| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13741 | δούναι | [δοῦναι] δού-ναι {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: δούναι και λαβείν [δοῦναι και λαβεῖν] (αρχαιοπρ.): δοσοληψία. Πβ. πάρε-δώσε. [< αρχ. δοῦναι] | |
| 13742 | δούρειος | , α, ο δού-ρει-ος επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: δούρειος ίππος (μτφ.) 1. κάθε τέχνασμα ή πρόφαση που χρησιμοποιεί κάποιος για να παγιδεύσει, να παραπλανήσει, να εξαπατήσει: Οι πραξικοπηματίες χρησιμοποίησαν ως ~ο ~ο τις εξαθλιωμένες μάζες. Βλ. κερκόπορτα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ιός που εκτελείται από τον χρήστη ως χρήσιμη εφαρμογή, αλλά εγκαθιστά κρυφά στο σύστημα του υπολογιστή κακόβουλα λογισμικά. [< 1: αρχ. δούρειος ἵππος 2: αγγλ. trojan (horse), 1981] | |
| 13743 | δοχείο | [δοχεῖο] δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.): σκεύος στο οποίο φυλάσσονται, διατηρούνται ή/και μεταφέρονται υγρά ή σπανιότ. στερεά: αεροστεγές/γυάλινο/κενό/κεραμικό/κλειστό/μεταλλικό/πλαστικό ~. ~ απορριμμάτων (πβ. σκουπιδοτενεκές)/καυσίμων/καφέ/νερού. Καπάκι/χωρητικότητα ~ου. ~ με λάδι/πετρέλαιο.~ φαγητού (= φαγητοδοχείο). ~α για τρόφιμα. Κυλινδρικά ~α δέκα λίτρων. Άδειασε/γέμισε το ~. Βλ. ανθο~, θερμο~, μελανο~, μπιτόνι, ντεπόζιτο, σταχτο~, υδρο~, υποδοχέας. ● ΣΥΜΠΛ.: δοχείο νυκτός (λόγ.): ουροδοχείο. Πβ. γιογιό. ΣΥΝ. καθίκι (2), πάπια (2) [< γερμ. Nachttopf] , συγκοινωνούντα δοχεία βλ. συγκοινωνεί [< μτγν. δοχεῖον] | |
| 13745 | ΔΠΘ | (το): Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. | |
| 13746 | ΔΠΜΣ | (το): Διατμηματικό/Διεπιστημονικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών. | |
| 13747 | ΔΠΥ | (το): Δελτίο Παροχής Υπηρεσιών. Βλ. μπλοκάκι. | |
| 13748 | δράγα | δρά-γα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. συρόμενο εργαλείο με δικτυωτό σάκο, που χρησιμοποιούν κυρ. οι επαγγελματίες ψαράδες, για να αλιεύουν από τον βυθό της θάλασσας όστρακα, κοράλλια και σφουγγάρια. 2. ΤΕΧΝΟΛ. βυθοκόρος. [< ιταλ. draga, γαλλ. drague] | |
| 13749 | δραγάτης | δρα-γά-της ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): αγροφύλακας. [< μεσν. δραγάτης] | |
| 13750 | δραγουμάνος | δρα-γου-μά-νος ουσ. (αρσ.) & δραγομάνος: ΙΣΤ. διερμηνέας-μεταφραστής, αξιωματούχος της οθωμανικής αυτοκρατορίας: μέγας ~. ~ της Υψηλής Πύλης. [< μεσν. δραγουμάνος < βεν. dragoman] | |
| 13751 | δράκα | δρά-κα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: μια δράκα (λαϊκό-συνήθ. μτφ.): μια χούφτα: ~ ~ άνθρωποι/απατεώνων.|| (σπάν. κυριολ.-λογοτ.) ~ ~ άμμου. Πβ. αδραξιά, χεριά. [< μτγν. δράξ] | |
| 13752 | δράκαινα | δρά-και-να ουσ. (θηλ.) 1. ΙΧΘΥΟΛ. είδος ψαριού (γένος Τrachinus) που έχει πτερύγια με δηλητηριώδη αγκάθια, ζει στη Μεσόγειο και τον Ατλαντικό και αλιεύεται για το κρέας του. Βλ. -αινα. 2. ΒΟΤ. είδος τροπικού καλλωπιστικού φυτού (γένος Dracaena). Βλ. γιούκα. [< μεσν. δράκαινα 'η γυναίκα του δράκου' 2: γαλλ. dracéna, αγγλ. dracaena] | |
| 13753 | δράκοντας | δρά-κο-ντας ουσ. (αρσ.): ΜΥΘ.-ΛΑΟΓΡ. μυθικό τέρας με σώμα ερπετού, φτερά νυχτερίδας, τεράστια νύχια και μακριά αγκαθωτή ουρά, από το στόμα ή/και τα ρουθούνια του οποίου βγαίνουν φλόγες: μάγοι/νεράιδες και ~ες. Κεφαλή ~α (: ως διακοσμητικό στοιχείο). Ο Άγιος Γεώργιος παριστάνεται έφιππος να σκοτώνει τον ~α. Βλ. δράκος. [< μεσν. δράκοντας] | |
| 13754 | δρακόντειος | , α, ο δρα-κό-ντει-ος επίθ.: που είναι εξαιρετικά αυστηρός, περιοριστικός ή σκληρός: ~οι: νόμοι/όροι. ~ες: ποινές. ~α: μέτρα ασφαλείας. Βλ. δραστικός. ΑΝΤ. επιεικής [< αρχ. δρακόντειος ‘(για νόμους) ‘που ανήκουν στο νομοθέτη Δράκοντα’, γαλλ. draconien, αγγλ. draconian] | |
| 13755 | δρακοντιά | δρα-κο-ντιά ουσ. (θηλ.) & δρακόντιο (το): ΒΟΤ. κοινή ονομασία ποωδών ή θαμνοειδών φυτών με φαρμακευτικές ιδιότητες (επιστ. ονομασ. Dracunculus vulgaris και γένος Arum), το φιδόχορτο. [< μτγν. δρακοντία, αρχ. δρακόντιον] | |
| 13756 | δράκος | δρά-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΛΑΟΓΡ. (σε λαϊκές παραδόσεις ή παραμύθια) ανθρωπόμορφο δαιμονικό ον, που τρώει ανθρώπους ή και ζώα. Βλ. δράκοντας, λάμια. 2. (μτφ.-προφ.) πολύ κακός άνθρωπος· (συνήθ. ειδικότ.) κατά συρροή βιαστής ή και δολοφόνος: αδίστακτος ~. ● ΣΥΜΠΛ.: γενειοφόρος δράκος: ΖΩΟΛ. μεγάλη αυστραλιανή σαύρα (επιστ. ονομασ. Amphibolurus barbatus), που τρέφεται με έντομα. Βλ. τεράριουμ. [< αγγλ. bearded dragon] ● ΦΡ.: καλό το παραμύθι σου, αλλά δεν έχει δράκο βλ. παραμύθι [< μεσν. δράκος < αρχ. δράκων ‘φίδι’] | |
| 13757 | δράκουλας | δρά-κου-λας ουσ. (αρσ.): βρικόλακας, κεντρικό πρόσωπο ομώνυμου μυθιστορήματος, το οποίο ενέπνευσε πολλές κινηματογραφικές ταινίες και βιβλία τρόμου· κατ' επέκτ. πρόσωπο που προκαλεί φόβο, συνήθ. λόγω της αυστηρότητάς του. Πβ. βαμπίρ. [< αγγλ. Dracula, 1897, έργο του Bram Stoker για τον διαβόητο ηγεμόνα της Βλαχίας] | |
| 13758 | δρακουλιάρικος | , η, ο δρα-κου-λιά-ρι-κος επίθ. & δρακουλίστικος (προφ.): που αναφέρεται ή ταιριάζει στον δράκουλα: ~ο: θρίλερ. ~α: δόντια. | |
| 13759 | δράμα | [δρᾶμα] δρά-μα ουσ. (ουδ.) {δράμ-ατος | -ατα} 1. ΦΙΛΟΛ. -ΘΕΑΤΡ. έμμετρο θεατρικό είδος της αρχαίας ελληνικής ποίησης και κατ' επέκτ. κάθε έργο που προορίζεται για παράσταση: αναβίωση/παραστάσεις/υποκριτές/χορικά του αρχαίου ~ατος. Η εξέλιξη του ~ατος από τον διθύραμβο. Τα είδη του ~ατος είναι η τραγωδία, η κωμωδία και το σατιρικό ~.|| Θρησκευτικό ~. 2. έργο με έντονες συγκινήσεις και συγκρούσεις: αισθηματικό/κοινωνικό/κωμικό (βλ. ιλαροτραγωδία)/ρομαντικό/ψυχολογικό (= ψυχόδραμα) ~. ~ επιστημονικής φαντασίας/εποχής. Βλ. κοινωνιό-, μελό-, ονειρό-, παραμυθό-, χορό-δραμα, μελό. 3. (μτφ.) κάθε δυσάρεστο, τραγικό ή ανυπόφορο γεγονός: εθνικό/οικογενειακό ~. Το ~ των ανέργων/ομήρων/προσφύγων. Ζει το προσωπικό του ~ (πβ. κόλαση). Οι πρωταγωνιστές του ~ατος. Ανθρώπινα ~ατα.|| (ως επίρρ.-προφ.) ~ η κατάσταση! ΣΥΝ. τραγωδία (3) ● Υποκ.: δραματάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: θείο δράμα: τα Πάθη του Χριστού., λειτουργικό δράμα βλ. λειτουργικός, μουσικό/λυρικό δράμα βλ. μουσικός ● ΦΡ.: η τελευταία πράξη του δράματος βλ. πράξη [< 1: αρχ. δρᾶμα 2,3: γαλλ. drame, αγγλ. drama] | |
| 13760 | δραμαμίνη | δρα-μα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. αντιισταμινικό φάρμακο (σύμβ. C24H28ClN5O3)για την αντιμετώπιση της ναυτίας. Βλ. -ίνη. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Dramamine, 1949] | |
| 13761 | δραματικός | , ή, ό δρα-μα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το δράμα ως ποιητικό είδος ή έργο· γενικότ. θεατρικός: (ΦΙΛΟΛ.) ~ός: διάλογος/ήρωας/λόγος. ~ή: ένταση/ποίηση (βλ. επική, λυρική). (ΑΡΧ.) ~οί: αγώνες.|| ~ό: ποίημα/στοιχείο. Παίζει κυρίως ~ούς ρόλους. Βλ. κωμ-, σατυρ-ικός.|| ~ός: θίασος. ~ή: σχολή/τέχνη. ~ή αναπαράσταση του μύθου. 2. (μτφ.) που προκαλεί ή φανερώνει έντονη συγκινησιακή φόρτιση, έκπληξη ή ανησυχία και κατ' επέκτ. (συνηθέστ. για κάτι αρνητικό) υπερβολικά μεγάλος, δραστικός: ~ός: απολογισμός/τόνος. ~ή: αφήγηση/έκκληση για βοήθεια/περιπέτεια/(τηλεοπτική) σειρά/τροπή. ~ό: γεγονός/ύφος/φινάλε. ~ές: στιγμές/συνέπειες (: πολύ δυσάρεστες, θλιβερές ή κρίσιμες). ~ή η κατάσταση στις πληγείσες από τον σεισμό περιοχές (πβ. τραγικός). Βλ. μελο~, ψυχο~.|| ~ή: άνοδος (των τιμών)/βελτίωση (της απόδοσης)/επιδείνωση (της ανεργίας)/κατάσταση/μείωση (του εισοδήματος)/μεταβολή (του κλίματος)/πτώση (στις πωλήσεις)/υστέρηση (των εσόδων). Ο πληθυσμός μειώνεται με ~ούς ρυθμούς. Πβ. επικίνδυνος. ● επίρρ.: δραματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 2: Η ανεργία αυξάνεται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: θεατρικό/δραματικό παιχνίδι βλ. παιχνίδι [< αρχ. δραματικός, γαλλ. dramatique, αγγλ. dramatic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ