| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13886 | δυναμισμός | δυ-να-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ενεργητικότητα, δυναμικότητα: Αντιμετωπίζει τα προβλήματα με ~ό. Πβ. ζωντάνια, ζωτικότητα.|| Η ανταγωνιστικότητα και ο ~ των επιχειρήσεων. Πβ. δυναμική. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. dynamisme, αγγλ. dynamism] | |
| 13887 | δυναμίτης | δυ-να-μί-της ουσ. (αρσ.) & δυναμίτιδα (η) 1. ΧΗΜ. εκρηκτικό που περιλαμβάνει στη σύνθεσή του κυρ. νιτρογλυκερίνη: παράνομη αλιεία με ~η. Βλ. -ίτης2. 2. (μτφ.) καθετί ικανό να προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση, ισχυρή εντύπωση: Οι διχαστικές δηλώσεις μερικών στελεχών είναι ~ για την ενότητα του κόμματος.|| Ποτό ~ (= μπόμπα). ● Υποκ.: δυναμιτάκι (το): Έριχναν/έσκαγαν/πετούσαν ~ια και στρακαστρούκες. [< γαλλ.-αγγλ. dynamite] | |
| 13888 | δυναμιτίζω | δυ-να-μι-τί-ζω ρ. (μτβ.) {δυναμίτι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, δυναμιτίζ-οντας} 1. (μτφ.) υπονομεύω: ~ει τις διαπραγματεύσεις/τις ισορροπίες/τα σχέδια ειρήνης. Ενέργειες που ~ουν τον διάλογο/τα θεμέλια της Δημοκρατίας. Πβ. διασαλεύω, σαμποτάρω, τορπιλίζω, υποσκάπτω, φαλκιδεύω. 2. (σπάν.-κυριολ.) ανατινάζω με δυναμίτη: Οι στρατιώτες ~σαν το κτίριο. [< πβ. αγγλ. dynamite, γαλλ. dynamiter] | |
| 13889 | δυναμιτιστής | δυ-να-μι-τι-στής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που χρησιμοποιεί δυναμίτη, συνήθ. στην αλιεία. 2. (σπάν.-μτφ.) αυτός που δυναμιτίζει: ~ές του καλού κλίματος. [< γαλλ. dynamiteur, αγγλ. dynamiter, dynamitist] | |
| 13890 | δυναμιτιστικός | , ή, ό δυ-να-μι-τι-στι-κός επίθ.: που δυναμιτίζει: τρομοκρατικές ~ές ενέργειες.|| (μτφ.) ~ή: φρασεολογία. ΣΥΝ. υπονομευτικός. | |
| 13891 | δυναμό | δυ-να-μό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. γεννήτρια που παράγει συνεχές ηλεκτρικό ρεύμα: ~ αυτοκινήτου/ποδηλάτου. [< γαλλ. dynamo] | |
| 13892 | δυναμογόνος | , ος/α, ο δυ-να-μο-γό-νος επίθ. (λόγ.): που δίνει δύναμη: ~α στοιχεία της παράδοσης. Πβ. ζωογόνος. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. dynamogène] | |
| 13893 | δυναμόκλειδο | δυ-να-μό-κλει-δο ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. εργαλείο μέτρησης της ροπής κατά το σφίξιμο μιας βίδας: υδραυλικά ~α. Το μπουζί σφίγγεται με ~. Πβ. δυναμομετρικό κλειδί. Βλ. δυναμόμετρο. ΣΥΝ. ροπόκλειδο [< αγγλ. torque wrench, 1948] | |
| 13894 | δυναμοκυψέλη | δυ-να-μο-κυ-ψέ-λη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για τη μέτρηση δύναμης, συνήθ. του βάρους, μέσω της μετατροπής της σε ηλεκτρικό σήμα. | |
| 13895 | δυναμομέτρηση | δυ-να-μο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μέτρηση της ροπής και της ιπποδύναμης μηχανής, συνήθ. αυτοκινήτου. Βλ. -μέτρηση. | |
| 13896 | δυναμομετρικός | , ή, ό δυ-να-μο-με-τρι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. σχετικός με το δυναμόμετρο: ~ή: πέδη. ~ό: κλειδί (= δυναμόκλειδο). [< γαλλ. dynamométrique] | |
| 13897 | δυναμόμετρο | δυ-να-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τη μέτρηση δύναμης ή ροπής: ηλεκτρονικά ~α.|| (για μυϊκή δύναμη) Ισοκινητικό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. dynamomètre, αγγλ. dynamometer] | |
| 13898 | δυνάμωμα | δυ-νά-μω-μα ουσ. (ουδ.): αύξηση δύναμης, ισχύος ή έντασης: ~ των μαλλιών/των μυών/του οργανισμού/των ούλων. ΣΥΝ. τόνωση. ΑΝΤ. αδυνάτισμα, εξασθένηση.|| ~ των αγώνων/σχέσεων. ΣΥΝ. ενδυνάμωση, ενίσχυση, ισχυροποίηση.|| ~ του ήχου/της φωνής. ΑΝΤ. χαμήλωμα.|| ~ του αέρα. ΑΝΤ. μείωση. [< μεσν. δυνάμωμα] | |
| 13899 | δυναμώνω | δυ-να-μώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {δυνάμω-σα, -μένος, δυναμών-οντας} 1. αποκτώ ή δίνω (σε κάτι) μεγαλύτερη δύναμη, ισχύ: Τα μαλλιά του ~σαν. Να τρως καλά για να ~σεις (= καρδαμώσεις). Πβ. τονώνω. ΑΝΤ. αδυνατίζω.|| Το κόμμα βγαίνει ~μένο (= ενισχυμένο) από τις εκλογές. ΑΝΤ. αποδυναμώνω, εξασθενώ.|| Η γυμναστική ~ει τους μυς. Πβ. εν~.|| Η εταιρεία ~ει (= ισχυροποιεί) την παρουσία της με νέα προϊόντα. 2. ενισχύω, αυξάνω την ένταση: ~ τα ηχεία/τον ήχο/τη μουσική/το ραδιόφωνο. ΑΝΤ. χαμηλώνω. ● δυναμώνει: εντείνεται, ενισχύεται: Ο αέρας/η βροχή/ο θόρυβος/ο πόνος/το χειροκρότημα ~σε. Η φωτιά ~σε (πβ. αγριεύω, φουντώνω). ΑΝΤ. κοπάζει.|| (μτφ.) Ο αγώνας ~. ~ουν οι αντιθέσεις (= οξύνονται). [< μεσν. δυναμώνω] | |
| 13900 | δυναμωτικός | , ή, ό δυ-να-μω-τι-κός επίθ.: που αυξάνει τη δύναμη, κυρ. του οργανισμού: ~ή: τροφή. ~ό: ρόφημα/σαμπουάν.|| (ως ουσ.) ~ό μαλλιών/νυχιών. ΣΥΝ. τονωτικός [< μτγν. δυναμωτικός ‘ενισχυτικός’, γαλλ. fortifiant] | |
| 13901 | δυναστεία | δυ-να-στεί-α ουσ. (θηλ.) 1. διαδοχική σειρά ηγεμόνων που προέρχονται από την ίδια οικογένεια και συνεκδ. η αντίστοιχη χρονική περίοδος: αυτοκρατορική/βασιλική ~. Ανατροπή/(εγκαθ)ίδρυση/παλινόρθωση μιας ~ας. Βλ. ηγεμονία, μοναρχία. 2. (μτφ.) οικογένεια με σημαντική πολιτική ή οικονομική δύναμη. Πβ. τζάκι.|| (κατ' επέκτ.) Νέα ~ στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο (: για ομάδα που κυριαρχεί). 3. (μτφ.-λόγ.) εξουσία, τυραννία: η ~ της εικόνας/μνήμης. Πβ. (κατα)δυνάστευση. ΣΥΝ. δεσποτεία (2) [< αρχ. δυναστεία, γαλλ. dynastie, αγγλ. dynasty] | |
| 13902 | δυνάστευση | δυ-νά-στευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. καταπίεση: ~ του κοινωνικά αδύνατου από τον ισχυρό. Πβ. δυναστεία, κατα~. 2. (σπάν.) απόλυτη, αυταρχική εξουσία: η ~ των κατακτητών. Πβ. δεσποτεία, τυραννία. | |
| 13903 | δυναστευτικός | , ή, ό δυ-να-στευ-τι-κός επίθ. (σπάν.): που δυναστεύει: ~ός: ρόλος. Πβ. κατα~, καταπιεστ-, τυρανν-ικός. ● επίρρ.: δυναστευτικά [< αρχ. δυναστευτικός] | |
| 13904 | δυναστεύω | δυ-να-στεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δυνάστευ-σε, -εται, -όμενος} (λόγ.): εξουσιάζω αυταρχικά, καταπιέζω: Το δικτατορικό καθεστώς ~σε τη χώρα για πολλά χρόνια. Δυνάστες και ~όμενοι.|| (μτφ.) Η γραφειοκρατία ~ει τους πολίτες. Πβ. κατα~, κατατρύχω, ταλαιπωρώ, ταλανίζω, τυραννώ. [< αρχ. δυναστεύω] | |
| 13905 | δυνάστης | δυ-νά-στης ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) όποιος ή ό,τι καταπιέζει: πατέρας ~. Η δημόσια διοίκηση πρέπει να είναι υπηρέτης και όχι ~ του λαού. Πβ. σατράπης, τύραννος. 2. απόλυτος άρχοντας, ηγεμόνας που ασκεί αυθαίρετη και καταπιεστική εξουσία. Πβ. δεσπότης, δικτάτορας, μονάρχης. [< 2: αρχ. δυνάστης, γαλλ. dynaste, αγγλ. dynast] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ