Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14580-14600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13721δουλέμποροςδου-λέ-μπο-ρος ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που διακινεί ή μεταφέρει παράνομα κυρ. μετανάστες: κύκλωμα/συμμορία ~όρων. Βλ. σωματέμπορος. 2. (παλαιότ.) αυτός που αγόραζε και πουλούσε δούλους. Βλ. -έμπορος. [< γαλλ. marchand d'esclaves]
13722δουλευταράςδου-λευ-τα-ράς ουσ. (αρσ.), δουλευταρού (η) (προφ.-επιτατ.): πρόσωπο που δουλεύει πάρα πολύ, εργατικότατος: άξια/φιλότιμη και ~ού. ~ και συνεπής στην εργασία του. ΣΥΝ. δουλευτής. Βλ. -αράς. ΑΝΤ. τεμπέλης
13723δουλευτήςδου-λευ-τής ουσ. (αρσ.) {-ές κ. -άδες | σπάν. θηλ. δουλεύτρα} (λαϊκό-λογοτ.) 1. εργάτης ή τεχνίτης: ~ της γης/της πέτρας (βλ. γλύπτης)/του χρωστήρα.|| (μτφ.) ~ του λόγου. 2. δουλευταράς: γερός ~. [< μτγν. δουλευτής, μεσν. δουλεύτρια ‘υπηρέτρια’]
13724δουλεύωδου-λεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {δούλ-εψα, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, δουλε-μένος (λόγ.) δεδουλευμένος, δουλεύ-οντας} 1. απασχολούμαι σωματικά ή πνευματικά με κάτι: ~ ως συμβασιούχος/υπάλληλος. ~ στο δημόσιο/σε εργοστάσιο/σε εταιρεία/στον ιδιωτικό τομέα/σε κατάστημα/στο σπίτι. ~ει: ντελιβεράς. ~ σε αντίξοες συνθήκες. ~ ατομικά/αφιλοκερδώς/δραστήρια/εθελοντικά/μεροκάματο/ομαδικά/πυρετωδώς/σκληρά/τζάμπα. ~ με αυτοθυσία/επαγγελματισμό/ζήλο/μεράκι. ~ τη νύχτα/Σαββατοκύριακα. ~ει από μικρός/εκτός ωραρίου/σαν σκυλί.|| ~ για το χαρτζιλίκι μου. Για σένα ~/~ για λογαριασμό κάποιου (: προς όφελός σου/του). Δεν ~ει (= είναι άνεργος).|| ~ πάνω σε μια ιδέα. Τα παιδιά ~εψαν με κέφι για το ανέβασμα της θεατρικής παράστασης.|| Διεκδικούν τα δεδουλευμένα τους (: όσα χρήματα δικαιούνται για τις ώρες εργασίας τους). ΣΥΝ. εργάζομαι (1) 2. επεξεργάζομαι: ~ το κείμενο/τις λεπτομέρειες/το μάρμαρο (πβ. κατεργάζομαι)/τον πηλό/το σχέδιο/την τεχνική. ~ σε γυαλί/πηλό. ~ με ασήμι/ξύλο/πινέλο. Έχει ~ευτεί στο χέρι.|| ~ τη γη (πβ. καλλιεργώ). 3. (προφ.) κοροϊδεύω, ξεγελώ: Με ~εις; Μας ~ει λέγοντάς μας ένα σωρό ψέματα. Πβ. ψιλο~.δουλεύει: λειτουργεί: Το δίκτυο/η μηχανή/το πρόγραμμα/το σύστημα/ο υπολογιστής (δεν) ~.|| Το μαγαζί ~εψε καλά το καλοκαίρι (: είχε πελατεία και κέρδη). ● ΦΡ.: δούλεψε να φας και κλέψε να ’χεις (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι τα πλούτη αποκτώνται με παράνομο τρόπο., βάζω το μυαλό μου να δουλέψει βλ. μυαλό, δουλεύει/πάει ρολόι βλ. ρολόι, μας δουλεύει ψιλό γαζί βλ. γαζί, ο χρόνος δουλεύει/εργάζεται για/υπέρ/σε βάρος μας βλ. χρόνος ● βλ. δουλεμένος [< μτγν. δουλεύω]
13725δούλεψηδού-λε-ψη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: στη δούλεψη κάποιου: στη δουλειά, στην υπηρεσία του: Έχει/πήρε ~ ~ή του πολλούς εργάτες. Μπήκε ~ ~ή του ... [< μεσν. δούλεψη, αρχ. δούλευσις ‘δουλεία’]
13726δούληβλ. δούλος
13727δουλικόδου-λι-κό ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-μειωτ.): υπηρέτρια, οικιακή βοηθός, συνήθ. νεαρής ηλικίας. Πβ. δούλα.|| (μτφ.) Αφέντες και ~ά. Δεν είναι δυνατόν να κάνεις τον χαμάλη, το ~ των άλλων.
13728δουλικός, ή, ό δου-λι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.) 1. που έχει σχέση με τη δουλεία ή τον δούλο ή ταιριάζει σε αυτόν: ~ή: εργασία/συμπεριφορά/υπακοή/υποταγή. ~ό: πνεύμα. Πβ. γλοιώδης, δουλοπρεπής, εθελόδουλος. Βλ. αξιοπρεπής, υπερήφανος. 2. (μτφ.) χωρίς πρωτοτυπία: ~ή: μετάφραση/(απο)μίμηση. Βλ. πιστός. ● επίρρ.: δουλικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. δουλικός, γαλλ. servile]
13729δουλικότηταδου-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δουλικό: ~ απέναντι στους/προς τους ισχυρούς. ~ και οσφυοκαμψία/υποτέλεια. Πβ. δουλο-πρέπεια, -φροσύνη, εθελοδουλία, ραγιαδισμός. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. servilité]
13730δουλίτσαδου-λί-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ευκαιριακή, προσωρινή δουλειά· γενικότ. εργασία: Βρήκε μια ~ να βγάζει τα έξοδά του.|| Θέλει να βρει μια ~ και να τακτοποιηθεί. 2. υποχρέωση, υπόθεση που δεν απαιτεί πολύ χρόνο για να διεκπεραιωθεί: Πάω/πετάγομαι για μια ~ και θα γυρίσω αμέσως. 3. επεξεργασία, δούλεμα: Με λίγη περισσότερη ~, το κείμενό σου θα ήταν ακόμη καλύτερο.
13731δουλοκτησίαδου-λο-κτη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα που επέτρεπε την απόκτηση και χρήση δούλων: η ~ στην αρχαία Ελλάδα. [< γαλλ. esclavagisme]
13732δουλοπαροικίαδου-λο-πα-ροι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. σύστημα αγροτικής οικονομίας, σύμφωνα με το οποίο ακτήμονες γεωργοί καλλιεργούσαν γη που ανήκε σε μεγάλο γαιοκτήμονα, χωρίς να μπορούν να την εγκαταλείψουν. Βλ. φεουδαρχία. [< γαλλ. servage]
13733δουλοπάροικοςδου-λο-πά-ροι-κος ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. γεωργός σε καθεστώς δουλοπαροικίας: (ως επίθ.) ~οι: αγρότες. [< μεσν. δουλοπάροικος]
13734δουλοπρέπειαδου-λο-πρέ-πει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): συμπεριφορά που ταιριάζει σε δούλο: ραγιαδισμός και ~. ~ και δειλία/υποτέλεια. Δείχνει ~. Φέρεται με ~. Υπηρέτησαν με ~ τον κατακτητή. Πβ. δουλικότητα. ΑΝΤ. ελευθεροπρέπεια [< αρχ. δουλοπρέπεια]
13735δουλοπρεπής, ής, ές δου-λο-πρε-πής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από δουλικότητα: ~ής: υπάλληλος. ~ής: στάση/συμπεριφορά. Πβ. γλοιώδης, δουλικός, δουλόφρων.|| (ως ουσ.) Οι ~είς (= λακέδες, οσφυοκάμπτες). Βλ. -πρεπής. ● επίρρ.: δουλοπρεπώς [-ῶς] [< αρχ. δουλοπρεπής]
13736δούλος[δοῦλος] δού-λος ουσ. (αρσ.) 1. (κυρ. παλαιότ.) πρόσωπο χωρίς δικαιώματα που βρισκόταν στην κατοχή κάποιου. Πβ. ανδράποδο.|| (κατ' επέκτ.) Τον υπηρετούσε σαν ~ (πβ. είλωτας, ραγιάς, σκλάβος). 2. (μτφ.) αυτός που είναι εξαρτημένος από κάτι, έρμαιο: ~ των επιθυμιών/των παθών/του συστήματος/της τεχνολογίας/του χρήματος. Πβ. υποχείριο. Βλ. κοιλιό-, ξενό-δουλος. ΣΥΝ. αιχμάλωτος (1), δέσμιος (1), δεσμώτης (2) 3. ΕΚΚΛΗΣ. {θηλ. δούλη} χαρακτηρισμός χριστιανού: κεκοιμημένος/πιστός ~. Ανάπαυσον, Χριστέ, την ψυχή του ~ου Σου. Αρραβωνίζεται/βαφτίζεται/μεταλαμβάνει/νυμφεύεται/στέφεται ο ~/η δούλη του Θεού (+ κύριο όνομα). 4. (ως επίθ., σπάν.-λόγ.) υπόδουλος: Θυσιάστηκε για τη ~η πατρίδα. ● ΦΡ.: δούλος σας (παλαιότ., συχνά κ. ως κατακλείδα σε επιστολές): σε περιπτώσεις κολακείας, για να δηλωθεί υπακοή και μεγάλος σεβασμός: ταπεινός ~ ~. Πβ. στις διαταγές σας! [< γαλλ. votre serviteur] ● βλ. δούλα [< 1: αρχ. δοῦλος 2: μεσν. δούλος 3: μτγν. δοῦλος 4: γαλλ. asservi]
13737δουλοφροσύνηδου-λο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δουλικό φρόνημα: ~ και υποταγή/υποτέλεια. Πβ. δουλικότητα. Βλ. -οσύνη. ΑΝΤ. ελευθεροφροσύνη [< μεσν. δουλοφροσύνη]
13738δουλόφρων, ων, ον δου-λό-φρων επίθ./ουσ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από δουλοπρέπεια: ~ονες και υποταγμένοι. Πβ. δουλικός, οσφυοκάμπτης. Βλ. -φρων. ΑΝΤ. ελευθερόφρων [< μτγν. δουλόφρων]
13739δουλώνωδου-λώ-νω ρ. (μτβ.) {δούλω-σε, δουλώ-θηκε, -μένος} (σπάν.-λόγ.): σκλαβώνω, υποδουλώνω: Εξαρτήσεις που ~ουν τον άνθρωπο. (ΙΣΤ.) Το ~μένο Γένος (: το ελληνικό, κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ΣΥΝ. υπόδουλο). ΑΝΤ. (απ)ελευθερώνω. [< μεσν. δουλώνω]
13740δούμαδού-μα ουσ. (θηλ.) (με κεφαλ. Δ): η κάτω Βουλή του ρωσικού κοινοβουλίου (από το 1993). [< ρωσ. dúma, γαλλ. douma]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.