| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13802 | δραχμιστής | δραχ-μι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός επιστροφής στη δραχμή: λαϊκιστής και ~. | |
| 13804 | δραχμοποίηση | δραχ-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΟΙΚΟΝ. μετατροπή νομίσματος ξένου κράτους ή μετοχής σε ελληνικές δραχμές: ~ συναλλάγματος. Βλ. ευρωποίηση, -ποίηση. | |
| 13805 | δραχμοφονιάς | δραχ-μο-φο-νιάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): φραγκοφονιάς. | |
| 13806 | δρεπανηφόρος | , ος/α, ο δρε-πα-νη-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που έχει δρεπάνια: (ΑΡΧ.) ~ο: άρμα. Βλ. -φόρος. [< αρχ. δρεπανηφόρος] | |
| 13807 | δρεπάνι | δρε-πά-νι ουσ. (ουδ.) {δρεπαν-ιού} & δρέπανο & (λαϊκό) δραπάνι (κυρ. παλαιότ.): κοπτικό-θεριστικό γεωργικό εργαλείο, που αποτελείται από κοντή, ξύλινη ή μεταλλική, χειρολαβή ή μακρύ στειλιάρι και μεταλλική κυρτή λεπίδα: κοφτερό ~.|| (μτφ.) Το ~ του Χάρου. Βλ. σφυροδρέπανο. [< μεσν. δρεπάνι(ν) < μτγν. δρεπάνιον < αρχ. δρέπανον] | |
| 13808 | δρεπανοειδής | , ής, ές δρε-πα-νο-ει-δής επίθ. (κυρ. επιστ.): που μοιάζει με δρεπάνι: ~ής: λάμα. (ΙΑΤΡ.) ~ σύνδεσμος του ήπατος. Ερυθροκύτταρα με ~ές σχήμα (= δρεπανοκύτταρα). Πβ. μηνο-, τοξο-ειδής. Βλ. ημικυκλικός, καμπύλος, -ειδής. [< αρχ. δρεπανοειδής] | |
| 13809 | δρεπανοκύτταρα | δρε-πα-νο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. δρεπανοκύτταρο}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ερυθροκύτταρα με παθολογική αιμοσφαιρίνη, τα οποία αποκτούν δρεπανοειδές σχήμα, ιδ. σε περιβάλλον με μειωμένο οξυγόνο. [< γαλλ. drépanocyte, 1949] | |
| 13810 | δρεπανοκυτταρικός | , ή, ό δρε-πα-νο-κυτ-τα-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τα δρεπανοκύτταρα: ~ή: κρίση/νόσος. ~ά: σύνδρομα. ● ΣΥΜΠΛ.: δρεπανοκυτταρική αναιμία: κληρονομική ασθένεια που χαρακτηρίζεται από την παρουσία παθολογικής αιμοσφαιρίνης στα ερυθροκύτταρα, τα οποία μοιάζουν με δρεπάνι, προκαλώντας απόφραξη των τριχοειδών αγγείων, ελλιπή οξυγόνωση του αίματος και βλάβη στους ιστούς: ετερόζυγη/ομόζυγη ~ ~. Βλ. αιμοσφαιρινοπάθειες. [< γαλλ. anémie falciforme, αγγλ. sickle cell an(a)emia] [< γαλλ. Drépanocytaire, αγγλ. drepanocytic] | |
| 13811 | δρεπτός | , ή, ό δρε-πτός επίθ. (επίσ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δρεπτά άνθη: κομμένα και δεμένα σε ανθοδέσμη. [< μτγν. δρεπτός] | |
| 13812 | δρέπω | δρέ-πω ρ. (μτβ.) {έδρε-ψα, δρέπ-οντας} (απαιτ. λεξιλόγ.): (μτφ.) απολαμβάνω: ~ει επαίνους. ~ουν τα οφέλη (= επωφελούνται). Πβ. αποκομίζω, κερδίζω. ● ΦΡ.: δρέπω (τους) καρπούς (μτφ.): ανταμείβομαι για κάτι: ~ει τους ~ των κόπων/προσπαθειών του.|| (σπάν.-ειρων.) Η διοίκηση τώρα ~ει τους ~ των παραλείψεών της (= υφίσταται τις συνέπειες)., δρέπω δάφνες βλ. δάφνη [< αρχ. δρέπω ‘κόβω, συλλέγω, απολαμβάνω’] | |
| 13813 | δρίμες | [δρῖμες] δρί-μες ουσ. (θηλ.) (οι): ΛΑΟΓΡ. ορισμένες ημέρες του χρόνου, συνήθ. οι πρώτες του Μαρτίου, του Μαΐου ή του Αυγούστου, που, σύμφωνα με λαϊκές δοξασίες, είναι δυσοίωνες. [< μτγν. δρῖμαι] | |
| 13814 | δριμύς | , εία, ύ δρι-μύς επίθ. {δριμ-ύ (λόγ.) -έος (θηλ. -είας) | -είς (ουδ. -έα), -έων· δριμύτ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. πολύ έντονος: (για φυσικό-καιρικό φαινόμενο:) ~ύς: άνεμος/χειμώνας (= βαρύς). ~ύ: κλίμα/κρύο (= διαπεραστικό, τσουχτερό)/κύμα κακοκαιρίας (= σφοδρό)/ψύχος.|| (για αίσθηση:) ~ύς: πόνος. ~εία: γεύση/οσμή. ~ύ: άρωμα. 2. (μτφ.) οξύς, αυστηρός, σκληρός: ~ύς: επικριτής. ~εία: αντίδραση/επίθεση/καταγγελία/κριτική (= καυστική). ~ύ: κατηγορώ/ύφος. Πβ. δηκτικός, τσεκουράτος. ● ΦΡ.: επανέρχομαι/επιστρέφω δριμύτερος: ασχολούμαι ξανά με μια δραστηριότητα, δείχνοντας μεγαλύτερο ζήλο ή δυναμισμό απ' ό,τι πριν: Ύστερα από πολυετή απουσία, ~εται ~η στη δισκογραφία. [< αρχ. δριμύς] | |
| 13815 | δριμύτητα | δρι-μύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ένταση, σφοδρότητα: ~ μιας ασθένειας/των συμπτωμάτων.|| ~ της ξηρασίας/του χειμώνα. 2. (μτφ.) οξύτητα: Καταγγέλλει/καταδικάζει με ιδιαίτερη ~ τον βασανισμό των συλληφθέντων. Η πένα της με ~ και τόλμη καταγράφει ... Πβ. δηκτικ-, καυστικ-ότητα. [< αρχ. δριμύτης] | |
| 13816 | δρόγη | δρό-γη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. φυτική, ζωική ή ορυκτή πρώτη ύλη που χρησιμοποιείται σε φαρμακευτικά παρασκευάσματα· συνεκδ. το ίδιο το παρασκεύασμα. [< γαλλ. drogue] | |
| 13817 | δρολάπι | δρο-λά-πι ουσ. (ουδ.) & δρόλαπας (ο) (λογοτ.) : καταρρακτώδης βροχή με σφοδρό άνεμο. Πβ. καταιγίδα, λαίλαπα. ΣΥΝ. ανεμοβρόχι | |
| 13818 | δρομάδα | δρο-μά-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. καμήλα με μία καμπούρα (επιστ. ονομασ. Camelus dromedarius). Βλ. -άδα, βακτριανή. [< αρχ. δρομάς (κάμηλος)] | |
| 13819 | δρομαίος | , α, ο [δρομαῖος] δρο-μαί-ος επίθ. (λόγ.): γρήγορος, τρεχάτος: Έφυγε/κατέφθασε ~ (= τρέχοντας). [< αρχ. δρομαῖος] | |
| 13820 | δρομέας | δρο-μέ-ας ουσ. (αρσ.) {δρομ-έα | -είς, -έων} 1. ΑΘΛ. {κ. θηλ.} αθλητής που συμμετέχει σε αγώνισμα δρόμου: ~ μεσαίων και μεγάλων/μικρών αποστάσεων. ~ αντοχής/ταχύτητας (πβ. σπρίντερ). Βλ. εκ~, κατα~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ρότορας. 3. ΠΛΗΡΟΦ. κέρσορας. ● δρομείς (οι): ΟΡΝΙΘ. πτηνά με ατροφικά φτερά, χωρίς τρόπιδα, τα οποία μπορούν να τρέχουν, αλλά όχι να πετούν (όπως η στρουθοκάμηλος). [< 1: αρχ. δρομεύς] | |
| 13822 | δρομικός | , ή, ό δρο-μι-κός επίθ. 1. ΑΡΧΙΤ. (για τοίχο ή τοιχοποιία) με πλίνθους ή τούβλα τοποθετημένα έτσι, ώστε η μεγαλύτερη πλευρά τους να είναι παράλληλη με την επιφάνεια του τοίχου: ~ή: δόμηση/πλινθοδομή. Πβ. επιμήκης. ΑΝΤ. μπατικός 2. ΑΘΛ. που έχει σχέση με τον δρόμο, το τρέξιμο: ~ές: ασκήσεις. ~ά: αγωνίσματα αντοχής/στίβου. Βλ. εκ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δρομικός ναός: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. τύπος βασιλικής που διαιρείται με κιονοστοιχίες σε κάθετους επιμήκεις χώρους (τα κλίτη). [< 1: μτγν. δρομικός 2: αρχ. ~] | |
| 13824 | Δρομοκαΐτειο | Δρο-μο-κα-ΐ-τει-ο ουσ. (ουδ.) βλ. Δαφνί. [< ανθρ. Ζώρζης Δρομοκαΐτης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ