Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [14620-14640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13760δραμαμίνηδρα-μα-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. αντιισταμινικό φάρμακο (σύμβ. C24H28ClN5O3)για την αντιμετώπιση της ναυτίας. Βλ. -ίνη. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Dramamine, 1949]
13761δραματικός, ή, ό δρα-μα-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με το δράμα ως ποιητικό είδος ή έργο· γενικότ. θεατρικός: (ΦΙΛΟΛ.) ~ός: διάλογος/ήρωας/λόγος. ~ή: ένταση/ποίηση (βλ. επική, λυρική). (ΑΡΧ.) ~οί: αγώνες.|| ~ό: ποίημα/στοιχείο. Παίζει κυρίως ~ούς ρόλους. Βλ. κωμ-, σατυρ-ικός.|| ~ός: θίασος. ~ή: σχολή/τέχνη. ~ή αναπαράσταση του μύθου. 2. (μτφ.) που προκαλεί ή φανερώνει έντονη συγκινησιακή φόρτιση, έκπληξη ή ανησυχία και κατ' επέκτ. (συνηθέστ. για κάτι αρνητικό) υπερβολικά μεγάλος, δραστικός: ~ός: απολογισμός/τόνος. ~ή: αφήγηση/έκκληση για βοήθεια/περιπέτεια/(τηλεοπτική) σειρά/τροπή. ~ό: γεγονός/ύφος/φινάλε. ~ές: στιγμές/συνέπειες (: πολύ δυσάρεστες, θλιβερές ή κρίσιμες). ~ή η κατάσταση στις πληγείσες από τον σεισμό περιοχές (πβ. τραγικός). Βλ. μελο~, ψυχο~.|| ~ή: άνοδος (των τιμών)/βελτίωση (της απόδοσης)/επιδείνωση (της ανεργίας)/κατάσταση/μείωση (του εισοδήματος)/μεταβολή (του κλίματος)/πτώση (στις πωλήσεις)/υστέρηση (των εσόδων). Ο πληθυσμός μειώνεται με ~ούς ρυθμούς. Πβ. επικίνδυνος. ● επίρρ.: δραματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 2: Η ανεργία αυξάνεται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: θεατρικό/δραματικό παιχνίδι βλ. παιχνίδι [< αρχ. δραματικός, γαλλ. dramatique, αγγλ. dramatic]
13762δραματικότηταδρα-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δραματικό: η ~ μιας κινηματογραφικής σκηνής/ενός πίνακα ζωγραφικής/ενός ρόλου. ~ στην ερμηνεία.|| Η ~ των γεγονότων. Περιέγραψε με έντονη ~ την κατάσταση. Βλ. -ότητα.
13763δραματογραφίαδρα-μα-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) ΘΕΑΤΡ. 1. το σύνολο των δραματικών έργων (χώρας, ευρύτερης περιοχής ή εποχής): ευρωπαϊκή/μεταπολεμική ~. Η ελληνική ~ του 19ου αι. ΣΥΝ. δραματολογία (2) 2. δραματουργία. Βλ. -γραφία.
13764δραματογράφοςδρα-μα-το-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): δραματουργός. Βλ. -γράφος, κωμωδιογράφος. [< μεσν. δραματογράφος]
13765δραματοθεραπείαδρα-μα-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. μέθοδος θεραπείας ψυχικών και σωματικών διαταραχών με θεατρικές και δημιουργικές τεχνικές: ατομική/ομαδική ~. Ομάδα/σεμινάριο ~ας. Βλ. -θεραπεία, ψυχόδραμα. [< αγγλ. dramatherapy, γαλλ. dramathérapie]
13766δραματοθεραπευτής, δραματοθεραπεύτριαδρα-μα-το-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη δραματοθεραπεία: θεατρολόγος/ψυχολόγος-~. [< αγγλ. drama therapist, γαλλ. dramathérapeute]
13767δραματολογίαδρα-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΘΕΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη δημιουργία ή/και τη διδασκαλία των δραματικών έργων: ευρωπαϊκή/συγκριτική ~. ~ νεοελληνικού θεάτρου. Βλ. θεατρολογία, -λογία. 2. (σπάν.) δραματογραφία.
13768δραματολογικός, ή, ό δρα-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΘΕΑΤΡ. που έχει σχέση με τη δραματολογία. Πβ. δραματουργικός. ● επίρρ.: δραματολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
13769δραματολόγιοδρα-μα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. το σύνολο των έργων που ανεβάζει ένας θίασος σε ορισμένη θεατρική περίοδο· ρεπερτόριο: διεθνές/ελληνικό/κλασικό/σύγχρονο ~. Το ~ ενός θιάσου. Βλ. -λόγιο. [< γαλλ. répertoire]
13770δραματολόγοςδρα-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στη δραματολογία. Βλ. θεατρολόγος, -λόγος.
13771δραματοποίησηδρα-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. θεατρική διασκευή λογοτεχνικού κειμένου, διήγησης ή συμβάντος: ~ μύθου/ποιημάτων. ~ και θεατρικό παιχνίδι. Η ~ στη διδασκαλία. 2. (μτφ.) παρουσίαση γεγονότος με δραματικό τρόπο: ~ της κατάστασης. Βλ. -ποίηση. ΑΝΤ. αποδραματοποίηση [< γαλλ. dramatisation, αγγλ. dramatization]
13772δραματοποιώ[δραματοποιῶ] δρα-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {δραματοποι-είς ..., -ώντας | δραματοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. δίνω θεατρική μορφή συνήθ. σε λογοτεχνικό έργο: Οι μαθητές ~ησαν διηγήματα/παραμύθια.|| (κατ΄επέκτ.) ~ήθηκαν έθιμα/σκηνές από την καθημερινή ζωή. ~ημένη: διάλεξη/σειρά. ~ημένο: ντοκιμαντέρ.|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ημένος: αφηγητής (: που συμμετέχει στην ιστορία την οποία αφηγείται). 2. (μτφ.) υπερβάλλω για τη σοβαρότητα συμβάντος, είδησης, ζητήματος: Δεν χρειάζεται να ~είς τα γεγονότα/την κατάσταση (= να μεγαλοποιείς τα πράγματα). Πβ. τραγικοποιώ. Βλ. -ποιώ. ΑΝΤ. αποδραματοποιώ [< αρχ. δραματοποιῶ ‘εκφράζω με δραματικό τρόπο’, γαλλ. dramatiser, αγγλ. dramatize]
13773δραματουργίαδρα-μα-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) ΘΕΑΤΡ. 1. συγγραφή θεατρικών έργων: υποκριτική, σκηνοθεσία και ~. 2. δραματογραφία: έργα από την παγκόσμια ~. Ανθολογία νεοελληνικής ~ας. Βλ. -ουργία. [< μτγν. δραματουργία, γαλλ. dramaturgie, αγγλ. dramaturgy]
13774δραματουργικός, ή, ό δρα-μα-τουρ-γι-κός επίθ.: ΘΕΑΤΡ. που σχετίζεται με τη δραματουργία ή τον δραματουργό: ~ή: δομή/επεξεργασία/σύνθεση/τεχνική. ~ά: πρότυπα. Το πεζογραφικό και ~ό έργο ενός συγγραφέα. Πβ. δραματολογικός. ● επίρρ.: δραματουργικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. δραματουργικός, γαλλ. dramaturgique, αγγλ. dramaturgic]
13775δραματουργόςδρα-μα-τουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): θεατρικός συγγραφέας: κλασικοί/ξένοι/σύγχρονοι ~οί.|| Μεγάλοι ~οί της αρχαιότητας (= τραγικοί ποιητές, τραγωδοί). Βλ. -ουργός1. ΣΥΝ. δραματογράφος [< μτγν. δραματουργός, γαλλ. dramaturge, αγγλ. dramaturgist]
13776δράμιδρά-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-συχνά σε αρνητ. εκφορά) για κάτι που υπάρχει σε ελάχιστο βαθμό: (Δεν έχει ούτε) ένα ~ (: έναν κόκκο) ανθρωπιάς/σεβασμού/ωριμότητας. ~ μυαλό δεν του έμεινε (πβ. κουκούτσι). ΣΥΝ. ίχνος (3), στάλα, σταλιά 2. (παλαιότ.) μονάδα βάρους ισοδύναμη με το ένα τετρακοσιοστό της οκάς (περ. 3,2 γραμμάρια). [< μεσν. δράμι(ον)]
13777δραμινός, ή, ό δρα-μι-νός επίθ.: που σχετίζεται με τη Δράμα ή/και τους Δραμινούς.
13778Δραμινός, ΔραμινήΔρα-μι-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τη Δράμα.
13779δράναδρά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κληματαριά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.