γαλλ. assassin] | |
| 13637 | δολοφόνος | δο-λο-φό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. {(σπάν.-λαϊκό) θηλ. δολοφόνισσα} πρόσωπο που έχει διαπράξει δολοφονία: αιμοσταγής/ειδεχθής/επαγγελματίας ή πληρωμένος/μανιακός/στυγερός ~. Κατά συρροήν/καθ' έξιν ~ (= σίριαλ κίλερ). Πβ. φονιάς, χασάπης. Βλ. εγκληματίας. 2. (μτφ.) οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε προκαλεί θανατηφόρα ή ανεπανόρθωτη βλάβη, καταστροφή: ~οι της δημοκρατίας/της φύσης. Αυτοκίνητο-~ παρέσυρε και σκότωσε περαστικό. [< αρχ. 1: δολοφόνος, γαλλ. assassin, tueur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ