| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13888 | δυναμιτίζω | δυ-να-μι-τί-ζω ρ. (μτβ.) {δυναμίτι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, δυναμιτίζ-οντας} 1. (μτφ.) υπονομεύω: ~ει τις διαπραγματεύσεις/τις ισορροπίες/τα σχέδια ειρήνης. Ενέργειες που ~ουν τον διάλογο/τα θεμέλια της Δημοκρατίας. Πβ. διασαλεύω, σαμποτάρω, τορπιλίζω, υποσκάπτω, φαλκιδεύω. 2. (σπάν.-κυριολ.) ανατινάζω με δυναμίτη: Οι στρατιώτες ~σαν το κτίριο. [< πβ. αγγλ. dynamite, γαλλ. dynamiter] | |
| 13889 | δυναμιτιστής | δυ-να-μι-τι-στής ουσ. (αρσ.) 1. πρόσωπο που χρησιμοποιεί δυναμίτη, συνήθ. στην αλιεία. 2. (σπάν.-μτφ.) αυτός που δυναμιτίζει: ~ές του καλού κλίματος. [< γαλλ. dynamiteur, αγγλ. dynamiter, dynamitist] | |
| 13890 | δυναμιτιστικός | , ή, ό δυ-να-μι-τι-στι-κός επίθ.: που δυναμιτίζει: τρομοκρατικές ~ές ενέργειες.|| (μτφ.) ~ή: φρασεολογία. ΣΥΝ. υπονομευτικός. | |
| 13891 | δυναμό | δυ-να-μό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. γεννήτρια που παράγει συνεχές ηλεκτρικό ρεύμα: ~ αυτοκινήτου/ποδηλάτου. [< γαλλ. dynamo] | |
| 13892 | δυναμογόνος | , ος/α, ο δυ-να-μο-γό-νος επίθ. (λόγ.): που δίνει δύναμη: ~α στοιχεία της παράδοσης. Πβ. ζωογόνος. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. dynamogène] | |
| 13893 | δυναμόκλειδο | δυ-να-μό-κλει-δο ουσ. (ουδ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. εργαλείο μέτρησης της ροπής κατά το σφίξιμο μιας βίδας: υδραυλικά ~α. Το μπουζί σφίγγεται με ~. Πβ. δυναμομετρικό κλειδί. Βλ. δυναμόμετρο. ΣΥΝ. ροπόκλειδο [< αγγλ. torque wrench, 1948] | |
| 13894 | δυναμοκυψέλη | δυ-να-μο-κυ-ψέ-λη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για τη μέτρηση δύναμης, συνήθ. του βάρους, μέσω της μετατροπής της σε ηλεκτρικό σήμα. | |
| 13895 | δυναμομέτρηση | δυ-να-μο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μέτρηση της ροπής και της ιπποδύναμης μηχανής, συνήθ. αυτοκινήτου. Βλ. -μέτρηση. | |
| 13896 | δυναμομετρικός | , ή, ό δυ-να-μο-με-τρι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. σχετικός με το δυναμόμετρο: ~ή: πέδη. ~ό: κλειδί (= δυναμόκλειδο). [< γαλλ. dynamométrique] | |
| 13897 | δυναμόμετρο | δυ-να-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τη μέτρηση δύναμης ή ροπής: ηλεκτρονικά ~α.|| (για μυϊκή δύναμη) Ισοκινητικό ~. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. dynamomètre, αγγλ. dynamometer] | |
| 13898 | δυνάμωμα | δυ-νά-μω-μα ουσ. (ουδ.): αύξηση δύναμης, ισχύος ή έντασης: ~ των μαλλιών/των μυών/του οργανισμού/των ούλων. ΣΥΝ. τόνωση. ΑΝΤ. αδυνάτισμα, εξασθένηση.|| ~ των αγώνων/σχέσεων. ΣΥΝ. ενδυνάμωση, ενίσχυση, ισχυροποίηση.|| ~ του ήχου/της φωνής. ΑΝΤ. χαμήλωμα.|| ~ του αέρα. ΑΝΤ. μείωση. [< μεσν. δυνάμωμα] | |
| 13899 | δυναμώνω | δυ-να-μώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {δυνάμω-σα, -μένος, δυναμών-οντας} 1. αποκτώ ή δίνω (σε κάτι) μεγαλύτερη δύναμη, ισχύ: Τα μαλλιά του ~σαν. Να τρως καλά για να ~σεις (= καρδαμώσεις). Πβ. τονώνω. ΑΝΤ. αδυνατίζω.|| Το κόμμα βγαίνει ~μένο (= ενισχυμένο) από τις εκλογές. ΑΝΤ. αποδυναμώνω, εξασθενώ.|| Η γυμναστική ~ει τους μυς. Πβ. εν~.|| Η εταιρεία ~ει (= ισχυροποιεί) την παρουσία της με νέα προϊόντα. 2. ενισχύω, αυξάνω την ένταση: ~ τα ηχεία/τον ήχο/τη μουσική/το ραδιόφωνο. ΑΝΤ. χαμηλώνω. ● δυναμώνει: εντείνεται, ενισχύεται: Ο αέρας/η βροχή/ο θόρυβος/ο πόνος/το χειροκρότημα ~σε. Η φωτιά ~σε (πβ. αγριεύω, φουντώνω). ΑΝΤ. κοπάζει.|| (μτφ.) Ο αγώνας ~. ~ουν οι αντιθέσεις (= οξύνονται). [< μεσν. δυναμώνω] | |
| 13900 | δυναμωτικός | , ή, ό δυ-να-μω-τι-κός επίθ.: που αυξάνει τη δύναμη, κυρ. του οργανισμού: ~ή: τροφή. ~ό: ρόφημα/σαμπουάν.|| (ως ουσ.) ~ό μαλλιών/νυχιών. ΣΥΝ. τονωτικός [< μτγν. δυναμωτικός ‘ενισχυτικός’, γαλλ. fortifiant] | |
| 13901 | δυναστεία | δυ-να-στεί-α ουσ. (θηλ.) 1. διαδοχική σειρά ηγεμόνων που προέρχονται από την ίδια οικογένεια και συνεκδ. η αντίστοιχη χρονική περίοδος: αυτοκρατορική/βασιλική ~. Ανατροπή/(εγκαθ)ίδρυση/παλινόρθωση μιας ~ας. Βλ. ηγεμονία, μοναρχία. 2. (μτφ.) οικογένεια με σημαντική πολιτική ή οικονομική δύναμη. Πβ. τζάκι.|| (κατ' επέκτ.) Νέα ~ στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο (: για ομάδα που κυριαρχεί). 3. (μτφ.-λόγ.) εξουσία, τυραννία: η ~ της εικόνας/μνήμης. Πβ. (κατα)δυνάστευση. ΣΥΝ. δεσποτεία (2) [< αρχ. δυναστεία, γαλλ. dynastie, αγγλ. dynasty] | |
| 13902 | δυνάστευση | δυ-νά-στευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. καταπίεση: ~ του κοινωνικά αδύνατου από τον ισχυρό. Πβ. δυναστεία, κατα~. 2. (σπάν.) απόλυτη, αυταρχική εξουσία: η ~ των κατακτητών. Πβ. δεσποτεία, τυραννία. | |
| 13903 | δυναστευτικός | , ή, ό δυ-να-στευ-τι-κός επίθ. (σπάν.): που δυναστεύει: ~ός: ρόλος. Πβ. κατα~, καταπιεστ-, τυρανν-ικός. ● επίρρ.: δυναστευτικά [< αρχ. δυναστευτικός] | |
| 13904 | δυναστεύω | δυ-να-στεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δυνάστευ-σε, -εται, -όμενος} (λόγ.): εξουσιάζω αυταρχικά, καταπιέζω: Το δικτατορικό καθεστώς ~σε τη χώρα για πολλά χρόνια. Δυνάστες και ~όμενοι.|| (μτφ.) Η γραφειοκρατία ~ει τους πολίτες. Πβ. κατα~, κατατρύχω, ταλαιπωρώ, ταλανίζω, τυραννώ. [< αρχ. δυναστεύω] | |
| 13905 | δυνάστης | δυ-νά-στης ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) όποιος ή ό,τι καταπιέζει: πατέρας ~. Η δημόσια διοίκηση πρέπει να είναι υπηρέτης και όχι ~ του λαού. Πβ. σατράπης, τύραννος. 2. απόλυτος άρχοντας, ηγεμόνας που ασκεί αυθαίρετη και καταπιεστική εξουσία. Πβ. δεσπότης, δικτάτορας, μονάρχης. [< 2: αρχ. δυνάστης, γαλλ. dynaste, αγγλ. dynast] | |
| 13906 | δυναστικός | δυ-να-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον δυνάστη ή τη δυναστεία: ~ή: εξουσία/συμπεριφορά. ~ό: καθεστώς. Πβ. αυταρχ-, δεσποτ-, καταπιεστ-, τυρανν-ικός.|| ~ή: διαδοχή. ~ές: έριδες. ● επίρρ.: δυναστικά [< αρχ. δυναστικός, γαλλ. dynastique, αγγλ. dynastic] | |
| 13907 | δυνατός | , ή, ό δυ-να-τός επίθ. 1. που έχει δύναμη, αντοχή και κατ' επέκτ. δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί, να αντικρουστεί: ~ός: αντίπαλος/όμιλος/παίκτης. ~ή: καρδιά/μνήμη (= γερή). ~ό: σουτ. ~ά: δόντια. Σωματικά ~. Γερός/νέος και ~ (= εύρωστος, ρωμαλέος, στιβαρός. ΑΝΤ. ασθενικός). Νιώθω ~ και σε πολύ καλή φυσική κατάσταση.|| Λακ για ~ό κράτημα (ενν. των μαλλιών, πβ. ανθεκτικός).|| (για μηχανήματα) ~ός: κινητήρας. ~ό: αυτοκίνητο (: με μεγάλη απόδοση)/εργαλείο (= πολύ καλό).|| (μτφ.) ~ός: χαρακτήρας. ~ή: θέληση/πίστη (= ακλόνητη)/προσωπικότητα. ~ό: όπλο/χαρτί (: στην τράπουλα). ~ά: επιχειρήματα (ΑΝΤ. σαθρά). Το ~ό μου σημείο (ΑΝΤ. αχίλλειος πτέρνα).|| (ως ουσ.) Οι ~οί της Γης. ΣΥΝ. ισχυρός (1) ΑΝΤ. αδύναμος (1), αδύνατος (3), ανίσχυρος 2. που έχει πολλές δυνατότητες, ικανότητες ή τις απαιτεί: ~ός: μαθητής/υπολογιστής. ~ό: μυαλό. ~ στα μαθήματα (πβ. ικανός). Σταυρόλεξο για ~ούς λύτες.|| ~ό: τεστ (= απαιτητικό, δύσκολο). 3. που έχει μεγάλη ένταση: ~ός: άνεμος (πβ. σφοδρός)/ήλιος (= καυτός)/ήχος/θόρυβος/κρότος/σεισμός. ~ή: βροχή. ~ό: φως/ψύχος (= δριμύ). ~ά: συνθήματα.|| ~ός: πονοκέφαλος (= οξύς). ~ό: γέλιο.|| (μτφ.) ~ός: έρωτας (= σφοδρός). ~ή: συγκίνηση. ~ό: αίσθημα. Οι ~ές στιγμές (της καριέρας του). ΣΥΝ. έντονος (1), ισχυρός (2) ΑΝΤ. ανεπαίσθητος, ήπιος (2) 4. που προκαλεί έντονη αίσθηση, επίδραση: ~ός: στίχος. ~ό: ξεκίνημα/πρόγραμμα (για κέντρο διασκέδασης). ~ές: εικόνες (της χρονιάς που πέρασε). Δίσκος γεμάτος συνεργασίες με ~ά ονόματα.|| (με συστατικά σε μεγάλη αναλογία) ~ός: καφές (πβ. βαρύς). ~ή: γεύση/μυρωδιά. ~ό: άρωμα/κρασί/ποτό/τσάι/φάρμακο. 5. που μπορεί να γίνει, εφικτός, ενδεχόμενος, πραγματοποιήσιμος: Ο υψηλότερος ~ βαθμός απόδοσης. Ο μεγαλύτερος/μέγιστος/μικρότερος ~ αριθμός αντιτύπων. Ο χώρος βιντεοσκοπείται, προκειμένου να είναι ~ ο έλεγχός του. Δεν καθίσταται ~ή η χορήγηση άδειας. Παροχή κάθε ~ής βοήθειας. Χρόνος ~ής αποχώρησης. Το καλύτερο ~ό αποτέλεσμα. Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως ~ό. Επίλυση του προβλήματος με όλους τους ~ούς τρόπους. Δεν είναι ~ή (= επιτρεπτή) η πρόσβαση. Βλ. πιθανός.|| (ως ουσ.) Όσο το ~ό(ν) γρηγορότερα/καλύτερα. Το αργότερο/συντομότερο/ταχύτερο ~ό.|| (απρόσ.) Πώς είναι ~όν να ...;|| (επιφωνηματικά, για να δηλωθεί απορία, έκπληξη, δυσαρέσκεια) Δεν είναι ~όν! (: είναι αδύνατο, ανέφικτο, απίστευτο). Μα είναι ~όν; Αν είναι ~όν! ● επίρρ.: δυνατά: με δύναμη: Τον έσπρωξαν ~ κι έπεσε κάτω. (προφ.) Πάμε γερά, πάμε ~, παιδιά! ● ΣΥΜΠΛ.: δυνατός/ισχυρός τύπος (προσωπικής αντωνυμίας): ΓΡΑΜΜ. η πλήρης μορφή της, όπου διατηρείται ο τόνος: Ο ~ ~ του "με" είναι "εμένα", του "σε" "εσένα" και του "τον" "αυτόν". ΑΝΤ. αδύνατος τύπος, γερά/ατσάλινα νεύρα βλ. νεύρα ● ΦΡ.: αν είναι δυνατό & (αρχαιοπρ.) ει δυνατόν: αν γίνεται: Τα χρήματα θα πρέπει να καταβληθούν, ~ ~, σήμερα κιόλας., βάζω τα δυνατά μου (προφ.): κάνω κάτι όσο καλύτερα μπορώ, καταβάλλω μεγάλες προσπάθειες: Βάλε ~ ~ σου (= προσπάθησε όσο μπορείς) στα μαθήματα. Έβαλα όλα μου τα δυνατά για να κερδίσω. ~ ~ να πετύχω το στόχο μου., είναι δυνατό(ν) να ...: ενδέχεται, μπορεί, ίσως., κατά το δυνατό(ν)/όσο είναι δυνατό(ν)/στο μέτρο του δυνατού/(μέσα) στα όρια/πλαίσια του δυνατού: όσο μπορεί κανείς, όσο είναι εφικτό: Ενημερώνομαι/προσπαθώ/συμβάλλω σε κάτι ~ ~. Λαμβάνονται ~ ~ ειδικά μέτρα προστασίας. Αποφεύγω ~ ~ τις αντιπαραθέσεις., κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου βλ. αδύνατος, ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό βλ. σκοτώνω, πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά βλ. γρήγορα [< αρχ. δυνατός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ