Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14560-14580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13698δοσολογίαδο-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. προσδιορισμός της δόσης και της συχνότητας λήψης φαρμάκου: ημερήσια/προτεινόμενη ~. ~ ινσουλίνης. Αλλαγή/ρύθμιση της ~ας. Η συνιστώμενη ~ είναι δέκα μιλιγκράμ (mg) μία φορά την ημέρα. Πβ. ποσολογία. Βλ. υπερ~. 2. καθορισμός της αναλογίας των διαφορετικών συστατικών μείγματος: ~ των υλικών. Βλ. -λογία. [< γαλλ. dosage]
13699δοσομέτρησηδο-σο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): μέτρηση δόσης: αυτόματη ~. ~ καυσίμου. Συστήματα ~ης χημικών. Βλ. δοσολογία, -μέτρηση.
13700δοσομετρητήςδο-σο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): μικρό δοχείο με βαθμονομημένη κλίμακα για την ογκομέτρηση των δόσεων στερεού ή υγρού: ~ απορρυπαντικού/γάλακτος/καφέ/φαρμάκων. ~ σύριγγα. Πβ. μεζούρα. Βλ. -μετρητής. [< γαλλ. doseur, 1909]
13701δοσομετρικός, ή, ό δο-σο-με-τρι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη δοσομέτρηση: ~ή: αντλία. ~ό: καπάκι. Μετρήστε το φάρμακο στο ~ό κουταλάκι. Πβ. δοσιμετρικός.
13703δότης, δότριαδό-της ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. πρόσωπο που δίνει, προσφέρει, ιδ. κάτι από το σώμα του: ~ αίματος (= αιμοδότης)/μυελού των οστών/οργάνων/σπέρματος. Κατάλληλος/πτωματικός (: εγκεφαλικά νεκρός, που υποστηρίζεται μηχανικά σε MEΘ)/συγγενής ~. Πβ. δωρητής. Βλ. μόσχευμα.|| (ως επίθ.) ~τρια: περιοχή (: από την οποία αφαιρείται κάτι, π.χ. μαλλιά, για μεταμόσχευση). ΑΝΤ. λήπτης [< μτγν. δότης ‘αυτός που παρέχει, διαθέτει’, γαλλ. donneur, 1968, αγγλ. donor, 1910]
13705δοτικήδο-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. πτώση της αρχαίας Ελληνικής, της Λατινικής και ορισμένων σύγχρονων γλωσσών, που είτε δηλώνει το έμμεσο αντικείμενο είτε λειτουργεί ως προσδιορισμός και επιβιώνει σε στερεότυπες φράσεις της νέας Ελληνικής (π.χ. εν ενεργεία, εν μέρει): ~ της αιτίας/προσωπική/του τρόπου. [< μτγν. δοτική]
13706δοτικός, ή, ό δο-τι-κός επίθ.: (για πρόσ.) που προσφέρει απλόχερα κάτι. Πβ. γενναιόδωρος. Βλ. αιμο~, εκ~, μετα~. [< αρχ. δοτικός]
13707δοτικότηταδο-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του δοτικού. Βλ. -ότητα.
13708δοτός, ή, ό δο-τός επίθ. 1. που έχει επιβληθεί με τρόπο παράνομο, παράτυπο ή αντιδημοκρατικό: ~ός: πρόεδρος/πρωθυπουργός. ~ή: εξουσία/κυβέρνηση. ~ό: σύνταγμα. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. που έχει διοριστεί (νόμιμα) σε μία θέση: ~ Περιφερειακός Διευθυντής Εκπαίδευσης με διετή θητεία. ΑΝΤ. αιρετός, εκλεγμένος [< μτγν. δοτός]
13710δουουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα δέλτα.
13711ΔΟΥ(πρόφ. δόι) (η) 1. Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Πβ. εφορία. 2. Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών.
13712δούκας, δούκισσαδού-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ευρωπαϊκός τίτλος ευγενείας κατώτερης βαθμίδας από τον πρίγκιπα/την πριγκίπισσα και ανώτερης από τον μαρκήσιο/την μαρκησία, καθώς και ο/η κάτοχός του. Βλ. αρχι~. 2. ΙΣΤ. (στη μεσαιωνική Δυτική Ευρώπη) ηγεμόνας ανεξάρτητου κρατιδίου· (στο Βυζάντιο) πολιτικός-στρατιωτικός διοικητής θέματος. [< 1: γαλλ. duc 2: μεσν. δούκας]
13713δουκάτοδου-κά-το ουσ. (ουδ.) 1. ΙΣΤ. περιοχή όπου ασκούσε εξουσία ή διοίκηση ο δούκας: το Δ~ των Αθηνών. 2. ΙΣΤ. παλαιότερο χρυσό ή αργυρό ευρωπαϊκό νόμισμα. Βλ. -άτο. [< μεσν. δουκάτο(ν)]
13714δούλαδού-λα ουσ. (θηλ.) (μειωτ.) 1. (μτφ.) γυναίκα που υπηρετεί κάποιον, κάνοντας συνέχεια δουλειές του σπιτιού. 2. (παλαιότ.) υπηρέτρια, οικιακή βοηθός. Πβ. δουλικό. ● Υποκ.: δουλάκι (το) ● Μεγεθ.: δουλάρα (η) ● ΦΡ.: η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά βλ. νοικοκυρά ● βλ. δούλος
13715δουλείαδου-λεί-α ουσ. (θηλ.) 1. η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο δούλος· κάθε μορφή ανελευθερίας ή εξάρτησης από κάτι: η απαγόρευση/ο ζυγός/ο απάνθρωπος θεσμός/η κατάργηση της ~ας. Εργάζονται/ζουν υπό συνθήκες ~ας. Το καθεστώς της ~ας (πβ. δουλοκτησία). Βλ. εθελοδουλία.|| Σεξουαλική ~. || (μτφ.) Πνευματική ~. Πβ. υποδούλωση.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ της αμαρτίας/των παθών. ΣΥΝ. σκλαβιά (1), υποτέλεια ΑΝΤ. ανεξαρτησία, ελευθερία 2. ΝΟΜ. περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα επί ξένου ακινήτου που δίνει την εξουσία στον δικαιούχο να αποκομίζει κάποιες ωφέλειες από αυτό: πλήρης/πραγματική (: για την εξυπηρέτηση των αναγκών άλλου ακινήτου)/προσωπική (: υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, π.χ. επικαρπία, οίκηση) ~. ~ διόδου/υπονόμου. Σύσταση ~ας. Απόσβεση της ~ας λόγω εικοσαετούς αχρησίας. Κυριότητα, ~ες, ενέχυρο και υποθήκη. [< 1: αρχ. δουλεία 2: γαλλ. servitude]
13716δουλειάδου-λειά ουσ. (θηλ.) 1. βιοποριστική εργασία, επαγγελματική απασχόληση· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος χώρος: απαιτητική/αποδοτική/βαρετή/δύσκολη/εξαντλητική/εξωτερική/εποχιακή/καλοπληρωμένη/μόνιμη/νυχτερινή/σκληρή/σταθερή/χειρωνακτική ~. Παρτ-τάιμ (= ημιαπασχόληση)/φουλ-τάιμ (= πλήρης απασχόληση) ~. Τα εργαλεία/οι συνθήκες/η φόρμα/οι ώρες της ~άς. ~ γραφείου/ρουτίνας. ~ για φοιτητές (βλ. υποαπασχόληση). Αγγελία για ~. Σε αναζήτηση ~άς. Ευκαιριακές ~ές. Επιμελής/συνεπής στη ~ του. ~ με βάρδιες. Του έδωσε/προσέφερε ~. Δεν έχει ~/έμεινε χωρίς ~/έχασε τη ~ του/δεν μπορεί να βρει ~ (= είναι άνεργος). Τον πήραν/προσέλαβαν στη ~. Παίρνω άδεια από τη ~/προαγωγή στη ~. Τώρα μαθαίνει τη ~/μπήκε στη ~. Ψάχνει και για δεύτερη ~, γιατί δεν τα βγάζει πέρα. Τον έδιωξαν από τη ~ (= τον απέλυσαν). Πότε αρχίζεις ~; Πόσα κερδίζεις απ' τη ~ σου (βλ. μισθός); Λόγω της φύσης της ~άς του (= του επαγγέλματός του) ... Τι ~ κάνεις; Έχω πεθάνει/πήξει/σκοτωθεί στη ~. Κάθε μέρα η ίδια ρουτίνα, σπίτι-~, ~-σπίτι.|| Το τηλέφωνο της ~άς. Γνωρίστηκαν στη ~. Άργησα/πάω στη ~ μου (π.χ. στο γραφείο μου). Βλ. ανα~, δουλίτσα, μικρο~, υπεραπασχόληση. 2. αμειβόμενη ή μη δραστηριότητα που συνεπάγεται σωματική ή διανοητική προσπάθεια για την παραγωγή έργου ή αγαθού: βαριά/δημιουργική/εθελοντική/κοπιαστική/νόμιμη/ομαδική/παράνομη/πνευματική ~. Απολογισμός/εντατικοποίηση/προγραμματισμός/συντονισμός της ~άς. Δείγματα ~άς (βλ. δείγμα γραφής). Γεωργικές ~ές. Έχει γίνει/κάνει άριστη/επιστημονική/μεθοδική/ουσιαστική/προσεγμένη/υποδειγματική ~. Έχουμε ~ μπροστά μας. Με φασαρία δεν γίνεται ~. Έχω ~ τώρα, δεν μπορώ να σου μιλήσω (= είμαι απασχολημένος). Μας περιμένει ~. Χωρίς ~ (: κόπο, προσπάθεια) δεν καταφέρνεις τίποτα. Έργο που έχει/θέλει ~ για να τελειώσει. Δεν έχει/δείχνει διάθεση/όρεξη για ~. Μηχάνημα που κάνει/είναι κατάλληλο για τη ~ που το θέλω. Του έχουν φορτώσει όλη τη ~. Έχω πολλές ~ές να κάνω (= πολλά πράγματα).|| Έχει μπλέξει σε παράνομες/ύποπτες ~ές (= υποθέσεις· πβ. βρομο~, παλιο~).|| (ευχετ.) Καλή ~!|| Άντε, σου βρήκα ~ ν' ασχολείσαι!|| (έκφρ. δυσαρέσκειας) Αυτή η ~ θα γίνεται συνέχεια (: αυτό το πράγμα); Βλ. γυναικο~, ερωτο~, φτηνο~, χαμαλο~, χοντρο~, ψευτο~, ψιλο~. 3. (κατ' επέκτ.) το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης δραστηριότητας· έργο: επαγγελματική/ερασιτεχνική/ποιοτική/πρόχειρη (= προχειρο~)/πρωτοποριακή ~.|| (για τραγουδιστή:) Κυκλοφόρησε η νέα του προσωπική (/δισκογραφική) ~ (= άλμπουμ, σιντί). Ξέρει να προωθεί τη ~ του.|| Θεατρική (= παράσταση)/κινηματογραφική (= ταινία)/σκηνοθετική/συγγραφική (= βιβλίο) ~.|| Να αποθηκεύεις τη ~ σου/να κρατάς αντίγραφα της ~άς σου (= της εργασίας σου). 4. (προφ.) συμφωνία, συνήθ. οικονομική, εμπορική: Έκλεισε/στράβωσε/χάλασε η ~.δουλειές (οι): (προφ.) δραστηριότητες κυρ. στον επιχειρηματικό τομέα: Πώς πάνε οι ~; Πβ. μπίζνες. ● ΣΥΜΠΛ.: άνθρωπος της δουλειάς 1. πολύ εργατικός: ~ ~ και του µόχθου. 2. επαγγελματίας: Τις επισκευές τις αναλαμβάνει ~ ~., βρόμικη δουλειά βλ. βρόμικος, δουλειές του σπιτιού βλ. σπίτι ● ΦΡ.: (άλλη) δουλειά δεν είχα (ειρων.): (λες και) δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω: Ναι, άλλη ~ ~ από το να ασχολούμαι μαζί του! , (κάνει) χρυσές δουλειές: για πρόσωπο που κερδίζει πολλά χρήματα από τις δραστηριότητές του ή για επιχείρηση που αποφέρει πολλά έσοδα: Έμπορος/κατάστημα που κάνει ~ ~. , (κάνω) μισές δουλειές (προφ.): αφήνω ανολοκλήρωτο έργο που έχω αναλάβει: ~ ~ θα κάνουμε τώρα;, (την) κάνει (μια χαρά) τη δουλειά/(τη δουλίτσα) του (λόγ.) 1. (για συσκευή, μηχανή) συνεχίζει να λειτουργεί καλά παρά την παλαιότητά του: Ο υπολογιστής είναι παμπάλαιος, αλλά ~ ~. 2. (για πρόσ., αρνητ. συνυποδ.) που πραγματοποιεί τον σκοπό του, χωρίς να υπολογίζει το κόστος: Την έκανε ~ ~., για όλες τις δουλειές (προφ.) 1. για κάποιον που χρησιμοποιείται σε πολλές και διαφορετικές εργασίες: Είναι άνθρωπος/παιδί ~ ~· καθαρίζει, πλένει, πληρώνει τους λογαριασμούς ... Πβ. χαμάλης. 2. ποικίλων χρήσεων ή με πολλές λειτουργίες: εργαλείο/μηχάνημα ~ ~ (ΣΥΝ. πολυεργαλείο, πολυμηχάνημα)., δεν είναι δική σου δουλειά (προφ.): μην ασχολείσαι με κάτι: Μη σε νοιάζει, ~ ~ τι θα κάνω. ~ ~ να ...|| Δε μ' ενδιαφέρει το θέμα, δεν είναι δική μου δουλειά., δουλειά δεν είχαμε, (και) δουλειά βρήκαμε (ειρων. ή ως έκφρ. δυσαρέσκειας): για βαρετή ή κουραστική υποχρέωση που παρουσιάστηκε ξαφνικά και γίνεται δεκτή με δυσθυμία: ~ ~ πρωί πρωί! Πβ. αγγαρεία., δουλειά δεν είχε ο διά(β)ολος και ... (λαϊκό): για να δηλωθεί ότι κάποιος ασχολείται με κάτι βαρετό, κουραστικό, άσκοπο ή εξεζητημένο, προκαλώντας συνήθ. προβλήματα στους άλλους., δουλειά του ποδαριού (προφ.) 1. περιστασιακή απασχόληση, ευκαιριακή εργασία: Κάνει διάφορες ~ές ~ για να τα φέρει βόλτα. 2. προχειροδουλειά: Δεν θέλω ~ ~! Πβ. πασάλειμμα., δουλειές με φούντες (προφ.): πολλή και συνήθ. απαιτητική δουλειά: Έχουν ανοίξει ~ ~., η δουλειά/καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή: & η δουλειά ντροπή δεν έχει: κάθε επάγγελμα είναι αξιοσέβαστο., κάνε (τη) δουλειά σου (προφ.) 1. & κοίτα/κοίταξε τη δουλειά σου: να ασχολείσαι με τα δικά σου θέματα, τις δικές σου υποθέσεις: ~ ~ και μην ανακατεύεσαι!|| Κάνω/κοιτάζω ~ μου χωρίς να ενοχλώ κανέναν. 2. συνέχισε αυτό με το οποίο ασχολείσαι: Άσε την κουβέντα και ~ ~. ~ ~ ανενόχλητος/ελεύθερα/σαν να μην είμαι εδώ., κάνω τη δουλειά μου (προφ.): διεκπεραιώνω, φέρνω σε πέρας μια εργασία: Χρειάζομαι χρόνο και τα κατάλληλα εργαλεία για να μπορέσω να ~ ~ σωστά.|| (κατ' επέκτ.) Άσε μας να ~ουμε ~ μας (= να δουλέψουμε, μη μας ενοχλείς)., πιάνω δουλειά 1. ξεκινώ να δουλεύω (κάπου): Πότε ~εις ~; Έπιασε ~ σε τουριστικό γραφείο. 2. αρχίζω να ασχολούμαι με κάτι εντατικά και με ζήλο: Μην κάθεστε καθόλου και πιάστε ~ αμέσως!, στρώνω κάποιον/στρώνομαι στη δουλειά (προφ.): κάνω κάποιον να δουλέψει σκληρά ή ξεκινώ να δουλεύω σκληρά: Ο νέος προπονητής έστρωσε τους παίκτες ~.|| Τι περιμένεις; Στρώσου αμέσως ~! ~θηκε ~ με κέφι/όρεξη., τη βλέπω τη δουλειά (αργκό): προβλέπω, διαβλέπω κάτι, συνήθ. αρνητικό: Μαζί θα το φάμε το ξύλο, ~ ~!, την έκανε τη δουλειά (αργκό): προξένησε βλάβη, κακό: Μας ~ ~!, τι δουλειά έχει; (προφ., ως έκφρ. δυσαρέσκειας) 1. για ανάμειξη κάποιου σε ξένες υποθέσεις: ~ ~ με τη δική μου ζωή/να μπαίνει στα δικά μου χωράφια; 2. για παρουσία κάποιου σε ακατάλληλο μέρος: ~ ~ έχουν αυτοί στη μέση του δρόμου; 3. για κάτι άσχετο: ~ ~ (= τι σχέση έχει) αυτό που λες με αυτό που σε ρωτάω;, ανοίγω δουλειές (σε κάποιον) βλ. ανοίγω, η δουλειά πάει κορδόνι βλ. κορδόνι, η πολλή δουλειά τρώει τον αφέντη βλ. αφέντης, αφέντρα, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); βλ. βλέπω, ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει βλ. ράβω, σε δουλειά να βρισκόμαστε βλ. βρίσκομαι, την ψυλλιάστηκα (τη δουλειά) βλ. ψυλλιάζομαι, τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι; βλ. αλεπού [< μεσν. δουλειά, γαλλ. travail, αγγλ. job]
13717δούλεμαδού-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μτφ.) κοροϊδία: το ~ του αιώνα! Αυτός τρώει μεγάλο ~. Εδώ πέφτει χοντρό ~. Δεν κόβετε το ~; Φοβόμουν μήπως με αρχίσουν στο ~. Πβ. εμπαιγμός, καζούρα, πείραγμα, πλάκα, φάρσα. 2. οποιαδήποτε εργασία, επεξεργασία: το ~ του ξύλου/της πέτρας (= κατεργασία).|| Η ζύμη/ο πηλός θέλει καλό ~ (= πλάσιμο).|| Προσθέτουμε γάλα στο μείγμα, συνεχίζοντας το ~ με το μίξερ (= χτύπημα).|| Η μετάφραση θέλει πολύ ~ ακόμα (= δουλειά). ● Υποκ.: δουλεματάκι (το) [< μεσν. δούλεμα, αρχ. δούλευμα ‘κατάσταση δουλείας’]
13718δουλεμένος, η, ο δου-λε-μέ-νος επίθ. 1. που έχει υποστεί κατεργασία ή επεξεργασία: ~η: γλώσσα/παράσταση/ταινία. ~ο: κείμενο/υλικό. Η πέτρα είναι ~η στο χέρι με τέχνη. ΣΥΝ. επεξεργασ-, κατεργασ-μένος. ΑΝΤ. ανεπεξέργαστος. Βλ. καλο~, λεπτο~, πολυ~, χοντρο~, ψιλο~. 2. που έχει καλλιεργήσει κάποιο ταλέντο του, έχει εξασκηθεί, προπονηθεί σε κάτι: ~η: ομάδα (: καλά προπονημένη). ● βλ. δουλεύω
13719δουλεμπορικός, ή, ό δου-λε-μπο-ρι-κός επίθ.: που έχει σχέση με το δουλεμπόριο ή τον δουλέμπορο: ~ό: κύκλωμα/σκάφος.|| (μτφ.) Εργάζονται σε ~ές συνθήκες. ● Ουσ.: δουλεμπορικό (το): πλοίο που μεταφέρει λαθρομετανάστες.
13720δουλεμπόριοδου-λε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & δουλεμπορία (η) 1. παράνομη διακίνηση ή μεταφορά κυρ. μεταναστών: σύγχρονο ~ ανηλίκων/γυναικών. Πβ. σκλαβοπάζαρο, σωματεμπορία, τράφικινγκ. 2. (παλαιότ.) αγορά και πώληση δούλων. Βλ. -εμπόριο. [< γαλλ. trafic d'esclaves]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.