| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 450 | αγορεύω | [ἀγορεύω] α-γο-ρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {αγόρευ-σα} (λόγ.) ΣΥΝ. ρητορεύω 1. εκφωνώ λόγο ενώπιον ακροατηρίου (στη Βουλή, στο δικαστήριο): ~ από το βήμα της Βουλής/ενώπιον του δικαστηρίου/επικριτικά. ~σε για τον μετριασμό της ποινής. Ο συνήγορος/η υπεράσπιση ~ει. Βλ. αν~, προσ~. 2. (ειρων.) μιλώ με προσποιητό, πομπώδες ύφος: ~ει με στόμφο. ● ΦΡ.: τις αγορεύειν βούλεται; (αρχαιοπρ.): (ερώτηση του κήρυκα στην Εκκλησία του Δήμου της αρχαίας Αθήνας) ποιος θέλει να μιλήσει, να εκφωνήσει λόγο, το βήμα είναι ελεύθερο γι' αυτόν που θέλει να πάρει τον λόγο. [< 1: αρχ. ἀγορεύω] | |
| 451 | αγορητής | [ἀγορητής] α-γο-ρη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αγορήτρια} (επίσ.): πρόσωπο που εκφωνεί λόγο ενώπιον ακροατηρίου (στη Βουλή, στο δικαστήριο): Ο λόγος στον δεύτερο ~ή. Ομιλίες ~ών. ΣΥΝ. ομιλητής, ομιλήτρια (1), ρήτορας (2) ● ΣΥΜΠΛ.: ειδικός αγορητής: βουλευτής που ορίζει κάθε κοινοβουλευτική ομάδα στην καταρχήν συζήτηση σχεδίων και προτάσεων νόμων: Ορίστηκε ~ ~ της αξιωματικής αντιπολίτευσης. [< αρχ. ἀγορητής, γαλλ. orateur] | |
| 452 | αγόρι | [ἀγόρι] α-γό-ρι ουσ. (ουδ.) {αγορ-ιού | -ιών} 1. αρσενικό παιδί, άνδρας νεαρής ηλικίας: ανήλικο/μικρό/νεαρό/τρίχρονο ~. Απέκτησε/γέννησε/έκανε/περιμένει ~. Βλ. κορίτσι.|| (ως οικ. προσφών.) Έλα εδώ ~ μου! 2. (οικ., συνήθ. + γεν. ονόματος ή κτητικής αντωνυμίας) (κυρ. στην εφηβική ηλικία) νεαρός με τον οποίο ένα κορίτσι έχει σχέση. Πβ. φίλος. ● Υποκ.: αγοράκι (το) ● Μεγεθ.: αγοράρα (η), αγόραρος (ο) ● ΦΡ.: το χρυσό παιδί/κορίτσι/αγόρι βλ. χρυσός [< μεσν. αγόριν < μτγν. άγωρος < αρχ. ἄωρος ‘ανώριμος’– παλαιότ. ορθογρ. αγώρι] | |
| 453 | αγορίνα | [ἀγορίνα] α-γο-ρί-να ουσ. (θηλ.) (οικ.): χαϊδευτική προσφώνηση απευθυνόμενη σε αγόρι ή σε νεαρό άνδρα: ~ μου εσύ! Τι κάνεις ~ μου; ~ες και κοριτσάρες μου! | |
| 454 | αγορίστικος | , η, ο [ἀγορίστικος] α-γο-ρί-στι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται ή μοιάζει με, ταιριάζει σε αγόρι: ~ος: ρόλος. ~η: όψη/φωνή. ~ο: κούρεμα (= αγορέ)/λουκ/στιλ/σώμα. ~α: παιχνίδια. Βλ. κοριτσίστικος, -ίστικος. ● επίρρ.: αγορίστικα: Κουρεύτηκε/ντύνεται ~. | |
| 455 | αγορο- | βλ. αγορα- | |
| 456 | αγοροκόριτσο | [ἀγοροκόριτσο] α-γο-ρο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.): κορίτσι με εμφάνιση και συνήθ. συμπεριφορά αγοριού ή που συναναστρέφεται αγόρια: ζωηρή, αυθάδης, σκέτο ~! Βλ. αντρογυναίκα. | |
| 457 | αγορομάνα | [ἀγορομάνα] α-γο-ρο-μά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): γυναίκα που έχει γεννήσει μόνο αγόρια. Βλ. κοριτσομάνα, -μάνα. | |
| 458 | αγοροπωλησία | βλ. αγοραπωλησία | |
| 459 | αγοροφέρνω | [ἀγοροφέρνω] α-γο-ρο-φέρ-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.): (για κορίτσι) μοιάζω με αγόρι στην εμφάνιση ή τη συμπεριφορά. Βλ. -φέρνω. | |
| 460 | άγος | [ἄγος] ά-γος ουσ. (ουδ.) {άγ-ους} (απαιτ. λεξιλόγ.): ασεβής και βέβηλη πράξη που προκαλεί ντροπή: Το ~ της γενοκτονίας/της παιδεραστίας. Τα κλέη και τα άγη του παρελθόντος. Πβ. ανοσιούργημα, μίασμα. [< αρχ. ἄγος] | |
| 461 | αγουρέλαιο | [ἀγουρέλαιο] α-γου-ρέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) αγουρόλαδο: λάδι εκλεκτής ποιότητας, παρθένο, με πικρή, πικάντικη γεύση, που παράγεται από σχετικά άγουρες ελιές ή με ψυχρή έκθλιψη του ελαιοκάρπου: βιολογικό/γνήσιο ~. Βλ. -έλαιο. [< μεσν. αγουρέλαιον] | |
| 462 | αγουρίδα | [ἀγουρίδα] α-γου-ρί-δα ουσ. (θηλ.): άγουρο σταφύλι. Κυρ. στη ● ΦΡ.: αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι βλ. αγάλι [< μεσν. αγουρίδα] | |
| 463 | αγουρο- & αγουρό- & αγουρ- | α' συνθετικό 1. ουσιαστικών με τη σημασία του άγουρου, αγίνωτου: αγουρό-λαδο.|| Αγουρ-ίδα. 2. ρημάτων ή παραγώγων∙ δηλώνει ότι αυτό που εκφράζεται από το β' συνθετικό συμβαίνει πρόωρα, νωρίτερα από το κανονικό: αγουρο-ξυπνώ. ΑΓΟΥΡΟ | |
| 464 | αγουρόλαδο | βλ. αγουρέλαιο | |
| 465 | αγουροξύπνημα | [ἀγουροξύπνημα] α-γου-ρο-ξύ-πνη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αγουροξυπνώ: πρωινό ~. | |
| 466 | αγουροξυπνημένος | , η, ο [ἀγουροξυπνημένος] α-γου-ρο-ξυ-πνη-μέ-νος επίθ.: που ξύπνησε νωρίς, χωρίς να έχει χορτάσει ύπνο ή που δεν έχει συνέλθει ακόμη από τον ύπνο: ~ και κακόκεφος. ~ και με πρησμένα μάτια χασμουριόταν συνεχώς. Αχτένιστη και ~η. Πβ. με την τσίμπλα στο μάτι.|| Από το τηλέφωνο ακούστηκε μια ~η βραχνή φωνή. | |
| 467 | αγουροξυπνώ | [ἀγουροξυπνῶ] α-γου-ρο-ξυ-πνώ ρ. (αμτβ.) {αγουροξυπν-άς ... | αγουροξύπν-ησα, -ήσει, -ημένος}: ξυπνώ προτού συμπληρωθούν οι απαραίτητες ώρες ύπνου: Έχει ~ήσει και είναι όλο νεύρα. | |
| 468 | άγουρος | , η, ο [ἄγουρος] ά-γου-ρος επίθ. 1. (κυρ. για καρπό) που δεν έχει ωριμάσει: ~ο: αχλάδι/σταφύλι. ΣΥΝ. αγίνωτος (1) ΑΝΤ. γινωμένος (1) 2. (μτφ.-λογοτ.) που δεν έχει ωριμάσει, κυρ. σωματικά ή πνευματικά: ~ο: παλικάρι.|| ~ος: έρωτας. ~ο: κορμί/στήθος. ~ες: σκέψεις. ~α: νιάτα/σχέδια. ΣΥΝ. ανώριμος (1) ΑΝΤ. ώριμος (1) ● Υποκ.: αγουρούτσικος , η, ο ● ΣΥΜΠΛ.: άγουρα χρόνια βλ. χρόνος [< μεσν. άγουρος] | |
| 469 | αγουρωπός | , ή, ό [ἀγουρωπός] α-γου-ρω-πός επίθ.: (για καρπό) που είναι ή φαίνεται κάπως άγουρος: ~ές: ντομάτες. ~ά: ροδάκινα. Βλ. -ωπός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ