Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14540-14560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13677δοξαστικός, ή, ό δο-ξα-στι-κός επίθ.: που δοξάζει ή δοξολογεί: ~ός: ύμνος. ~ή: δέηση/λειτουργία. Πβ. εγκωμιαστ-, υμνητ-ικός. ● Ουσ.: δοξαστικό (το): ΕΚΚΛΗΣ. τροπάριο που ψάλλεται μετά τους αίνους και πριν από τη δοξολογία και αρχίζει με τον στίχο "Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ": ~ του Εσπερινού. ● ΣΥΜΠΛ.: δοξαστικά ρήματα: ΓΡΑΜΜ. που δηλώνουν άποψη, γνώμη, όπως τα "νομίζω, πιστεύω, φαίνομαι". Βλ. λεκτικά ρήματα. [< μτγν. δοξαστικός]
13678δοξολογίαδο-ξο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) ΕΚΚΛΗΣ. 1. δέηση ή τελετή που περιλαμβάνει δοξαστικούς ύμνους και γίνεται σε επίσημες περιστάσεις: ~ για την εθνική επέτειο/την εορτή του πολιούχου Αγίου μιας πόλης. Ανήμερα της γιορτής ψάλλεται ~. Στον Μητροπολιτικό Ναό τελέστηκε επίσημη/πανηγυρική ~, χοροστατούντος του ... 2. δοξαστική προσευχή προς τον Θεό ή την Αγία Τριάδα: μεγάλη/μικρή ~. Βλ. -λογία. [< μτγν. δοξολογία]
13679δοξολογικός, ή, ό δο-ξο-λο-γι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που έχει σχέση με τη δοξολογία: ~ός: ύμνος. ~ά: εγκώμια. [< μτγν. δοξολογικός]
13680δοξολογώ[δοξολογῶ] δο-ξο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {δοξολογ-είς ..., -ώντας | δοξολόγ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. δοξάζω, υμνώ, ευχαριστώ τον Θεό. Πβ. υμνολογώ. Βλ. -λογώ. 2. (κατ' επέκτ.) εγκωμιάζω, εξυμνώ κάποιον ή κάτι: ~ούν τις χαρές της ζωής. Πβ. αποθεώνω, εκθειάζω. [< μτγν. δοξολογῶ]
13681δοξομανής, ής, ές δο-ξο-μα-νής επίθ./ουσ. (λόγ.): που προσπαθεί με υπέρμετρο ζήλο, με κάθε τρόπο να αποκτήσει δόξα: αλαζόνες/υπερφίαλοι και ~είς. Πβ. μεγαλομανής, φιλόδοξος. Βλ. μετριόφρων, -μανής. [< μτγν. δοξομανής]
13682δοξομανίαδο-ξο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μανιώδης προσπάθεια για απόκτηση δόξας. Πβ. μεγαλομανία, φιλοδοξία. Βλ. μετριοφροσύνη, σεμνότητα, -μανία. [< μτγν. δοξομανία]
13683ΔΟΠΑ(ο/η): Διεθνής Οργανισμός/Οργάνωση Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO).
13684δοράδο-ρά ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): δέρμα ζώου που έχει γδαρθεί: η ~ του θηράματος. Πβ. πετσί, προβιά, τομάρι. [< αρχ. δορά]
13685δόρυδό-ρυ ουσ. (ουδ.) {δόρ-ατος | -ατα}: ΙΣΤ. όπλο, κυρ. της αρχαιότητας, που αποτελείται από ξύλινο κοντάρι με μεταλλικό αιχμηρό άκρο: μακεδονικό ~ (= σάρισα). Ασπίδα και ~. Πβ. ακόντιο. ● ΣΥΜΠΛ.: αιχμή του δόρατος βλ. αιχμή [< αρχ. δόρυ]
13686δορυφορικός, ή, ό δο-ρυ-φο-ρι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τους δορυφόρους ή γίνεται μέσω αυτών: ~ός: αναμεταδότης/δέκτης/εξοπλισμός/πομπός/σταθμός/χάρτης. ~ή: εικόνα/εκπομπή/επικοινωνία/ζεύξη/κάλυψη/κεραία/λήψη/μετάδοση/σύνδεση/τηλεόραση/φωτογραφία. ~ό: ίντερνετ/(τηλεοπτικό) πρόγραμμα/ραδιόφωνο/ραντάρ/σήμα/τηλέφωνο. ~ά: κανάλια. 2. βοηθητικός, συμπληρωματικός: ~ός: αεροσταθμός. ● επίρρ.: δορυφορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: μέσω δορυφόρου. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορικές τηλεπικοινωνίες βλ. τηλεπικοινωνία, δορυφορική πλοήγηση βλ. πλοήγηση, δορυφορικό πιάτο βλ. πιάτο [< αρχ. δορυφορικός 'που σχετίζεται με αυτόν που φέρει δόρυ', αγγλ. satellite, γαλλ. satellitaire, 1975, αγγλ. satellite television, 1961]
13687δορυφόροςδο-ρυ-φό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΣΤΡΟΝΑΥΤ. μη επανδρωμένο διαστημικό όχημα, εξοπλισμένο με ειδικά όργανα, το οποίο τίθεται σε τροχιά γύρω από τη Γη ή από άλλο ουράνιο σώμα με σκοπό την πραγματοποίηση επιστημονικών παρατηρήσεων και μετρήσεων, την εξυπηρέτηση των τηλεπικοινωνιών, την κατασκόπευση στρατηγικών στόχων: γεωστατικός (: σε γεωστατική τροχιά)/δοκιμαστικός/ερευνητικός/μετεωρολογικός/περιβαλλοντικός/στρατιωτικός/τεχνητός/τηλεοπτικός ~. ~ εξερεύνησης. Εκτόξευση ~ου. Αποστολή ~ου στη Σελήνη. (Ανα)μετάδοση προγράμματος/σύνδεση μέσω ~ου. Εικόνες/φωτογραφίες από ~ο. ~οι πλοήγησης (βλ. τζι πι ες). ~οι και διαστημόπλοια/ιπτάμενα ραντάρ. Βλ. ΝΑΣΑ. 2. ΑΣΤΡΟΝ. ουράνιο σώμα που διαγράφει τροχιά γύρω από πλανήτη: φυσικός ~. Ο ~ της Γης (: η Σελήνη). Οι ~οι του Άρη/του Δία/του Κρόνου. 3. (μτφ.) για κάποιον που εξαρτάται (π.χ. οικονομικά ή/και πολιτικά) από άλλον ισχυρότερο, με αποτέλεσμα να υποτάσσεται συνήθ. στις επιλογές του και να τις υποστηρίζει ή να τις ακολουθεί πιστά: οι ~οι των ισχυρών. Πβ. μαριονέτα, πιόνι, υπηρέτης, υποχείριο, φερέφωνο. Βλ. -φόρος. 4. ΜΗΧΑΝΟΛ. μικρός οδοντωτός τροχός κωνικού σχήματος. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφόρος της πατάτας: ΖΩΟΛ. κολεόπτερο (επιστ. ονομασ. Leptinotarsa decemlineata) που κατατρώει, κυρ. ως προνύμφη, το φύλλωμα και τον βλαστό της πατάτας: βιολογική καταπολέμηση του ~ου ~., κράτος/πόλη δορυφόρος: με σχέση στενής πολιτικής ή/και οικονομικής εξάρτησης από άλλο/η. [< αγγλ. satellite state, 1916, satellite town, 1925] [< αρχ. δορυφόρος 'οπλισμένος με δόρυ', αγγλ.-γαλλ. satellite, 1: γαλλ. ~, περ. 1950]
13688δοσατζήςδο-σα-τζής ουσ. (αρσ.) & δοσάς (λαϊκό): έμπορος ή αρμόδιος υπάλληλος που εισπράττει σε δόσεις τα χρήματα από την πώληση των εμπορευμάτων του.
13689δόσηδό-ση ουσ. (θηλ.) 1. καθορισμένη ποσότητα φαρμακευτικής ουσίας η οποία χορηγείται σε κάποιον ανά τακτά χρονικά διαστήματα: (σε συνταγή γιατρού:) μέγιστη (προτεινόμενη/συνιστώμενη) ~ ... Χορήγηση ~ης. Παίρνει ισχυρή/υπερβολική/υψηλή ~ ινσουλίνης/κορτιζόνης/φαρμάκων. Του αύξησαν/μείωσαν τη ~. Πότε πρέπει να γίνει η αναμνηστική/επόμενη ~ του εμβολίου; 2. (γενικότ.) ποσότητα ουσίας την οποία λαμβάνει ή στην οποία εκτίθεται κάποιος ή κάτι: Ήπιε/πήρε γερή ~ αλκοόλ. Δέχτηκε μεγάλη ~ ακτινοβολίας.|| (για ναρκωτικά:) Ενδοφλέβια/θανατηφόρα ~. Πέθανε από ισχυρή ~ (ηρωίνης).|| (αργκό) Έχει πάρει τη ~ του (= συμπεριφέρεται αλλόκοτα). 3. (γενικότ.) μικρή ποσότητα: μια-δυο ~εις αλάτι/αλεύρι. Πβ. πρέζα. Βλ. μονο~.|| (μτφ.) Διακρίνω μια ~ ειρωνείας/κακίας/υπερβολής στα λόγια του (πβ. ίχνος, σταγόνα, στάλα, υποψία). Με λίγη/μεγάλη ~ τρέλας.|| (ειρων.) Κατέφθασε η πρώτη ~ τουριστών (= φουρνιά).δόσεις (οι): ΟΙΚΟΝ. μορφή πώλησης με πίστωση κατά την οποία ο αγοραστής συμφωνεί να καταβάλει τμηματικά, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, το τίμημα του αντικειμένου συναλλαγής μέχρι την τελική εξόφλησή του: αγορές με άτοκες/μηνιαίες ~. (Χρεολυτικές) ~ δανείου. ΑΝΤ. αντικαταβολή, εφάπαξ, τοις μετρητοίς. Βλ. βερεσέ. ● Υποκ.: δοσούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: απορροφούμενη/απορροφώμενη δόση: ΦΥΣ. ΠΥΡ. η ποσότητα ενέργειας από ιονίζουσα ακτινοβολία που απορροφάται ανά μονάδα μάζας υλικού (μετριέται σε ραντ). [< αγγλ. absorbed dose, 1963] , ισοδύναμη δόση: ΦΥΣ. ΠΥΡ. μέγεθος το οποίο εκφράζει τη βλάβη που μπορεί να προκαλέσει σε ιστό η απορροφώμενη δόση συγκεκριμένης ακτινοβολίας. Βλ. ρεμ. [< αγγλ. equivalent dose, 1963] , δόση/ίχνος αλήθειας βλ. αλήθεια [< αρχ.-μτγν. δόσις, γαλλ. dose]
13691δοσιμετρίαδο-σι-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) & δοσιμέτρηση: ΦΥΣ. ΠΥΡ.-ΙΑΤΡ. μέτρηση της δόσης ιονίζουσας ακτινοβολίας που έχει δεχθεί ένας οργανισμός και η αντίστοιχη επιστήμη: ~ ασθενών/προσωπικού.|| Ηλεκτρομαγνητική (για κινητά τηλέφωνα)/υπολογιστική ~. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. dosimétrie, αγγλ. dosimetry, 1906]
13692δοσιμετρικός, ή, ό δο-σι-με-τρι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ. ΠΥΡ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη δοσιμετρία: ~οί: υπολογισμοί. ~ά μεγέθη και όρια ασφαλούς έκθεσης σε ηλεκτρομαγνητικά κύματα. 2. (καταχρ.) δοσομετρικός: ~ός: κύλινδρος. ~ή: αντλία/συσκευή (εισπνοών). [< γαλλ. dosimétrique, αγγλ. dosimetric]
13693δοσίμετροδο-σί-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. ΠΥΡ. -ΙΑΤΡ. συσκευή δοσιμέτρησης: ~α νετρονίων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. dosimètre, 1925, αγγλ. dosimeter, 1906]
13694δόσιμοδό-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) αφοσίωση σε κάποιον ή κάτι: απόλυτο/ολοκληρωτικό/ολόψυχο ~. ~ του δημιουργού στην τέχνη. ~ του εαυτού μας στον άλλο. Πβ. αφιέρωση. 2. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του δίνω: το ~ των δώρων. Πβ. παροχή, προσφορά. [< μεσν. δόσιμο(ν)]
13695δοσμένος, η, ο δο-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει δοθεί: ~α: δώρα.|| Μια αφήγηση/ταινία ~η με χιούμορ. Κείμενα απλά ~α.|| Κάθε ομάδα μαθητών μελετά μια ~η παράμετρο του θέματος. Πβ. καθορισμένος.|| (ΜΑΘ.) Έστω ~ο σημείο Ε στο επίπεδο. Πβ. δεδομένος. 2. που έχει αφοσιωθεί σε κάτι: Είναι ~ με όλο του το είναι στη συγγραφή βιβλίων. ΣΥΝ. αφιερω-, αφοσιω-μένος. ● βλ. δίνω [< μτγν. δοσμένος]
13696δοσοληπτικός, ή, ό δο-σο-λη-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με δοσοληψία: ~ός: λογαριασμός.
13697δοσοληψίαδο-σο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. οικονομική συναλλαγή: εμπορικές (πβ. αλισβερίσι)/ηλεκτρονικές/χρηµατικές ~ες. ~ες επιχειρήσεων με δημόσιους φορείς/τράπεζες. Βλ. αγοραπωλησία. ΣΥΝ. ληψοδοσία 2. (κατ' επέκτ.-συχνά αρνητ. συνυποδ.) επικοινωνία, επαφή: περίεργες/σκοτεινές ~ες. Έχει ~ες με την Αστυνομία/τη Δικαιοσύνη/το οργανωμένο έγκλημα. Πβ. δούναι και λαβείν, νταραβέρι, πάρε-δώσε. Βλ. -ληψία. [< μτγν. δοσοληψία ‘συναλλαγή, ανταλλαγή’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.