Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14700-14720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13846δροσούλαβλ. δροσιά
13847δροσόφιλαδρο-σό-φι-λα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. είδος μυγών (γένος Drosophila), κοκκινωπού συνήθ. χρώματος, της τάξης των διπτέρων, που χρησιμοποιούνται σε πειράματα γενετικής. ΣΥΝ. μύγα των φρούτων/του ξιδιού [< γαλλ. drosophile, αγγλ. drosophila]
13848δρύινος, η, ο δρύ-ι-νος επίθ. (λόγ.): που έχει κατασκευαστεί από ξύλο βελανιδιάς: ~η: επένδυση/κουζίνα/πόρτα. ~ο: βαρέλι. ~α: πατώματα (βλ. παρκέ). [< αρχ. δρύινος]
13849δρυμόςδρυ-μός ουσ. (αρσ.) (επίσ.): δάσος με ψηλά και πυκνά δέντρα: φυσικός ~. ΣΥΝ. δρυμώνας ● ΣΥΜΠΛ.: εθνικός δρυμός: μεγάλη δασική έκταση που προστατεύεται από το κράτος λόγω του σπάνιου φυσικού πλούτου της., μέλανας δρυμός βλ. μέλας [< αρχ. δρυμός]
13850δρυμώναςδρυ-μώ-νας ουσ. (αρσ.): δρυμός. Βλ. -ώνας. [< μτγν. δρυμών]
13851δρυοδάσοςδρυ-ο-δά-σος ουσ. (ουδ.) & δρυόδασος: δάσος με βελανιδιές. Βλ. -δασος.
13852δρυοκολάπτηςδρυ-ο-κο-λά-πτης ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. πτηνό του δάσους (τάξη Piciformes, οικογ. Picidae) που τρέφεται με έντομα, τα οποία βρίσκει ανοίγοντας με το ράμφος του τρύπες στον φλοιό των δέντρων. Βλ. στραβολαίμης, τουκάν. ΣΥΝ. τρυποκάρυδος (2), τσικλιτάρα [< αρχ. δρυοκολάπτης]
13853δρύπηδρύ-πη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. σαρκώδης καρπός με σκληρό πυρήνα, όπως το βερίκοκο, το κεράσι, η ελιά. Βλ. ράγα2. [< γαλλ. drupe]
13854δρυς[δρῦς] ουσ. (θηλ.) {δρυ-ός, δρυ | δρύ-ες, -ών, δρυς} (λόγ.): ΒΟΤ. βελανιδιά: τραπέζι από ξύλο ~ός (= δρύινο). Δάση ~ός και πεύκου (βλ. δρυο-, πευκο-δάσος). Βλ. φελλό~. ● ΦΡ.: δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται (αρχαιοπρ.): όλοι επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν την απώλεια της δύναμης ή της εξουσίας κάποιου. [< αρχ. δρῦς]
13855δρύφακτο & δρύφρακτοδρύ-φα-κτο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. κινητή ξύλινη ή μεταλλική μπάρα που χρησιμοποιείται για να φράξει τον δρόμο σε οχήματα και πεζούς (σε ισόπεδη διάβαση ή κατά την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού σε διόδια): σιδηροδρομική γραμμή φυλασσόµενη µε αυτόµατα ~α. 2. ΝΑΥΤ. κουπαστή, παραπέτο. [< αρχ. δρύφακτος ‘φράχτης, μπαλκόνι, πεζούλι’]
13856δρω[δρῶ] ρ. (αμτβ.) {δρα ..., δρώντας | έδρα-σα, δρά-σω, λόγ. μτχ. δρων, δρώσα, δρων· συνήθ. στο γ' πρόσ.}: ενεργώ, ενεργοποιούμαι: Δρα ανενόχλητα/αυτόνομα/ελεύθερα/υπογείως. Οργανώσεις που δρουν ενάντια στον κοινωνικό αποκλεισμό. Η Αστυνομία ~σε αμέσως. Οι γνωστοί-άγνωστοι/οι κερδοσκόποι ~σαν και πάλι. Δρων πολιτικός οργανισμός. Το δρων υποκείμενο. Πβ. δραστηριο-, κινητο-ποιώ, κινούμαι. Βλ. αδρανώ, αντιδρώ.δρα: επιδρά, επενεργεί: (Κάτι) ~ αποτρεπτικά/ευεργετικά. Η υγιεινή διατροφή ~ προστατευτικά για πολλά νοσήματα. Χρειάζεται ένας μήνας, για να ~σει το φάρμακο. Κρέμα που ~ άμεσα και αποτελεσματικά για κάθε τύπο δέρματος. [< αρχ. δρῶ, γαλλ. agir, αγγλ. act]
13857δρώμεναδρώ-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. δρώμενο}: δραστηριότητες, γεγονότα με κοινωνικό ή πολιτιστικό ιδ. χαρακτήρα: θρησκευτικά (βλ. ιεροπραξία, τελετουργία)/ιστορικά/καλλιτεχνικά/κομματικά/πολιτικά ~. Εικαστικό ~ο (πβ. ιβέντ, χάπενινγκ).|| (ειδικότ.) Αποκριάτικα/θεατρικά/λαϊκά/μουσικά/παραδοσιακά ~ (: για ομαδικές παραστάσεις που βασίζονται συνήθ. στον αυτοσχεδιασμό). [< αρχ. δρώμενα]
13858ΔΣ1. (το) Διοικητικό Συμβούλιο. 2. (το) Διπλωματικό Σώμα. 3. (το) Δημοτικό Συμβούλιο. 4. (ο) Δικηγορικός Σύλλογος.
13859ΔτΑ(τα): Δικαιώματα του Ανθρώπου.
13860ΔΤΚ(ο): Δείκτης Τιμών Καταναλωτή.
13861ΔΤΥ(η): Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών.
13862ΔΤΧ(ο): Δείκτης Τιμών Χονδρικής.
13864ΔΥ(η): Δημόσια Υπηρεσία.
13863δυ-: λεξικό πρόθημα με αναφορά στον αριθμό δύο: ~αρχία. Πβ. δια-.|| ~αδικός.
13865δυάδαδυ-ά-δα ουσ. (θηλ.): σύνολο δύο προσώπων ή ομοειδών στοιχείων: Οι μαθητές εργάστηκαν ανά/σε ~ες. Η ομάδα εξασφάλισε μια θέση στην πρώτη ~ του πρωταθλήματος. Πβ. ζευγάρι, ζεύγος. Βλ. -άδα. [< αρχ. δυάς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.