Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14640-14660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13782δραπέτευσηδρα-πέ-τευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του δραπετεύω, απόδραση, διαφυγή: ομαδική ~ από τις φυλακές.|| (μτφ.) ~ από την καθημερινότητα. Πβ. φυγή. [< μεσν. δραπέτευσις]
13783δραπετεύωδρα-πε-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {δραπέτευ-σα, δραπετεύ-οντας} ΣΥΝ. αποδρώ 1. φεύγω κρυφά από φυλακή ή από χώρο όπου με κρατούν αιχμάλωτο ή περιορισμένο: Οι κρατούμενοι κατόρθωσαν να ~σουν.|| Δύο τάρανδοι ~σαν από τον ζωολογικό κήπο. Πβ. διαφεύγω, το σκάω. 2. (μτφ.) απομακρύνομαι από περιβάλλον ή κατάσταση που μου προκαλεί πίεση: Επιζητεί να ~σει από τις σκοτούρες, τα άγχη, τις εντάσεις. Πβ. ξεφεύγω. [< 1: αρχ. δραπετεύω]
13784δραπέτηςδρα-πέ-της ουσ. (αρσ.) {δραπετών | σπάν. θηλ. δραπέτισσα (λόγ.) δραπέτις}: πρόσωπο που έχει αποδράσει, κυρ. από φυλακή: επικίνδυνος/καταζητούμενος ~.|| (κατ' επέκτ.) κατάδικος που δεν επέστρεψε στη φυλακή μετά την άδεια που του χορηγήθηκε. Βλ. φυγάς.|| (μτφ.-λογοτ.) ~ες της πραγματικότητας. [< αρχ. δραπέτης]
13785δράσειβλ. δρω
13786δράσηδρά-ση ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο ενεργειών με συγκεκριμένο σκοπό: ανθρωπιστική/αντιστασιακή/δημιουργική/διεθνής/εγκληματική/εθελοντική/επαναστατική/επιχειρηματική/ερευνητική/κοινοβουλευτική/κοινωνική/οικολογική/περιβαλλοντική/πολιτική/τρομοκρατική ~. Ενιαία ~ της οργάνωσης/παράταξης. ~ αγάπης/αλληλεγγύης/ευαισθητοποίησης/πληροφόρησης/προώθησης ενός έργου. Πολιτιστικός σύλλογος με πλούσια ~ (= δραστηριότητα). Παράλληλη ~ των δύο οργανώσεων. Ανέπτυξαν ~. Εντείνουμε/συντονίζουμε τη ~ μας. Βλ. αλληλόδραση.|| (ειδικότ. για προγραμματισμένες ενέργειες με ορισμένα χρονικά όρια και στόχους, κυρ. στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) Καινοτόμες/κυβερνητικές/πιλοτικές/στοχευμένες ~εις. ~εις αντιμετώπισης της ανεργίας. Προϋπολογισμός/υλοποίηση ~εων. 2. η δυνατότητα του ανθρώπου να ενεργεί (σε αντιδιαστολή με τη σκέψη και τα λόγια)· δραστηριότητα: ελευθερία ~ης. Άξονας/τομείς ~ης. Έμεινε εκτός (ενεργού) ~ης. Άνθρωπος της ~ης (= δραστήριος). ΑΝΤ. απραξία.|| (για φυσικό φαινόμενο) ~ του ηφαιστείου.|| (ΦΥΣ.) Η αρχή της ελάχιστης ~ης. 3. διαδοχή των γεγονότων και διαπλοκή των στοιχείων σε ένα θεατρικό, κινηματογραφικό, λογοτεχνικό έργο, ώστε να προκαλούν ζωηρό ενδιαφέρον και αγωνία: έντονη/εξωτερική/εσωτερική/σκηνική ~ (πβ. πλοκή). Ταινία ~ης (: με γρήγορες σκηνές περιπέτειας και αναπάντεχων εξελίξεων). 4. επενέργεια, επίδραση: αντικαρκινική/αντιοξειδωτική/βιολογική/τοξική/φαρμακευτική ~. ~ της ασπιρίνης/της βιταμίνης. ~ υπεριώδους ακτινοβολίας στον ανθρώπινο οργανισμό. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινή δράση: συλλογική ενέργεια: πρωτοβουλίες ~ής ~ης για την Παιδεία. Συνεργασία/συντονισμός και ~ ~. Κάλεσμα σε ~ ~., πρόγραμμα/σχέδιο δράσης: σύνολο συντονισμένων ενεργειών με συγκεκριμένους στόχους και άξονες: εθνικό/ευρωπαϊκό/κοινοτικό/παγκόσμιο/περιφερειακό/τοπικό ~ ~. ~ ~ της επιχείρησης/του κλάδου/της κυβέρνησης. ~ ~ για το περιβάλλον/στον τομέα της εκπαίδευσης. [< αγγλ. program of action/action plan] , άμεση δράση βλ. άμεσος, ανάληψη δράσης/δράσεων βλ. ανάληψη, έρευνα δράσης βλ. έρευνα, θετική δράση βλ. θετικός, ομάδα δράσης βλ. ομάδα, πεδίο δράσης βλ. πεδίο, φιγούρα δράσης βλ. φιγούρα ● ΦΡ.: δράση-αντίδραση: ΦΥΣ. νόμος σύμφωνα με τον οποίο η δύναμη που ασκείται σε ένα σώμα προκαλεί την άσκηση ίσης, αλλά αντίθετης προς αυτήν, δύναμης., εν δράσει (λόγ.) & σε δράση: τη στιγμή που δρα: πολίτες ~ ~. Βρίσκεται/είναι ~ ~ (= δρα, ενεργεί).|| Η Αστυνομία σε πλήρη δράση. [< γαλλ. en action] [< μτγν. δρᾶσις ‘δύναμη, ενέργεια, δραστηριότητα’, γαλλ.-αγγλ. action]
13787δρασκελιάδρα-σκε-λιά ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. μεγάλο άνοιγμα των ποδιών κατά το βάδισμα ή το τρέξιμο, ανοιχτό βήμα: Προχωρούσε με γρήγορες/μεγάλες ~ιές. ΣΥΝ. διασκελισμός (1), δρασκελισμός 2. (συνεκδ.) το βήμα ως μονάδα για μέτρηση αποστάσεων: Μια ~ δρόμος (= μικρή απόσταση) χώριζε τα δύο σπίτια.
13788δρασκελίζωδρα-σκε-λί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δρασκέλι-σα} (λαϊκό) & δρασκελώ, -άς ... & (λόγ.) διασκελίζω: περνώ πάνω από κάτι, πηδώντας ή κάνοντας μεγάλα, ανοιχτά βήματα: ~ ένα εμπόδιο/χαντάκι. ΣΥΝ. υπερπηδώ.|| ~ το κατώφλι/την πόρτα/τα σκαλιά.|| (μτφ.) Το ηλεκτρονικό εμπόριο ~ει (= διασχίζει) τα σύνορα. [< μεσν. δρασκελώ, διασκελίζω]
13789δρασκέλισμαδρα-σκέ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): πέρασμα: ~ του τοίχου (= υπερπήδηση).|| ~ των βουνών (= διάσχιση).|| (μτφ.) ~ του χρόνου.
13790δρασκελισμόςδρα-σκε-λι-σμός ουσ. (αρσ.): δρασκελιά: Απομακρύνθηκε με μεγάλους ~ούς.|| (μτφ.) Με γοργούς ~ούς επιχειρεί η αγορά να καλύψει το χαμένο έδαφος. Πβ. βήμα, διασκελισμός. Βλ. -ισμός.
13791δραστηριοποίησηδρα-στη-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): (κυρ. για πρόσωπο, εταιρεία ή φορέα) ανάπτυξη δράσης, ενεργοποίηση: επιχειρηματική/κοινωνική/πολιτική/σωματική ~. ~ των νέων/πολιτών. Πβ. κινητοποίηση. Βλ. ευαισθητοποίηση.|| Η ~ του ομίλου στο εξωτερικό.
13792δραστηριοποιώ[δραστηριοποιῶ] δρα-στη-ρι-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {δραστηριοποι-εί, -ώντας | δραστηριοποί-ησε, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} 1. κάνω κάτι να ενεργοποιηθεί, να λειτουργήσει πιο εντατικά: Το διάβασμα ~εί το μυαλό. 2. παρακινώ κάποιον να αναπτύξει δραστηριότητα: Οι εργασίες ~ούν τους μαθητές. Πβ. κινητοποιώ.|| Εταιρεία που ~είται στην παραγωγή λογισμικού. Πβ. δρω. ΑΝΤ. αδρανώ. Βλ. -ποιώ.
13793δραστήριος, α, ο δρα-στή-ρι-ος επίθ.: που αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα σε κάποιον τομέα ή χαρακτηρίζεται από δράση και ενεργητικότητα: ~ος: πρόεδρος/σύλλογος. ~α: κοινότητα/πόλη. Από τα πιο ~α μέλη του κοινοβουλίου. Κοινωνικά/πολιτικά ~. ΑΝΤ. αδρανής, νωθρός.|| ~α: ζωή/παρουσία/συμμετοχή/χρονιά. Πβ. δυναμικός, ενεργός. Βλ. υπερ~, -τήριος. ● επίρρ.: δραστήρια & (λόγ.) δραστηρίως [< αρχ. δραστήριος, γαλλ. actif]
13794δραστηριότηταδρα-στη-ρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. δράση 1. σύνολο ενεργειών ανθρώπου, ομάδας, επιχείρησης ή φορέα σε ορισμένο τομέα: βιομηχανική/εκδοτική/έντονη/επαγγελματική/ερευνητική/κοινωνική/μαθησιακή/οικονομική/πλούσια/πολιτική/πολύπλευρη ~. Αθλητικές/εκπαιδευτικές/εναλλακτικές/παράνομες/πολιτιστικές/σχολικές/σωματικές ~ες. Πλήθος ~ήτων. Εκδηλώσεις και ~ες. Ανέπτυξε ~ (= δραστηριοποιήθηκε) στον τομέα ... Η εταιρεία διευρύνει/επεκτείνει τις ~ές της.|| Έχει πολλές ~ες (= ασχολίες). 2. (ειδικότ.) οι φυσικές διεργασίες με τις οποίες εκδηλώνεται ένα φαινόμενο: ηλιακή/ηφαιστειακή/σεισμική ~. Βλ. υπερ~. 3. ενεργητικότητα: πυρετώδης ~. Εργάστηκε με θαυμαστή ~ για ... Πβ. δυναμισμός. Βλ. -ότητα. [< μεσν. δραστηριότης, γαλλ. activité, αγγλ. activity]
13795δράστηςδρά-στης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {δραστών | σπάν. θηλ. δράστιδα, δράστρια, (λόγ.) δράστις} 1. πρόσωπο που έχει διαπράξει παράνομη πράξη: άφαντος ο ~. Εντοπίστηκε/ομολόγησε/παραδόθηκε ο ~ του εγκλήματος/της ληστείας. Συνελήφθησαν οι φερόμενοι ως ~ες της δολοφονίας/επίθεσης. Πβ. αυτουργός. Βλ. εγκληματίας, κακοποιός. 2. (συνήθ. ειρων.) υπαίτιος συνήθ. για κάτι αρνητικό (άστοχο, αθέμιτο, ανεπιθύμητο, κακόγουστο): ο ~ του παραπλανητικού ρεπορτάζ/του εν λόγω καλλιτεχνήματος.|| (προφ., στο ποδόσφαιρο:) ~ του γκολ. [< μτγν. δράστης, δράστις ‘αυτός που δρα, βίαιος’, γερμ. Täter]
13796δραστικός, ή, ό δρα-στι-κός επίθ. 1. που έχει άμεσο και σίγουρο αποτέλεσμα: (ΦΑΡΜΑΚ.) ~ή: θεραπεία/ουσία. ~ό: φάρμακο. Βλ. βιο~, ψυχο~.|| ~ές: αποφάσεις/λύσεις. ~ά: μέτρα. Πβ. αποφασιστ-, δυναμ-, ριζ-ικός, καίριος. Βλ. αντι~. ΣΥΝ. αποτελεσματικός (1) 2. σημαντικός, αξιοσημείωτος: ~ός: περιορισμός. ~ή: βελτίωση/μείωση (= δραματική). ~ές: αλλαγές/περικοπές (= πολύ μεγάλες). ● επίρρ.: δραστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. δραστικός, γαλλ. drastique, αγγλ. drastic]
13797δραστικότηταδρα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): αποτελεσματικότητα: (ΦΑΡΜΑΚ.) αυξημένη/βιολογική/υψηλή ~ του εμβολίου/ενζύμου/φαρμάκου.|| (ΧΗΜ.) Χημική ~ (= ενεργότητα). Σειρά ~ας (μετάλλων).|| (σπανιότ.) Η ~ της λογοτεχνικής γλώσσας. Βλ. -ότητα.
13798δράσωβλ. δρω
13799δράττομαιδράτ-το-μαι ρ. (μτβ.) (λόγ.): μόνο στη ● ΦΡ.: δράττομαι της ευκαιρίας: επωφελούμαι από την ευκαιρία, την εκμεταλλεύομαι: ~ ~ να αναφερθώ στο .../να σας συγχαρώ. Πβ. αδράχνω την ευκαιρία. [< αρχ. δράττομαι]
13800δραχμήδραχ-μή ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): νομισματική μονάδα του ελληνικού κράτους έως τις αρχές του 2002 (συντομ. δρχ.). ● Υποκ.: δραχμούλα (η) [< αρχ. δραχμή]
13801δραχμικός, ή, ό δραχ-μι-κός επίθ. (παλαιότ.): που σχετίζεται με τη δραχμή.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.