| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13908 | δυνατότητα | δυ-να-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. το να μπορεί να γίνει κάτι: ~ αλλαγής/επιλογής/μάθησης/πρόσβασης/σύνδεσης. ~ κλήσης χωρίς χρέωση. ~ για επικοινωνία/συναλλαγές. ~ες εξέλιξης/συμμετοχής (πβ. ευκαιρία, περιθώριο). Δεν μπορεί να αποκλείσει τη ~ να ... Δίνω/ενέχει/εξασφαλίζω/(παρ)έχω/προσφέρω τη ~ να ... Υπάρχει η ~ (= πιθανότητα) να ... 2. {κυρ. στον πληθ.} το τι μπορεί να κάνει κάποιος ή κάτι, κάθε μέσο που μπορεί να διαθέσει: αναπτυξιακές/απεριόριστες//απίστευτες/ασυνήθιστες/εκπληκτικές/μεγάλες/σπουδαίες/τεράστιες/τεχνικές ~ες. ~ες λογισμικού/προγράμματος/της τεχνολογίας. Αξιοποιώ όλες τις ~ες. Εξάντλησα όλες τις ~ες. Οι ~ες (: προοπτικές) των αποφοίτων της Σχολής. ~ες επαγγελματικής απασχόλησης. Οι ~ες που προσφέρει το διαδίκτυο. Έχουμε τις εξής δύο ~ες (: εναλλακτικές, περιπτώσεις), να ... ή να ... Μαθητής/παίκτης με ~ες (: προσόντα). Έχω εμπιστοσύνη/πιστεύω στις ~ές του (= ικανότητες). Ο καθηγητής προσαρμόζει τη διδασκαλία ανάλογα με τις ~ες της τάξης. (για προϊόν) Είναι μέσα στις ~ές μου (: είναι φτηνό, μπορώ να το αγοράσω)/πέρα από τις ~ές μου (: είναι πάρα πολύ ακριβό). Ανταποκρίνεται στις ~ές μου. Ξεπερνά/υπερβαίνει τις ~ές μου. Δεν έχω την οικονομική ~ (= τα χρήματα) να ... Βλ. -ότητα. ● ΦΡ.: στα μέτρα/στο μέτρο των δυνάμεων/των δυνατοτήτων (κάποιου) βλ. μέτρο [< γαλλ. possibilité] | |
| 13909 | δύνη | δύ-νη ουσ. (θηλ.) (σύμβ. dyn): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της δύναμης που απαιτείται, για να προκαλέσει σε σώμα με μάζα ενός γραμμαρίου επιτάχυνση ένα εκατοστό ανά δευτερόλεπτο στο τετράγωνο. Βλ. νιούτον. [< γαλλ.-αγγλ. dyne < αρχ. δύναμις] | |
| 13910 | δυνηθεί | βλ. δύναμαι | |
| 13911 | δυνητικός | , ή, ό δυ-νη-τι-κός επίθ. 1. (επιστ.) που μπορεί να συμβεί ή να υπάρξει υπό προϋποθέσεις: ~ός: δικαιούχος/δότης (= κατάλληλος). ~οί: πελάτες. || ~ή: επίδραση/εφαρμογή/πραγματικότητα. ~ό: όφελος. ~ κίνδυνος για τη δηµόσια υγεία. Πβ. εν δυνάμει, ενδεχόμενος, πιθανός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εικονικός: ~ές: κοινότητες. Πβ. (δια)δικτυ-, ψηφι-ακός. ΑΝΤ. πραγματ-, φυσ-ικός. 3. ΓΡΑΜΜ. που εκφράζει κάτι που είναι ή ήταν δυνατό να συμβεί: ~ή: ευκτική (στην Αρχαία Ελληνική)/οριστική. ~ό: μόριο (π.χ. θα). ● επίρρ.: δυνητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: γαλλ. potentiel, virtuel 2: αγγλ. virtual, 1959, 3: μτγν. δυνητικός] | |
| 13912 | δυνητικότητα | δυ-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.) 1. η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δυνητικό: από τη ~ στην πραγματικότητα. Πβ. δυνατότητα. 2. εικονικότητα: ~ του διαδικτύου. Βλ. -ότητα. [< 1: γαλλ. potentialité, virtualité 2: αγγλ. virtuality] | |
| 13913 | δύο & δυο | δύ-ο αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 2 ή το σύνολο δύο μονάδων: στις ~ ακριβώς/η ώρα/του μηνός/το μεσημέρι. Εμείς οι ~. Κόβω/μοιράζω/χωρίζω στα ~ (: στη μέση). Τρώει για ~ (= υπερβολικά). Γεύμα/δείπνο/τραπέζι για ~ (: τετ-α-τετ). Στα θρανία ~ ~ (: κατά ζεύγη). Η γραμμή 2 (του μετρό/τρόλεϊ). (για κλάσμα:) ~ τρίτα. (ΜΟΥΣ.) ~ τέταρτα.|| (συνήθ. για προϊόν με διπλή δράση:) ~ σε ένα.|| (ως επίθ.) ~ γονείς/μάτια/φύλα/χέρια. Τα ~ πρώτα έτη. Ανά ~ άτομα/μήνες/σειρές. Βλ. ένα, τρία. 2. αόριστα για πολύ μικρή ποσότητα, απόσταση: ~ κουβέντες/λέξεις/λεπτά. Σου γράφω δυο λόγια. Το σπίτι είναι ~ βήματα από 'δω. ● Ουσ.: δύο (το) 1. ο αριθμός 2, το σύμβολό του και οτιδήποτε το φέρει ως διακριτικό του: τρεις φορές το ~ ίσον έξι.|| Χαμηλώστε το μάτι της κουζίνας στο ~.|| (ως βαθμός) Πήρα ~ στο τεστ. 2. (+ τα/στα) η ηλικία των δύο (περ.) ετών: Έκλεισε τα/μπαίνει στα ~. 3. (συνήθ. '02) το έτος 1902 ή 2002. ● ΦΡ.: δύο και δύο κάνουν τέσσερα (μτφ.): για κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. ΣΥΝ. ένα κι ένα κάνουν/κάνει δύο [< γαλλ. deux et deux font quatre] , δυο τρεις (εμφατ.): για πολύ μικρό αριθμό: ~ ~ φορές. Βρήκα ~ ~ φίλους και καθυστέρησα. ΣΥΝ. ένας δυο/ένας και δύο., χίλιοι δυο (εμφατ.): για πολύ μεγάλο αριθμό: ~ ~ κίνδυνοι/λόγοι/παράγοντες/τρόποι. ~ες ~ αιτίες/δυσκολίες/σκέψεις. ~α ~ πράγματα/προβλήματα/τεχνάσματα (= ένα σωρό, πάρα πολλά)., (και) μια και δυο βλ. ένας, αυτοκίνητο δύο όγκων βλ. αυτοκίνητο, γίναμε από δυο χωριά (χωριάτες) βλ. χωριό, δύο μέτρα και δύο σταθμά βλ. σταθμά, δύο/τριών/πολλών ταχυτήτων βλ. ταχύτητα, ένα βήμα μπρος/μπροστά και δυο (βήματα) πίσω βλ. βήμα, ένα κι ένα κάνουν/κάνει δύο βλ. ένα, ένας δυο/ένας και δύο βλ. ένας, μία/μια, ένα, έχω μόνο δύο/δυο χέρια! βλ. χέρι, θα σε σκίσω (στα δύο/σαν σαρδέλα) βλ. σκίζω, κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο βλ. λίγο, και με τα δυο (τα) χέρια βλ. χέρι, κανά δυο βλ. κανείς & κανένας, καμία & καμιά, κανένα, με λίγα/δυο λόγια βλ. λόγια, με μια λέξη βλ. λέξη, με το ένα, με το δύο, με το τρία βλ. ένα, ο υπ' αριθμόν ένα/δύο βλ. αριθμός, στους δύο τρίτος δεν χωρεί/χωρά(ει) βλ. χωρώ, το δέκα/το δύο το καλό βλ. καλός, τρεις λαλούν και δυο χορεύουν βλ. λαλεί [< αρχ. δύο, μεσν. δυο] | |
| 13914 | δυοίν θάτερον | [δυοῖν θάτερον] δυ-οίν θά-τε-ρον (αρχαιοπρ.): το ένα από τα δύο, ή το ένα ή το άλλο: ~ ~: είτε δεν μπόρεσε να κατανοήσει τις θέσεις μας είτε τις παραποιεί ηθελημένως. [< αρχ. δυοῖν θἄτερον] | |
| 13915 | δυόμισι | δυό-μι-σι επίθ. {άκλ.}: δύο και μισός: ~ μέτρα/μήνες/χρόνια. Βλ. -μισι. [< μτγν. δυόμισυ] | |
| 13916 | δυοσμαρίνι | δυο-σμα-ρί-νι ουσ. (ουδ.) & διοσμαρίνι: ΒΟΤ. δεντρολίβανο. | |
| 13917 | δυόσμος | δυό-σμος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. ποώδες αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Mentha viridis) που χρησιμοποιείται ως μυρωδικό στη μαγειρική, κοινή ονομασία της πράσινης μέντας. Πβ. μίνθη. [< αρχ. ἡδύοσμος] | |
| 13919 | δυσ- & δύσ- | (λόγ.) λεξικό πρόθημα που δηλώνει 1. δυσκολία: δυσ-ανάβατος/~επίλυτος/~κίνητος/~νόητος (πβ. δυσκολο-)/~πιστία. Δύσ-χρηστος. ΑΝΤ. ευ-. 2. αρνητική ιδιότητα: δυσ-οσμία. Δύσ-θυμος/~τροπος (πβ. κακό-).|| (ΙΑΤΡ. διαταραχή:) Δυσ-εντερία.|| Δυσ-γραφία/~λεξία/~φασία. | |
| 13920 | δυσαναγνωσία | δυ-σα-να-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μορφή δυσλεξίας κατά την οποία δεν μπορεί κάποιος να αναγνωρίσει ορισμένες λέξεις. Πβ. δυσλεξία. Βλ. δυσαριθμησία, δυσγραφία, δυσορθογραφία. [< αγγλ. dysanagnosia] | |
| 13921 | δυσανάγνωστος | , η, ο δυ-σα-νά-γνω-στος επίθ.: που δύσκολα μπορεί να διαβαστεί: ~ος: γραφικός χαρακτήρας (πβ. ορνιθοσκαλίσματα). ~η: γραφή. ~ο: κείμενο (πβ. κακογραμμένος). Υπογραφή ~η. ΑΝΤ. αναγνώσιμος, ευανάγνωστος [< μτγν. δυσανάγνωστος, γαλλ. illisible] | |
| 13922 | δυσαναλογία | δυ-σα-να-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη αναλογίας ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα στοιχεία: αριθμητική ~. ~ μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. ~ του πληθυσμού προς τα μέσα παραγωγής. Πβ. αναντιστοιχία, ασυμμετρία, δυσαρμονία. ΑΝΤ. αντιστοιχία, συμμετρία (1) [< γαλλ. disproportion] | |
| 1571 | Δυσανάλογος | , η, ο [ἀκανόνιστος] α-κα-νό-νι-στος επίθ. 1. που δεν έχει συμμετρία, ισορροπία: ~ος: όγκος. ~η: διάταξη/επιφάνεια/μορφή/σειρά/τροχιά/υφή. ~ο: μέγεθος/μήκος/περίγραμμα/πολύεδρο/σχέδιο/ύψος. ~ες: γραμμές. ~α: χαρακτηριστικά προσώπου.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο του σχήματος. ΣΥΝ. ασύμμετρος (1), δυσανάλογος ΑΝΤ. συμμετρικός 2. που δεν έχει ρυθμιστεί, δεν πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα, με συγκεκριμένο ρυθμό: ~ος: σφυγμός/ύπνος. ~η: αναπνοή/δόση/πορεία/ροή/ωορρηξία. ~ο: πρόγραμμα/ωράριο. ~ες: ώρες. ~α: βήματα/γεύματα/χρονικά διαστήματα. Πβ. άτακτος. ΑΝΤ. κανονικός, τακτός.|| ~η: συμπεριφορά. ● επίρρ.: ακανόνιστα [< μεσν. ακανόνιστος 'άρρυθμος', γαλλ. irrégulier] | |
| 13923 | δυσανάλογος | , η, ο δυ-σα-νά-λο-γος επίθ.: που εμφανίζει δυσαναλογία: έσοδα ~α με/προς (= λιγότερα σε σχέση με) τα έξοδα. Πβ. ασύμμετρος, αταίριαστος. Βλ. συμμετρικός.|| ~η: αντίδραση. Το θέμα πήρε ~ες διαστάσεις. Πβ. υπερβολικός. ΑΝΤ. ανάλογος ● επίρρ.: δυσανάλογα [< γαλλ. disproportionné] | |
| 13924 | δυσαναπλήρωτος | , η, ο δυ-σα-να-πλή-ρω-τος επίθ. (λόγ.): που δύσκολα μπορεί να αναπληρωθεί, να καλυφθεί: ~η: απώλεια. Ο θάνατός του άφησε ~ο κενό. Πβ. αναντικατάστατος. ΑΝΤ. αναπληρώσιμος | |
| 13925 | δυσανασχέτηση | δυ-σα-να-σχέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυσφορία ή δυσαρέσκεια για κάτι: Η αλλαγή στο πρόγραμμα έχει προκαλέσει τη ~ του προσωπικού. Πβ. αγανάκτηση, διαμαρτυρία, ενόχληση. ΑΝΤ. ευχαρίστηση | |
| 13926 | δυσανασχετώ | [δυσανασχετῶ] δυ-σα-να-σχε-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {δυσανασχετ-είς ...| δυσανασχέτ-ησα, -ώντας} (λόγ.): εκδηλώνω δυσαρέσκεια για κάτι: ~εί με τις εξελίξεις/τα μέτρα. Περίμενε υπομονετικά, χωρίς να ~εί. Πβ. αγανακτώ, βαρυγκομώ, διαμαρτύρομαι, δυσφορώ. [< αρχ. δυσανασχετῶ] | |
| 13927 | δυσανεξία | δυ-σα-νε-ξί-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ανοχή 1. ΙΑΤΡ. & δυσανοχή: παθολογική κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός αντιδρά έντονα σε διάφορες ουσίες (τροφές, φάρμακα): ~ στη γλουτένη (βλ. κοιλιοκάκη)/λακτόζη. Βλ. αλλεργία, δυσαπορρόφηση. 2. (μτφ.) έλλειψη ανεκτικότητας: κοινωνική/πολιτική ~. ~ απέναντι στο διαφορετικό. [< γαλλ. intolérance] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ