| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13638 | δολοφονώ | [δολοφονῶ] δο-λο-φο-νώ ρ. (μτβ.) {δολοφον-είς ..., -ώντας | δολοφόν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. αφαιρώ τη ζωή κάποιου προμελετημένα και δόλια: ~ήθηκε βιαίως/εν ψυχρώ από αγνώστους. Πβ. σκοτώνω, φονεύω.|| ~ούνται ζώα. Πβ. εξοντώνω. 2. (μτφ.) βλάπτω, φθείρω, καταστρέφω ανεπανόρθωτα κάποιον ή κάτι, από αμέλεια ή σκοπιμότητα: Τα ναρκωτικά ~ούν τους νέους. Τα δάση/οι ιδέες/τα οράματα ~ούνται.|| Χρόνια νοσήματα που ~ούν εκατομμύρια ανθρώπους.|| (προφ.) Το ~ησες το τραγουδάκι (πβ. κατακρεουργώ, σκοτώνω, σφάζω). [< αρχ. δολοφονῶ, γαλλ. assassiner] | |
| 13639 | δόλωμα | δό-λω-μα ουσ. (ουδ.) {δολώμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κομμάτι τροφής σε αγκίστρι ή παγίδα για την προσέλκυση ψαριών ή θηραμάτων και ειδικότ. για την εξόντωση ανεπιθύμητων ζώων ή εντόμων: ζωντανό ~.|| Δηλητηριασμένο/τρωκτικοκτόνο ~. Βλ. φάκα. 2. (μτφ.) πρόσωπο ή τέχνασμα που χρησιμοποιείται για να δελεάσει και να παγιδεύσει κάποιον: Τον χρησιμοποιούσαν ως ~ στις βρομοδουλειές τους. Ρίχνει το ~. Πβ. δέλεαρ. [< αρχ. δόλωμα 'μέσο προς εξαπάτηση, ενέδρα'] | |
| 13640 | δολωματικός | , ή, ό δο-λω-μα-τι-κός επίθ.: που φέρει δόλωμα: ~ός: ψεκασμός (: κυρ. στα ελαιόδεντρα για την αντιμετώπιση του δάκου). ~οί: σταθμοί (: είδος παγίδας, κυρ. τρωκτικών, που περιέχει δόλωμα). | |
| 13641 | δολώνω | δο-λώ-νω ρ. (μτβ.) {δόλω-σα, -σει, (σπάν.) -θηκε, -μένος}: τοποθετώ δόλωμα σε αγκίστρι ή παγίδα: ~ει (το) παραγάδι/(την) πετονιά. [< μεσν. δολώνω] | |
| 13642 | ΔΟΜ | (ο): Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης. | |
| 13643 | δομέστικος | δο-μέ-στι-κος ουσ. (αρσ.) & δομέστιχος 1. ΕΚΚΛΗΣ. εκκλησιαστικό αξίωμα που απονέμεται από το Οικουμενικό Πατριαρχέιο στους επικεφαλής των δύο χορών των ψαλτών. 2. ΙΣΤ. έμπιστος ανώτερων αξιωματούχων στη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση του Βυζαντίου. [< μεσν. δομέστιχος] | |
| 13644 | δομή | δο-μή ουσ. (θηλ.): σύνθετη κατασκευή ή οντότητα και ειδικότ. ο τρόπος με τον οποίο τα διαφορετικά της μέρη, τα συστατικά της στοιχεία, διατάσσονται εσωτερικά και συνδέονται μεταξύ τους, δημιουργώντας οργανωμένο σύνολο: αρχιτεκτονική ~ κτιρίου (βλ. ανω~, οικο~). Αστική ~ περιοχής.|| Κατασκευαστική ~ (οχήματος). ~ υπολογιστή.|| Η εκπαιδευτική/θρησκευτική/οικονομική/πολιτική ~ μιας χώρας. Η (διοικητική/ιεραρχική) ~ των Ενόπλων Δυνάμεων/μιας εταιρείας/του Πανεπιστημίου/ενός Υπουργείου. Γραφειοκρατική ~ δημόσιας υπηρεσίας. Οργανωτική ~ ιδρύματος. Οι ~ές της Πολιτείας (: θεσμοί, κανόνες, νόμοι). Απουσία ~ών αναπτυξιακού σχεδιασμού. Λειτουργία ~ών κοινωνικής πρόνοιας. || Κλειστές ~ές (: ειδικοί χώροι ή εγκαταστάσεις για πρόσφυγες και μετανάστες). Πβ. διάρθρωση, συγκρότηση.|| (ΓΛΩΣΣ.) Η (συντακτική) ~ της γλώσσας. Αφήγηση με απλή/σύνθετη ~. Μελετώ τη ~ ενός άρθρου/κειμένου. ~ ιστοσελίδας. Βλ. μακρο~, μικρο~, υπερ~.|| (ΧΗΜ.) Ατομική/μοριακή ~. Χημική ~ ουσίας.|| (ΒΙΟΛ.) Κυτταρική ~. Η ανατομική ~ ενός οργάνου. Βλ. στερεο~, σωματο~.|| (ΜΑΘ.) Αλγεβρικές ~ές. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθιά δομή & (λόγ.) βαθεία δομή: ΓΛΩΣΣ. (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική) αφηρημένη συντακτική αναπαράσταση πρότασης. [< αγγλ. deep structure, 1964] , επιφανειακή δομή: ΓΛΩΣΣ. (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική) αναπαράσταση συντακτικών στοιχείων, η οποία συνιστά την πραγματική φράση ή πρόταση που εκφωνείται και ακούγεται. [< αγγλ. surface structure, 1964] , γραμματική δομή βλ. γραμματικός, δομή δεδομένων βλ. δεδομένα, κοινωνική δομή βλ. κοινωνικός, πρωτοταγής δομή βλ. πρωτοταγής, τεταρτοταγής δομή βλ. τεταρτοταγής, φραστική δομή βλ. φραστικός [< μτγν. δομή ‘κατασκευή’, γαλλ.-αγγλ. structure] | |
| 13645 | δόμημα | δό-μη-μα ουσ. (ουδ.) (επιστ.): κτίσμα, οικοδόμημα. [< μτγν. δόμημα] | |
| 13646 | δομημένος | , η, ο δο-μη-μέ-νος επίθ. 1. (μτφ.) που τα μέρη του αποτελούν οργανωμένο σύνολο: ~ος: διάλογος. ~ο: κείμενο/πρόγραμμα (σπουδών). Πβ. διαρθρω-, συγκροτη-μένος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: προγραμματισμός.|| ~η: συνέντευξη (: με τυποποιημένο πρωτόκολλο και προκαθορισμένες ερωτήσεις σε συγκεκριμένη σειρά). ~ο: ερωτηματολόγιο. Βλ. ημι~. ΑΝΤ. αδόμητος (2) 2. οικοδομημένος, κτισμένος: ~η: περιοχή. Βλ. αραιο~, πυκνο~. ● ΣΥΜΠΛ.: δομημένο περιβάλλον & τεχνητό περιβάλλον: οτιδήποτε έχει δημιουργήσει και προσθέσει ο άνθρωπος στο φυσικό περιβάλλον, π.χ. κτίρια, δρόμους, τεχνικές εγκαταστάσεις. ΣΥΝ. ανθρωπογενές περιβάλλον ΑΝΤ. φυσικό περιβάλλον [< αγγλ. built environment] , δομημένα ομόλογα βλ. ομόλογα, δομημένη καλωδίωση βλ. καλωδίωση ● βλ. δομώ [< 1: γαλλ. structuré, αγγλ. structured 2: μτγν. δεδομημένος] | |
| 13647 | δόμηση | δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. κατασκευή κτιρίου: άναρχη/αραιή (πβ. αραιοδομημένος)/αυθαίρετη/επιτρεπόμενη/οικολογική/πυκνή (πβ. πυκνοδομημένος) ~. ~ εκτός σχεδίου. Όροι ~ης. Πβ. κτίσιμο, οικο~. Βλ. υπερ~. 2. (μτφ.) διάρθρωση των στοιχείων ενός συνόλου, συγκρότηση σε δομή: ~ αρχείου/κειμένων/προγραμμάτων. (ΨΥΧΟΛ.) ~ της προσωπικότητας. Πβ. οργάνωση. Βλ. ανα~. ΑΝΤ. αποδόμηση (2) ● ΣΥΜΠΛ.: συντελεστής δόμησης: που ρυθμίζει την οικοδομήσιμη οριζόντια επιφάνεια ενός οικοπέδου σε ένα ή περισσότερα επίπεδα σε συνάρτηση με το εμβαδόν του: μεταφορά ~ή ~. Αυξάνεται/μειώνεται ο ~ ~. Υπόλοιπο ~ή ~., οικοδομική γραμμή/γραμμή δόμησης βλ. οικοδομικός [< 1: μτγν. δόμησις 2: γαλλ. structuration, πριν από το 1962] | |
| 13648 | δομήσιμος | , η, ο δο-μή-σι-μος επίθ. (επίσ.) 1. που μπορεί ή επιτρέπεται να δομηθεί: ~η: επιφάνεια. ~ο: εμβαδόν (οικοπέδου). ~α: τετραγωνικά/μέτρα. Πβ. οικο~. 2. που χρησιμοποιείται στη δόμηση: ~α: υλικά (= δομικά). [< γαλλ. constructible] | |
| 13649 | δομικός | , ή, ό δο-μι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κατασκευή ενός τεχνικού-οικοδομικού έργου· κατασκευαστικός: ~ός: λίθος/χάλυβας. ~ή: αντοχή/βιομηχανία/ενίσχυση. ~ές: μηχανές (π.χ. εκσκαφέας, μπουλντόζα, οδοστρωτήρας). ~ά: έργα/υλικά (: κεραμίδια, λαμαρίνες, πλακάκια, πλάκες, τούβλα, τσιμέντο). Πβ. δομήσιμος. Βλ. ισο~.|| ~ή Μηχανική (πβ. Αρχιτεκτονική). 2. που αναφέρεται στη δομή ενός συστήματος, διαρθρωτικός: ~ή: ανάλυση/ενότητα/κρίση (ενός θεσμού)/προσέγγιση.|| ~ή: Βιολογία/Γλωσσολογία (= δομισμός)/Χημεία.|| (ολοκληρωτικός, ριζικός:) ~ή: αναδιάρθρωση. ~ές: αλλαγές. Πβ. εκ βάθρων, συθέμελα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: ακεραιότητα (του σώματος)/ανωμαλία εγκεφάλου (= δυσπλασία, πβ. γενετικός). 3. (μτφ.) βασικός, θεμελιώδης: Η ισότητα είναι ο ~ (= θεμέλιος) λίθος της Δημοκρατίας. Οι ~οί παράγοντες/τα ~ά στοιχεία της οικονομικής ανάπτυξης. ● επίρρ.: δομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: διαρθρωτική/δομική ανεργία βλ. ανεργία, δομικός πληθωρισμός βλ. πληθωρισμός [< γαλλ. structural, structurel, περ. 1960] | |
| 13650 | Δομινικανός, Δομινικανή | Δο-μι-νι-κα-νός επίθ./ουσ. 1. πρόσωπο που γεννήθηκε ή/και κατοικεί στη Δομινικανή Δημοκρατία ή κατάγεται από αυτή. 2. ΘΡΗΣΚ. μοναχός ή μοναχή του ρωμαιοκαθολικού τάγματος του Αγίου Δομίνικου. Βλ. Ιησουίτης. [< 1: αγγλ. Dominican 2: γαλλ. dominicain] | |
| 13651 | δομισμός | δο-μι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. & δομι(στι)κή γλωσσολογία: θεωρία που αντιλαμβάνεται και εξετάζει τη γλώσσα ως σύστημα, δηλ. ως δομή αλληλοεξαρτώμενων στοιχείων-μονάδων σε διάφορα επίπεδα (φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό, σημασιολογικό): αμερικανικός/γαλλικός/ευρωπαϊκός ~. Πβ. στρουκτουραλισμός. Βλ. μετα~. 2. (γενικότ.) θεωρητική τάση που υποστηρίζει τον συστηματικό χαρακτήρα κάθε ανθρώπινης δράσης ή συμπεριφοράς και ασχολείται με τη μελέτη του δικτύου σχέσεων (δηλ. των δομών) από τις οποίες αυτή αποτελείται: κοινωνικός ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. structuralisme, περ. 1945] | |
| 13652 | δομιστής | δο-μι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του δομισμού. Βλ. μετα~. ΣΥΝ. στρουκτουραλιστής [< γαλλ. structuraliste, 1951] | |
| 13653 | δομιστικός | , ή, ό δο-μι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον δομισμό: ~ή: ανάλυση/γλωσσολογία (= δομισμός)/θεωρία/προσέγγιση. Βλ. μετα~, -ιστικός1. ΣΥΝ. στρουκτουραλιστικός ● επίρρ.: δομιστικά [< γαλλ. structuraliste, 1951] | |
| 13654 | δομοποίηση | δο-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη δράση λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα πλαίσιο προϋπάρχουσας κοινωνικής δομής που κυβερνάται από ένα σύστημα κανόνων-νόμων: ~ των ταξικών σχέσεων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. structuration, 1927] | |
| 13655 | δόμος | δό-μος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΔ. οριζόντια στρώση από πέτρες ή πλίνθους: σειρές ~ων. Βλ. πρόδομος. 2. ΓΕΩΛ. πτύχωση γεωλογικού στρώματος σε σχήμα ανεστραμμένου U: ηφαιστειακοί ~οι. [< 1: αρχ. δόμος 2: γαλλ. dôme] | |
| 13657 | δομοστοιχείο | [δομοστοιχεῖο] δο-μο-στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (επιστ.): δομικό στοιχείο συνόλου, κυρ. συστήματος ή προγράμματος: (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) ηλιακά ~α (: σε φωτοβολταϊκά).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~α λογισμικού. Βλ. ενότητα. [< αγγλ.-γαλλ. module] | |
| 13658 | δομώ | [δομῶ] δο-μώ ρ. (μτβ.) {δομ-είς ... | δόμ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} 1. (μτφ.) διαρθρώνω τα στοιχεία συνόλου, τα συγκροτώ σε δομή: Το βιβλίο ~είται σε τέσσερις ενότητες. Το δίκτυο ~ήθηκε τεχνικά σε τρία επίπεδα. Η προσωπικότητα πρέπει να ~ηθεί σφαιρικά. Βλ. ανα~. ΑΝΤ. αποδομώ (1) 2. (σπάν.-λόγ.) κατασκευάζω κτίριο, οικοδομώ. Πβ. κτίζω. ● βλ. δομημένος [< 1: γαλλ. structurer 2: μτγν. δομῶ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ