Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14720-14740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13866δυαδικός, ή, ό δυ-α-δι-κός επίθ. 1. ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ. που έχει ως βάση τον αριθμό δύο: ~ός: κώδικας. ~ή: μορφή/τιμή. ~ό: ψηφίο (πβ. μπιτ2). 2. που αποτελείται από δύο στοιχεία, συχνά αντίθετα και αλληλοσυμπληρούμενα: (ΠΟΛΙΤ.) ~ή: αρχή/εξουσία.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ή υπόσταση του Χριστού (βλ. θεάνθρωπος).|| (ΦΥΣ.) ~ή φύση του φωτός (: κυματική και σωματιδιακή). ΣΥΝ. δυϊκός || Μη ~ή ταυτότητα φύλου (που δεν εντάσσεται στην κατηγορία ανδρας-γυναίκα). ● ΣΥΜΠΛ.: δυαδικό σύστημα (αρίθμησης): ΠΛΗΡΟΦ. αριθμητικό σύστημα βασισμένο στα ψηφία 0 και 1. [< μτγν. δυαδικός, γαλλ. binaire, αγγλ. binary]
13867δυαδικότηταδυ-α-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δυαδικό: η ~ μεταξύ πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας. Πβ. δυϊσμός. Βλ. τριαδικότητα.|| (ΦΥΣ.) Η ~ κύματος-σωματιδίου του φωτός και της ύλης. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. dualité]
13868δυαδισμόςδυ-α-δι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) δυαλισμός: ΦΙΛΟΣ. δυϊσμός. Βλ. -ισμός. [< μτγν. δυαδισμός ‘μετατροπή σε δυάδα’, γαλλ. dualisme]
13869δυάρεςδυ-ά-ρες ουσ. (θηλ.) (οι): (στο τάβλι και σε άλλα παιχνίδια) ζαριά στην οποία και τα δύο ζάρια δείχνουν δύο, διπλές. Βλ. τρι-, τεσσ-, πεντ-, εξ-άρες.
13870δυάριδυ-ά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. διαμέρισμα που περιλαμβάνει δύο κύρια δωμάτια: Ενοικιάζεται ~ 50 τ.μ. Βλ. γκαρσονιέρα, τρι-, τεσσ-, πεντ-άρι. 2. ΑΘΛ. (μόνο στο μπάσκετ) σούτινγκ γκαρντ: Παίζει ~. 3. τραπουλόχαρτο με τον αριθμό δύο. 4. (οικ.) βαθμός εξέτασης ή εργασίας στη δεκαβάθμια συνήθ. κλίμακα, ίσος με δύο. 5. τυποποιημένο μέγεθος: κλειδί ~. Βλ. δωδεκάρι. ● Υποκ.: δυαράκι (το)
13872δύειδύ-ει ρ. (αμτβ.) {έδυ-σε, δύ-οντας} (λόγ.) 1. (για ουράνιο σώμα) εξαφανίζεται κάτω από τη γραμμή του ορίζοντα: Ο ήλιος/η σελήνη ~σε. ΣΥΝ. βασιλεύει (2) ΑΝΤ. ανατέλλει (1) 2. (μτφ.) παρακμάζει, φθίνει: Πολιτισμοί που ~σαν και χάθηκαν. ~σε το όνειρο για ... Πβ. εξαφανίζω, σβήνω. Βλ. αναδύομαι. ● ΦΡ.: ανατέλλει/μεσουρανεί, δύει/σβήνει το άστρο κάποιου βλ. άστρο [< 1: αρχ. δύω]
13873δυϊκός, ή, ό δυ-ϊ-κός επίθ. (επιστ.): δυαδικός: (ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: θεωρία/µέθοδος.|| Η ~ή υπόσταση του ανθρώπου (: ψυχή και σώμα). Πβ. δισυπόστατος. ● ΣΥΜΠΛ.: δυϊκός (αριθμός): ΓΡΑΜΜ. αριθμός κλιτής λέξης της Αρχαίας Ελληνικής που δηλώνει δύο όμοια πρόσωπα ή πράγματα. Βλ. δυοίν θάτερον, ενικός, πληθυντικός. [< μτγν. δυϊκός]
13874δυϊσμόςδυ-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία η οποία δέχεται ότι η πραγματικότητα προσδιορίζεται από δύο αντίθετες αρχές: ο καρτεσιανός ~ μεταξύ του πνεύματος και του σώματος. ΣΥΝ. διαρχία, δυαδισμός. ΑΝΤ. εν-, μον-ισμός.|| (ΘΕΟΛ.) Ο ~ του καλού και του κακού. Βλ. μανιχαϊσμός.|| (κατ' επέκτ.) Ο ~ αρσενικού-θηλυκού. Ο πολιτιστικός ~ μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Βλ. πλουραλισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κυματοσωματιδιακός δυϊσμός βλ. κυματοσωματιδιακός [< γαλλ. dualisme]
13875δυϊστήςδυ-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του δυϊσμού. [< γαλλ. dualiste]
13876δυϊστικός, ή, ό δυ-ϊ-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον δυϊσμό: ~ό: σύστημα. ~ές: θεωρίες. Βλ. μανιχαϊστικός. ΑΝΤ. μονιστικός [< γαλλ. dualiste]
13877ΔΥΚ1. (η) Διοίκηση Υποβρυχίων Καταστροφών. 2. (ο) Διεθνής Υγειονομικός Κανονισμός.
13879δύναμαιδύ-να-μαι ρ. (μτβ.) {δύν-ασαι, -αται, -άμεθα, -ασθε, -ανται | δυνη-θεί, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επίσ.): μπορώ, έχω τη δυνατότητα ή το δικαίωμα να κάνω κάτι: Η εταιρεία ~αται να συνάπτει παντός είδους συμβάσεις. Πβ. είμαι σε θέση να ... ΑΝΤ. αδυνατώ [< αρχ. δύναμαι]
13880δυνάμειδυ-νά-μει επίρρ. (λόγ.) 1. σύμφωνα με: ~ του καταστατικού/του νόμου/της σύμβασης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε οδηγίες ~ της απόφασης ... ΣΥΝ. με βάση 2. δυνητικά (που μπορεί να υπάρξει ή να συμβεί): ~ επενδυτές/καταναλωτές. Οι ~ και εν ενεργεία δημιουργικές ικανότητες των ανθρώπων. ΣΥΝ. εν δυνάμει [< αρχ. δυνάμει, δοτ. του ουσ. δύναμις]
13881δύναμηδύ-να-μη ουσ. (θηλ.) 1. η ικανότητα -σωματική, ψυχική- που έχει κάποιος ή κάτι να ενεργεί με συγκεκριμένο τρόπο για την επίτευξη ενός σκοπού: ανθρώπινη/μυϊκή (= ρώμη)/φυσική ~. Ακατανίκητη (βλ. παντοδυναμία)/αστείρευτη/δημιουργική/εκφραστική/ερμηνευτική/πνευματική/ψυχολογική ~. ~ χαρακτήρα. Αντλώ δυνάμεις από ... Βρίσκω τη ~ να ... Ζωώδης/κτηνώδης ~. Εντυπωσιακή ~ και αντοχή. Ρίχνω/σπρώχνω/τραβώ/χτυπώ (κάτι) με ~ (= δυνατά). (ως ευχή:) Καλή ~ (σε όλους)! Έχασε τις δυνάμεις του και κινδύνεψε να πνιγεί. Αισθάνθηκε να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Ο ασθενής ανέκτησε τις δυνάμεις του/(λόγ.) ανέλαβε δυνάμεις. Δρομέας που δοκιμάζει τις δυνάμεις (πβ. δυνατότητες) του στον μαραθώνιο/που κράτησε δυνάμεις για τα τελευταία μέτρα.|| (κυριολ. κ. μτφ.) Είναι πάνω/πέρα από τις δυνάμεις μου. Ξεπερνάει/υπερβαίνει τις δυνάμεις μου. Αγωνίζομαι/προσπαθώ όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου. Πβ. ευρωστία, σθεναρ-, στιβαρ-ότητα, σφρίγος. Βλ. ταχυ~. ΑΝΤ. αδυναμία. 2. η ικανότητα που έχει κάτι άψυχο να επιφέρει ορισμένο αποτέλεσμα ή να επιτελεί καθορισμένη λειτουργία: αναγεννητική/αναζωογονητική/βλαπτική/ευεργετική ~. Η ζωοποιός/ζωτική ~ του νερού. Θερμαντική ~ καυσίμου. Η ~ του κινητήρα (= ιππο~). Υγρό με διαβρωτική ~. Κρέμα με αντιγηραντική ~ (= δράση). Η θεραπευτική ~ του φαρμάκου (πβ. αποτελεσματικ-, δραστικ-ότητα). Αποδεικτική ~ των στοιχείων της ταυτότητας.|| (ειδικότ. για φυσικό στοιχείο) Η ~ του ανέμου (πβ. ορμή, σφοδρότητα)/του φωτός (= ένταση). Οι δυνάμεις της φύσης (: τα φυσικά φαινόμενα). 3. δυνατότητα ελέγχου, επιβολής· κατ' επέκτ. σύνολο ανθρώπων ή παραγόντων που ασκεί επίδραση: εμπορική/ναυτική/οικονομική ~. Η ~ των Μέσων Ενημέρωσης/της μόδας. Η ~ του λόγου. Η ~ της αλήθειας/πίστης/συνήθειας. Η ~ του χρήματος. Η γνώση είναι ~.|| (μτφ.) Έχει ~ (= επιρροή, κύρος). Πβ. ισχύς.|| Ανερχόμενη/κυρίαρχη ~ στον χώρο της Πληροφορικής. Παράταξη που αναδείχθηκε πρώτη ~ σε ψήφους. Χώρα που έχει εξελιχθεί σε μεγάλη τεχνολογική ~. Οι δυνάμεις της αλλαγής/ανάπτυξης/ανατροπής/προόδου/ρήξης/συντήρησης. Δημιουργικές/δημοκρατικές/επαναστατικές/πολιτικές/ριζοσπαστικές/φιλελεύθερες δυνάμεις. Βλ. υπερ~. 4. το σύνολο των ανθρώπων ή των τεχνικών μέσων που διατίθενται για την επιτέλεση ενός έργου: εργατική/θαλάσσια/κατοχική/πυροσβεστική/στρατιωτική/χερσαία ~. Δυνάμεις καταστολής/κρούσης. Η οργανική ~ της Αστυνομίας/του νοσοκομείου (: προκαθορισμένος αριθμός εργαζομένων σε υπηρεσία, οργανισμό). Η ειρηνευτική ~ του ΟΗΕ (βλ. αποστολή). Λύκειο με ~ ... μαθητών. Ο λόχος έχει ~ ... άτομα. 5. ΦΥΣ. αίτιο ικανό να προκαλέσει τη μεταβολή της κινητικής κατάστασης ή της μορφής ενός σώματος: απορροφητική/ελκτική/ηλεκτρική/(ηλεκτρο)μαγνητική/ωστική ~. Η διαθλαστική ~ του φακού. Η ~ της βαρύτητας. Ασκούμενη ~ σε επιφάνεια. 6. ΜΑΘ. το γινόμενο που προκύπτει όταν ένας αριθμός πολλαπλασιάζεται με τον εαυτό του μία ή περισσότερες φορές· το αντίστοιχο σύμβολο, ο εκθέτης: τρίτη ~ (= ο κύβος) αριθμού. Yψώνω το δέκα στη δευτέρα ~ (= στο τετράγωνο).|| (κατ' επέκτ.) Τα προβλήματα οξύνονται στη νιοστή ~. 7. υπερφυσική οντότητα που θεωρείται ότι υπάρχει και επηρεάζει τα ανθρώπινα: ανώτερη ~. Θεϊκές/ουράνιες/σκοτεινές δυνάμεις. Οι δυνάμεις του κακού/καλού. Δυνάμεις (οι): ΕΚΚΛΗΣ. αγγελικό τάγμα. Βλ. άγγελος. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική δύναμη: το σύνολο των στρατιωτικών αεροσκαφών και αεροπόρων ενός κράτους. [< αγγλ. air power, 1908] , δημόσια δύναμη: τα Σώματα Ασφαλείας και οι Ένοπλες Δυνάμεις., Ειδικές Δυνάμεις: ΣΤΡΑΤ. ειδικά εκπαιδευμένες στρατιωτικές μονάδες που αναλαμβάνουν επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου., ήρεμη δύναμη (μτφ.): για κάποιον του οποίου οι αρετές ή ικανότητες δεν εκδηλώνονται με ηχηρό, επιδεικτικό τρόπο., αγοραστική δύναμη/ικανότητα βλ. αγοραστικός, αντίρροπες δυνάμεις βλ. αντίρροπος, αστυνομικές δυνάμεις βλ. αστυνομικός, διαμοριακές δυνάμεις βλ. διαμοριακός, δυνάμεις Ασφαλείας βλ. ασφάλεια, Δυνάμεις Καταδρομών βλ. καταδρομή, δύναμη αποτροπής βλ. αποτροπή, δύναμη επαναφοράς βλ. επαναφορά, δύναμη πυρός βλ. πυρ, δύναμη της αδράνειας βλ. αδράνεια, εγγυήτρια δύναμη βλ. εγγυητής, εγγυήτρια, Ένοπλες Δυνάμεις βλ. ένοπλος, ζωτική/ζωική ενέργεια/δύναμη βλ. ζωτικός, ηγέτιδα δύναμη βλ. ηγέτης, ηλεκτρεγερτική δύναμη βλ. ηλεκτρεγερτικός, ισορροπία (των) δυνάμεων βλ. ισορροπία, καταβολή δυνάμεων βλ. καταβολή, κεντρομόλος δύναμη βλ. κεντρομόλος, κινητήρια δύναμη βλ. κινητήριος, Μεγάλες Δυνάμεις βλ. μεγάλος, μικροσκόπιο ατομικής δύναμης βλ. μικροσκόπιο, πυρηνική δύναμη βλ. πυρηνικός, φυγόκεντρος δύναμη βλ. φυγόκεντρος ● ΦΡ.: εν δυνάμει (λόγ.): που υπάρχει δυνητικά: Οι ~ ~ δικαιούχοι/πελάτες (= δυνητικοί)/σύμμαχοι/υποψήφιοι. Βλ. εν ενεργεία. ΣΥΝ. δυνάμει (2), Κύριε των δυνάμεων!: για δήλωση κυρ. έκπληξης: ήμαρτον, ~ ~! , με όλες μου/του τις δυνάμεις: με κάθε διαθέσιμο μέσο., πάση δυνάμει (λόγ.): με κάθε δύναμη, με όλες τις δυνάμεις μου: Πρέπει ~ ~ (= οπωσδήποτε) να τα καταφέρουμε. ΣΥΝ. πάση θυσία, το κατά δύναμη (λόγ.) & (λογιότ.) το κατά δύναμιν: ό,τι/όσο είναι δυνατό(ν): Κάνουμε ~ ~ (: ό,τι περνά από το χέρι μας). Προσπαθούμε/συνεισφέρουμε ~ ~., επίδειξη δύναμης βλ. επίδειξη, με κανέναν τρόπο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα, παίρνω δύναμη/δυνάμεις βλ. παίρνω, στα μέτρα/στο μέτρο των δυνάμεων/των δυνατοτήτων (κάποιου) βλ. μέτρο [< αρχ. δύναμις, γαλλ. force(s), puissance, αγγλ. power]
13882δυναμικήδυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) σύνολο δυνάμεων που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους σε ένα ευρύτερο σύστημα και οδηγούν σε θετικές εξελίξεις: η ~ της αγοράς/του διαδικτύου (= οι δυνατότητες). Η ~ της ιστορίας. 2. ΦΥΣ. (κ. με κεφαλ. Δ) κλάδος της Μηχανικής που έχει ως αντικείμενο την κίνηση των σωμάτων σε σχέση με τις δυνάμεις που την προκαλούν: οι νόμοι της ~ής. Βλ. αερο~, βιο~, γεω~, ηλεκτρο~, κινηματική, ρευστο~, υδρο~. ΑΝΤ. στατική 3. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. οι διαδικασίες και δυνάμεις που οδηγούν στη διαμόρφωση, την εξέλιξη, τη μεταβολή ομάδας, κοινότητας ή κοινωνίας. Βλ. εμψύχωση. ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμική της ομάδας ΨΥΧΟΛ.-ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ.: τομέας της ψυχοκοινωνιολογίας που μελετά τις αλληλεπιδράσεις των ατόμων σε μία μικρή κοινωνική ομάδα. [< αγγλ. group dynamics, 1939] , δυναμική (των) πληθυσμών βλ. πληθυσμός [< γαλλ. dynamique]
13883δυναμικόδυ-να-μι-κό ουσ. (ουδ.) 1. το σύνολο των ανθρώπων ή των υλικών μέσων που διατίθενται για την παραγωγή έργου: επιστημονικό/ερευνητικό/μαθητικό/πνευματικό/στελεχιακό ~. Το βιομηχανικό ~ του τόπου. Ανήκει στο ~ της εταιρείας/του νοσοκομείου.|| Οικονομικό/παραγωγικό ~. Το αιολικό/υδατικό (= υδάτινοι πόροι/υδάτινα αποθέματα) ~ της περιοχής. Το ξενοδοχειακό ~ (= σύνολο κλινών) της χώρας. 2. (μτφ.) ικανότητες σε λανθάνουσα κατάσταση, δυνατότητες: αξιοποίηση ~ού ατόμων και ομάδων. Υψηλό/χαμηλό ~ ανάπτυξης (μιας χώρας). Πβ. δυναμική.|| (ΒΙΟΛ.) Αναπαραγωγικό ~ (ανθρώπου, ζώου, φυτού). ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρώπινο/έμψυχο δυναμικό: οι άνθρωποι που εργάζονται σε επιχείρηση, οργανισμό: διοίκηση/υπηρεσία ανθρώπινου ~ού. Πβ. ανθρώπινοι πόροι, ρόστερ., δυναμικό ενέργειας: ΒΙΟΛ. η ηλεκτρική δραστηριότητα που αναπτύσσεται σε ένα μυϊκό ή νευρικό κύτταρο κατά την ενεργοποίησή του από ένα ερέθισμα. [< αγγλ. action potential, 1926] , ηλεκτρικό δυναμικό: ΗΛΕΚΤΡ. το έργο ανά μονάδα φορτίου που παράγεται κατά τη μετακίνηση ενός θετικά φορτισμένου σώματος από δεδομένο σημείο πεδίου στο άπειρο (δηλ. εκτός πεδίου): διαφορά ~ού ~ού (= τάση). Βλ. βολτ, ισοδυναμικός., δυναμικό οξειδοαναγωγής βλ. οξειδοαναγωγή, εργατικό δυναμικό βλ. εργατικός, προκλητά δυναμικά βλ. προκλητός [< γαλλ. potentiel]
13884δυναμικός, ή, ό δυ-να-μι-κός επίθ. 1. δραστήριος, αποφασιστικός, δημιουργικός: ~ός: επιχειρηματίας. ~ή: γυναίκα/προσωπικότητα. ~ό: στέλεχος. Ζητούνται ~οί συνεργάτες για προώθηση προϊόντων. Πβ. ενεργητικός. 2. που χαρακτηρίζεται από δυναμισμό ή βιαιότητα: ~ή: αντίδραση/διαδήλωση/διαμαρτυρία/παρέμβαση/πολιτική. ~ές: ενέργειες/κινητοποιήσεις/λύσεις (= αποφασιστικές, δραστικές). ~ή είσοδος μιας χώρας στη διεθνή αγορά/ενός νέου πολιτικού στο προσκήνιο. ~ή (= εντυπωσιακή) επανεμφάνιση ενός καλλιτέχνη. 3. που εξελίσσεται: ~ός: κλάδος/τομέας (= αναπτυσσόμενος) της εμπορικής ναυτιλίας/του τουρισμού. ~ή: καλλιέργεια (= αποδοτική)/οικονομία. ~ό: περιβάλλον (εργασίας)/φαινόμενο. ΑΝΤ. στατικός (1) 4. (για επιστήμη) που μελετά τα φαινόμενα ή τα μεγέθη στην εξελικτική τους πορεία: ~ή: θεωρία. ~ή: γεωλογία (= γεωδυναμική). ~ή ανάλυση κοινωνικών και οικονομικών συστημάτων. Βλ. αιμο~. 5. ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη μεταβολή της κινητικής κατάστασης σώματος ή σωματιδίου: ~ή: ευστάθεια/πίεση. Βλ. αερο~, ηλεκτρο~, ισο~, υδρο~. ΑΝΤ. στατικός (4) ● επίρρ.: δυναμικά ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμική ενέργεια: ΦΥΣ. που έχει ένα σώμα όταν βρίσκεται σε πεδίο δυνάμεων: Η ~ ~ διακρίνεται σε ενέργεια θέσης (π.χ. βαρύτητα) και μορφής (: όταν μεταβάλλουμε τη μορφή ενός υλικού, συμπιέζοντας, συστρέφοντας, λυγίζοντας ή τεντώνοντάς το). Βλ. χημική ενέργεια. [< γαλλ. énergie potentielle] , δυναμικό πεδίο 1. ΦΥΣ. ο χώρος ενός συστήματος, σε κάθε σημείο του οποίου μπορούν να αντιστοιχηθούν μετρήσιμες φυσικές ιδιότητες. 2. (μτφ.) περιοχή, τομέας όπου αναπτύσσεται έντονη δραστηριότητα: ~ ~ δράσης., δυναμικός ηλεκτρισμός ΑΝΤ. στατικός ηλεκτρισμός 1. ΦΥΣ. ροή ηλεκτρικού φορτίου. 2. ηλεκτροδυναμική., δυναμικός προγραμματισμός: ΠΛΗΡΟΦ. επίλυση προβλήματος με αναγωγή του σε επιμέρους περιπτώσεις και σταδιακή σύνθεσή τους., δυναμικά συστήματα βλ. σύστημα, δυναμικός τόνος/τονισμός βλ. τόνος1 [< μτγν. δυναμικός, γαλλ. dynamique, αγγλ. dynamic]
13885δυναμικότηταδυ-να-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δυναμικό, δυναμισμός: Αντιμετώπισε τις δυσκολίες με ~ και αποφασιστικότητα. Πβ. ενεργητικ-, μαχητικ-ότητα. 2. βαθμός παραγωγικότητας εταιρείας, κλάδου σε συγκεκριμένο διάστημα: Η ~ της επιχείρησης είναι της τάξεως ... Πβ. αποδοτικότητα.|| (γενικότ.) Η ~ της οικονομίας. Πβ. δυναμική. 3. δυνατότητα επιχείρησης, ιδρύματος, οργανισμού να δεχθεί συγκεκριμένο αριθμό προσώπων ή πραγμάτων ή να εκτελέσει ορισμένο έργο: ξενοδοχειακές μονάδες/σχολεία μεγάλης/μικρής ~ας. Το νοσοκομείο έχει ~ ... κλινών. Πβ. χωρητικότητα. 4. ΑΘΛ. επίπεδο ισχύος αθλητικής ομάδας: μεγάλη διαφορά ~ας ανάμεσα στους δύο αντιπάλους.
13886δυναμισμόςδυ-να-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ενεργητικότητα, δυναμικότητα: Αντιμετωπίζει τα προβλήματα με ~ό. Πβ. ζωντάνια, ζωτικότητα.|| Η ανταγωνιστικότητα και ο ~ των επιχειρήσεων. Πβ. δυναμική. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. dynamisme, αγγλ. dynamism]
13887δυναμίτηςδυ-να-μί-της ουσ. (αρσ.) & δυναμίτιδα (η) 1. ΧΗΜ. εκρηκτικό που περιλαμβάνει στη σύνθεσή του κυρ. νιτρογλυκερίνη: παράνομη αλιεία με ~η. Βλ. -ίτης2. 2. (μτφ.) καθετί ικανό να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση, ισχυρή εντύπωση: Οι διχαστικές δηλώσεις μερικών στελεχών είναι ~ για την ενότητα του κόμματος.|| Ποτό ~ (= μπόμπα). ● Υποκ.: δυναμιτάκι (το): Έριχναν/έσκαγαν/πετούσαν ~ια και στρακαστρούκες. [< γαλλ.-αγγλ. dynamite]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.