| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13659 | δον Ζουάν | δον Ζου-άν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (μετωνυμ.-συνήθ. ειρων.): χαρακτηρισμός γοητευτικού άντρα που σαγηνεύει και κατακτά τις γυναίκες. Βλ. γκομενιάρης, γυναικάς, ερωτύλος, κορτάκιας, κυνηγός. ΣΥΝ. γόης (1), γυναικοκατακτητής, καζανόβας, καρδιοκατακτητής [< γαλλ. don Juan, χαρακτήρας του ισπανικού θεάτρου] | |
| 13660 | δον Κιχότης | δον Κι-χό-της ουσ. (αρσ.) & δον Κιχώτης {-ες (σπάν.) -ώτηδες} (μετωνυμ.-συνήθ. ειρων.): χαρακτηρισμός προσώπου που επιδιώκει την εκπλήρωση ανέφικτων, ουτοπικών στόχων: ~ της πολιτικής. Γραφικοί/ρομαντικοί ~ες. ~ που κυνηγάει χίμαιρες. Πβ. ιδεαλιστής, ονειροπαρμένος. [< γαλλ. don Quichotte, κεντρικός ήρωας στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μ. Θερβάντες] | |
| 13664 | δον Κιχότης | βλ. δον | |
| 13661 | δόνηση | δό-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. παλμική, απότομη και επαναλαμβανόμενη κίνηση: ~ήσεις της μηχανής. Πβ. κραδασμός, ταρακούνημα, τράνταγμα. Βλ. αντι~.|| (ΤΗΛΕΠ., ενσωματωμένη παλμική ειδοποίηση σε κινητά για κλήσεις ή μηνύματα:) Λειτουργία ~ης. 2. ΦΥΣ. ταλάντωση υψηλής συχνότητας και μικρού πλάτους: ηλεκτρομαγνητικές/ηχητικές/κατακόρυφες/οριζόντιες ~ήσεις. Οι ~ήσεις των φωνητικών χορδών (: για την παραγωγή φωνής, πβ. παλμός). Βλ. μικροδονήσεις. 3. (μτφ.) μεγάλη αναστάτωση: ψυχική ~. Τα αποτελέσματα της κάλπης προκαλούν πολιτικές ~ήσεις. Πβ. αναταραχή, κλονισμός, σάλος. ● ΣΥΜΠΛ.: πλατφόρμα δόνησης: ΓΥΜΝ. όργανο παθητικής γυμναστικής που αποτελείται από πλάκα που πάλλεται, προκαλώντας μυϊκές συσπάσεις στον αθλούμενο, για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ασκήσεων. [< αγγλ. power ή vibration plate] , σεισμική δόνηση: ΓΕΩΦ. σεισμός: ασθενής/ισχυρή ~ ~ (με επίκεντρο ...). [< γαλλ. secousse sismique] [< μεσν. δόνησις, γαλλ. vibration] | |
| 13662 | δονητής | δο-νη-τής ουσ. (αρσ.) ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή 1. που μετατρέπει το συνεχές ρεύμα σε εναλλασσόμενο, προκαλώντας δονήσεις. Βλ. πολυ~. 2. συμπιεσμένου αέρα ή ηλεκτρικού ρεύματος που χρησιμοποιείται για τη συμπύκνωση του σκυροδέματος: ~ μπετόν. 3. που λειτουργεί με ηλεκτρισμό ή μπαταρίες και χρησιμοποιείται ως σεξουαλικό βοήθημα. [< 1,2: γαλλ. vibrateur 3: αγγλ. vibrator, 1953] | |
| 13663 | δονητικός | , ή, ό δο-νη-τι-κός επίθ.: (για μηχάνημα) που παράγει, μεταδίδει δονήσεις: ~ός: οδοστρωτήρας. ~ή: πλάκα.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: συμπύκνωση (: που γίνεται με δόνηση). [< γαλλ. vibrant] | |
| 13665 | δονκιχοτικός | , ή, ό δον-κι-χο-τι-κός επίθ. & δονκιχωτικός (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που αρμόζει στον δον Κιχότη, ιδεαλιστικός: ~ός: αγώνας. ~ή: αναζήτηση. ~ό: εγχείρημα. Πβ. ουτοπικός. | |
| 13666 | δονκιχοτισμός | δον-κι-χο-τι-σμός ουσ. (αρσ.) & δονκιχωτισμός (συχνά αρνητ. συνυποδ.): συμπεριφορά που ταιριάζει στον δον Κιχότη, ιδεαλισμός: Δεν είναι ~ να ζητάμε ένα βιώσιμο αστικό περιβάλλον. Πβ. ουτοπ-, ρομαντ-ισμός, φαντασιοπληξία. [< γαλλ. donquichottisme] | |
| 58732 | δοντάς, δοντού | δο-ντάς ουσ. (αρσ. + θηλ.) (οικ.-επιτατ.): αυτός που έχει μεγάλα δόντια. | |
| 13667 | δόντι | δό-ντι ουσ. (ουδ.) {δοντ-ιού | -ιών} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. καθένα από τα οστεοειδή όργανα, εμφυτευμένα στις φατνίες των γνάθων, τα οποία προορίζονται για τη μάσηση της τροφής και την άρθρωση των φθόγγων: κούφιο/σάπιο/στραβό/χαλασμένο/χρυσό ~. Η ρίζα, ο αυχένας και η μύλη του ~ιού (: τα τρία μέρη του). Ο πολφός του ~ιού (: οδοντική θηλή). Εξαγωγή/θήκη/στεφάνη/σφράγισμα ~ιού. Αραιά/ίσια/καλοσχηματισμένα/κοφτερά/τεχνητά ~ια. Αστραφτερά/λαμπερά ~ια (βλ. χαμόγελο). Τα τριανταδύο μόνιμα ~ια του ανθρώπου (: τέσσερις κοπτήρες, δύο κυνόδοντες, τέσσερις προγόμφιοι, έξι γομφίοι σε κάθε γνάθο). Η αδαμαντίνη/οδοντίνη/οστεΐνη των ~ιών. Τα ούλα των ~ιών. Νόσοι/φλεγμονές των ~ιών (: τερηδόνα, ουλίτιδα). Ανατολή/κιτρίνισμα των ~ιών. Υγιεινή/φροντίδα των ~ιών (: βούρτσισμα, καθαρισμός, λεύκανση, φθορίωση). Καθημερινή περιποίηση των ~ιών (με οδοντόκρεμα, οδοντικό νήμα, αντισηπτικό στόματος). Ασβέστιο για γερά ~ια. Πονάει το ~ μου (: έχω πονόδοντο). Του τρόχισε το ~ (: ο οδοντίατρος). Του λείπει ένα ~ (βλ. φαφούτης). Πλένω τα ~ια μου. Κόβω (κάτι) με τα ~ια (βλ. δαγκώνω, μασώ).|| (για παιδί:) Του κουνιέται το ~. Άλλαξε ~ια. Βλ. οδοντοστοιχία, τραπεζίτης, φρονιμίτης.|| (για ζώο) ~ια λύκου/σκύλου. Σαρκοφάγο ψάρι με ισχυρά ~ια. ΣΥΝ. οδούς 2. (κατ' επέκτ.) αιχμηρή προεξοχή αντικειμένου και γενικότ. καθετί που μοιάζει με δόντι: τα ~ια του τροχού/της τσατσάρας. Βλ. τόρμος. ● Υποκ.: δοντάκι (το) (οικ.): Το μωρό έβγαλε τα πρώτα του ~ια.|| Μαχαίρι/πριόνι με ~ια (= οδοντωτό). ● Μεγεθ.: δοντάρα (η), δοντάρες (οι) ● ΣΥΜΠΛ.: νεογιλά δόντια βλ. νεογιλός ● ΦΡ.: δείχνει τα δόντια/τα νύχια (του) (μτφ.): επιδεικνύει τη δύναμή του: ~ ~ απειλητικά. Η Επιτροπή έδειξε ~ της, επιβάλλοντας υψηλό πρόστιμο., δεν είναι για τα δόντια του (μτφ.-προφ.): για τις δυνατότητές του, για τις δυνάμεις του., έβγαλε το χρυσό δοντάκι (μτφ.-προφ.): (για μικρό συνήθ. παιδί) μετέλαβε, κοινώνησε., έχει (γερό/μεγάλο) δόντι (μτφ.-προφ.): έχει μέσον, γνωριμίες. Πβ. βύσμα, έχει άκρες, έχει (γερές) πλάτες., μέσα από τα δόντια (του) (μτφ.-προφ.): χωρίς να ακούγεται καθαρά τι λέει: Μουρμούρισε/ψέλλισε/ψιθύρισε κάτι ~ ~ (συνήθ. θυμωμένος)., μιλάω/τα λέω έξω από τα δόντια: με παρρησία, με απόλυτη ειλικρίνεια, χωρίς φόβο και περιστροφές: Είναι αποφασισμένος να τα πει/να μιλήσει ~ ~, ακόμα κι αν στενοχωρήσει μερικούς. Πβ. απερίφραστα, ορθά-κοφτά, σταράτα., πονάει δόντι, βγάζει μάτι (παροιμ.): σε περιπτώσεις που ο τρόπος αντιμετώπισης μιας προβληματικής κατάστασης είναι εντελώς ακατάλληλος: Προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματα με τη μέθοδο του ~ ~., πονάει το δοντάκι του (μτφ.-προφ.): είναι ερωτευμένος., ακονίζω τα δόντια μου βλ. ακονίζω, γλίτωσα/σώθηκα/μ' έσωσε απ' του χάρου τα δόντια βλ. χάρος, ήλιος με δόντια βλ. ήλιος, με νύχια και με δόντια βλ. νύχι, οπλισμένος/αρματωμένος σαν αστακός βλ. αστακός, πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι & πονάει δόντι, βγάζει δόντι βλ. κεφάλι, σου χαρίζουν γάιδαρο και τον κοιτάς στα δόντια βλ. χαρίζω, σφίγγω το στόμα/τα δόντια/τα χείλη βλ. σφίγγω, τρίζω τα δόντια (σε κάποιον) βλ. τρίζω [< μεσν. δόντι(ο)ν < μτγν. ὀδόντιον < αρχ. ὀδούς] | |
| 13668 | δοντιά | δο-ντιά ουσ. (θηλ.) (οικ.): το αποτύπωμα του δαγκώματος, δαγκωματιά. Πβ. δήγμα. | |
| 13669 | δονώ | [δονῶ] δο-νώ ρ. (μτβ.) {δον-εί ... | δόν-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ώντας, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. προκαλώ δονήσεις, σείω: Η καμπάνα/το κινητό ~είται. Η Γη συνεχίζει να ~είται από τον ισχυρό σεισμό. Το βουνό ~ήθηκε από τις εκρήξεις. Πβ. κλυδωνίζω, κουνώ, τραντάζω.|| Όταν μιλάμε, οι φωνητικές χορδές ~ούνται (= πάλλονται). 2. (μτφ.) αναστατώνω, συγκινώ: Τα ηρωικά του κατορθώματα ~ούσαν τις ψυχές του πλήθους. Πβ. συγκλονίζω. [< αρχ. δονῶ] | |
| 13670 | δόξα | δό-ξα ουσ. (θηλ.) 1. πολύ μεγάλη και διαχρονική φήμη που κερδίζει κάποιος για αξιοθαύμαστο ή ηρωικό κατόρθωμα: αιώνια/υπέρτατη ~. ~ και καταξίωση. Το τίμημα της ~ας. Η ~ του έθνους. Στο απόγειο της ~ας του. Ο δρόμος/η πορεία προς τη ~. Το κυνήγι της ~ας. Πάθος για τη ~ (πβ. φιλοδοξία). Απέκτησε εφήμερη ~. Έγραψαν λαμπρές σελίδες ~ας. Τιμή και ~/~ και τιμή στους ήρωες! Ζηλεύω τη ~ κάποιου (: θέλω να τον μιμηθώ). Πβ. αίγλη, ακτινοβολία, λαμπρότητα, λάμψη, μεγαλείο. 2. (μτφ.) σταρ, βεντέτα, φίρμα: παλιά ~/μία από τις ~ες του κινηματογράφου. Πβ. αστέρας. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (στην Αγιογραφία) φωτεινός, κυκλικός ή ελλειψοειδής δίσκος που περιβάλλει τη μορφή του Χριστού ή σπανιότ. της Θεοτόκου και των Αγίων σε ορισμένες παραστάσεις. Πβ. άλως. ● δόξες (οι): κατάσταση πολύ μεγάλης διάκρισης, επιτυχίας, ακμής: Επαναπαύονται στις ~ του παρελθόντος. Τέτοιες ~ έχουμε να δούμε/να ζήσουμε από ... Βρίσκεται/είναι στις ~ του/στις μεγάλες του ~.|| {στον εν.} Ημέρες/στιγμές ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: ο Βασιλεύς της Δόξης/των Αιώνων βλ. βασιλιάς ● ΦΡ.: η δόξα του Θεού: ΘΕΟΛ. η αγιότητα, η παντοδυναμία Του., και ξανά προς τη δόξα τραβά (ειρων.): για κατάσταση που συνεχίζεται με μεγαλύτερη συνήθ. ένταση ύστερα από ύφεση: ~ ~ το χρηματιστήριο μετά την πτώση τιμών., προς δόξα(ν): (λόγ.-ειρων.) προς όφελος: αυξήσεις τιμών ~ ~ των επιτηδείων., στο δόξα πατρί (προφ.): ανάμεσα στα φρύδια και τη μύτη και γενικότ. στο μέτωπο: πέτρα/σφαίρα ~ ~. Τον βρήκε/πέτυχε/χτύπησε ~ ~. Την έφαγε ~ ~., δόξα τω Θεώ/δόξα σοι ο Θεός/δόξα να 'χει ο Θεός/ο Κύριος βλ. θεός, ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν βλ. ιδού, τέλος και τω Θεώ δόξα βλ. τέλος, τον πλούτο(ν) πολλοί εμίσησαν, τη(ν) δόξα(ν) ουδείς βλ. μισώ [< 1,2: αρχ. δόξα, αρχική σημ. ‘γνώμη, πεποίθηση’ (βλ. γαλλ. doxa, περ. 1970) 3: μτγν. ~] | |
| 13671 | δοξάζω | δο-ξά-ζω ρ. (μτβ.) {δόξα-σα, -σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, δοξάζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. εξυμνώ, δοξολογώ: ~ει τον Θεό που επέζησε. Πβ. ευγνωμονώ, ευχαριστώ.|| Το ντοκιμαντέρ ~ει την ομορφιά της ζωής. Πβ. αποθεώνω, εγκωμιάζω, εκθειάζω. 2. τιμώ με τις πράξεις μου κάποιον ή κάτι σε υπέρτατο βαθμό: Ένας μεγάλος καλλιτέχνης που ~σε την πατρίδα του. Πήρε βραβεία, τιμήθηκε, ~στηκε. ● βλ. δοξασμένος [< αρχ. δοξάζω] | |
| 50977 | δοξαρι | τό-ξο ουσ. (ουδ.) 1. όπλο από ευλύγιστο στέλεχος, τα άκρα του οποίου συνδέονται με μία χορδή, κατάλληλο για τη ρίψη βέλους: εύκαμπτο/τεντωμένο ~. ~ για κυνήγι. Το βεληνεκές του ~ου. Βλ. φαρέτρα.|| (συνεκδ., το άθλημα της τοξοβολίας) Ολυμπιακό/σύνθετο ~. 2. ΑΡΧΙΤ. θολωτή κατασκευή που γεφυρώνει ένα άνοιγμα, σχηματίζοντας μία ή περισσότερες καμπύλες: ημικυκλικό/τυφλό ~. ~ γέφυρας/οροφής. Γοτθικά/πλαϊνά/πλίνθινα ~α. Τα ~α των λοβών/του τρούλου. Ενίσχυση των μεγάλων ~ων του ναού. Πβ. αψίδα, καμάρα. 3. ΓΕΩΜ. τμήμα καμπύλης που ορίζεται από δύο σημεία της: σταθερό ~. ~ έλλειψης/εφαπτομένης/(συν)ημιτόνου/κύκλου (: τμήμα της περιφέρειας κύκλου που ορίζεται από δύο σημεία του). 4. οτιδήποτε έχει το σχήμα τόξου: το ~ των φρυδιών. Η μπάλα διέγραψε ένα ~ στον αέρα.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Βρεγματικό/ινιακό/φατνιακό/φλεβικό ~. Έλασσον/μείζον ~ του στομάχου. 5. ΓΕΩΛ. γεωλογικός τοξοειδής σχηματισμός μεγάλης κλίμακας, ο οποίος οφείλεται στην κίνηση των τεκτονικών πλακών και παρουσιάζει έντονη ηφαιστειακή και σεισμική δραστηριότητα: αιγαιακό/ελληνικό ~. Ηφαιστειακό ~ (: μακριά αλυσίδα ηφαιστείων στο σημείο σύγκλισης των πλακών). 6. (μτφ.) γεωγραφικά εντοπισμένη κοινωνική, πολιτική, θρησκευτική κίνηση ή τάση· σύνολο περιοχών σε συγκεκριμένο χώρο με κοινά χαρακτηριστικά, συμφέροντα: Διευρύνεται συνεχώς το ~ του τρόμου. Ορθόδοξο/μουσουλμανικό ~.|| Ατλαντικό (: στη θαλάσσια περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατ' αντιδιαστολή προς τον κεντρικό της άξονα)/βορειοελλαδικό/δυτικό ~.|| Κόμματα του δημοκρατικού/συνταγματικού ~ου. 7. ΜΟΥΣ. δοξάρι: έγχορδα με ~. ● Υποκ.: τοξάκι (το): στη σημ. 4. ● ΣΥΜΠΛ.: βολταϊκό/ηλεκτρικό τόξο: ΗΛΕΚΤΡ. φωτεινή ηλεκτρική εκκένωση που δημιουργείται μεταξύ δύο ηλεκτροδίων από άνθρακα και χρησιμοποιείται ως πηγή φωτισμού, θερμότητας ή για συγκόλληση μετάλλων. [< γαλλ. arc voltaïque] , νησιωτικό τόξο: ΓΕΩΛ. κυρτή αλυσίδα νησιών που χαρακτηρίζεται ως περιοχή ισχυρής σεισμικής δραστηριότητας. [< αγγλ. island arc, 1906] , ανακουφιστικό τόξο/τρίγωνο βλ. ανακουφιστικός, αορτικό τόξο βλ. αορτικός, δείκτης πορείας βλ. πορεία, ζυγωματικό τόξο βλ. ζυγωματικός, ουράνιο τόξο βλ. ουράνιος [< 1,2: αρχ. τόξον, γαλλ. arc 7: ιταλ. arco, γαλλ. archet] | |
| 13672 | δοξάρι | δο-ξά-ρι ουσ. (ουδ.) {δοξαρ-ιού} 1. ΜΟΥΣ. λεπτή, στενόμακρη βέργα με τεντωμένες τρίχες ουράς αλόγου ή τεχνητές, η οποία, με την τριβή, προκαλεί την παλμική κίνηση των χορδών ορισμένων μουσικών οργάνων, όπως το βιολί, το κοντραμπάσο, η λύρα: έγχορδα με ~. Βλ. νυκτός, πένα. 2. (σπάν.-λογοτ.) τόξο. [< μεσν. δοξάρι(ον)] | |
| 13673 | δοξαριά | δο-ξα-ριά ουσ. (θηλ.) 1. σύρσιμο του δοξαριού στις χορδές μουσικού οργάνου και ο ήχος που παράγεται: απαλές/μελωδικές ~ιές. 2. (σπάν.-λογοτ.) χτύπημα με βέλος, σαϊτιά. [< μεσν. δοξαριά] | |
| 13674 | δοξασία | δο-ξα-σί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: γνώμη ή αντίληψη που δεν βασίζεται σε (λογικές ή επιστημονικές) αποδείξεις: αρχέγονες/θρησκευτικές/λαϊκές ~ες. Έθιμα/θρύλοι/παραδόσεις και ~ες. Πβ. πεποίθηση, πίστη. [< μτγν. δοξασία] | |
| 13675 | δοξασμένος | , η, ο δο-ξα-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει δοξαστεί: ~οι: ήρωες/πρωταθλητές. Εγκατέλειψε τη σκηνή ~ και λατρεμένος/τιμημένος από το κοινό του.|| ~η: ιστορία/πόλη/σημαία. ~α: χώματα.|| ~ες: εποχές/ημέρες. Πβ. ένδοξος. ΑΝΤ. άδοξος 2. (για τον Θεό) ευλογημένος: ~ο το όνομα του Κυρίου! ● βλ. δοξάζω [< 1: αρχ. δεδοξασμένος 2: μτγν.] | |
| 13676 | δοξασμός | δο-ξα-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) δόξασμα (το) (κυρ. ΕΚΚΛΗΣ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του δοξάζω: ~ των Αγίων.|| ~ της ζωής. [< μτγν. δοξασμός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ