Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1460-1480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
470άγουσα[ἄγουσα] ά-γου-σα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: πήρε την άγουσα & (σπάν.) έλαβε την άγουσα: τον έδιωξαν από κάπου, έφυγε: ~ ~ προς την έξοδο. Τον απέλυσαν και ~ ~.|| (κυρ. στο ποδόσφαιρο) ~ ~ για τα αποδυτήρια (για παίκτη που πήρε κόκκινη κάρτα). [< αρχ. ἄγουσα, θηλ. μτχ. ενεργ. ενεστ. του ἄγω]
471αγουστιά[ἀγουστιά] α-γου-στιά ουσ. (θηλ.) (σπάν.): κακογουστιά.
472άγρα[ἄγρα] ά-γρα ουσ. (θηλ.) (μτφ.-λόγ.): κυνήγι, συστηματική και επίμονη αναζήτηση: ~ εντυπώσεων/πελατών. Στο βωμό της ~ας ψηφοφόρων.|| ~ τροφής. ΣΥΝ. άγρευση (1) ● ΦΡ.: προς άγρα(ν)/σε άγρα (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): (+ γεν.) ~ ~ οπαδών/τουριστών. ~ ~ ψήφων βγήκε υποψήφιος δήμαρχος. Προς ~ εργασίας/τηλεθέασης. [< αρχ. ἄγρα]
473αγραμματισμός[ἀγραμματισμός] α-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. αφασική διαταραχή του λόγου, που εκδηλώνεται ως αδυναμία συγκρότησης συντακτικά ορθών προτάσεων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. agrammatisme, αγγλ. agrammatism]
474αγράμματος, η, ο [ἀγράμματος] α-γράμ-μα-τος επίθ. 1. που δεν ξέρει ανάγνωση και γραφή, αναλφάβητος: Η γιαγιά του, εντελώς ~η, έβαζε για υπογραφή έναν σταυρό. ΑΝΤ. εγγράμματος 2. που έχει ελλιπή μόρφωση, αμόρφωτος: Ο απλός, ~ λαός.|| (μειωτ.) Τελείως ~ και ανιστόρητος. Πβ. αδαής, αμαθής, απαίδευτος, αστοιχείωτος. ΑΝΤ. μορφωμένος ● ΦΡ.: άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο βλ. απελέκητος, την πάτησε σαν αγράμματος/πρωτάρης βλ. πατώ [< 1: αρχ. ἀγράμματος]
475αγραμματοσύνη[ἀγραμματοσύνη] α-γραμ-μα-το-σύ-νη ουσ. (θηλ.) 1. περιορισμένη γνώση ανάγνωσης και γραφής. ΣΥΝ. αναλφαβητισμός (1) 2. ελλιπής μόρφωση, ημιμάθεια: ψηφιακή ~. Αμορφωσιά και ~. Το σκοτάδι της αμάθειας και της ~ης. Βλ. -οσύνη.
476αγράμπελη[ἀγράμπελη] α-γρά-μπε-λη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία αναρριχητικών, αυτοφυών ή διακοσμητικών φυτών (γένος Clematis) με εντυπωσιακά άνθη· κληματίδα. [< μτγν. ἀγριάμπελος]
477αγρανάπαυση[ἀγρανάπαυση] α-γρα-νά-παυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΡΓ. διακοπή για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθ. ετήσιο, της καλλιέργειας ενός αγρού, ώστε να ανακτήσει τη γονιμότητά του ή να περιοριστεί η παραγωγή προϊόντος σε πλεόνασμα· συνεκδ. η αντίστοιχη περίοδος ή (συνήθ. στον πληθ.) ο ίδιος ο αγρός κατά τη διάρκεια αυτής της διακοπής: αναγκαστική/εθελοντική/έκτακτη/κυκλική/μερική/προαιρετική ~. Το χωράφι αφήνεται/βρίσκεται/μένει σε ~. Γαίες που τελούν υπό/τίθενται σε ~.|| Καλλιεργούμενες εκτάσεις και ~αύσεις. Βλ. αμειψισπορά. 2. (μτφ.) κάθε προσωρινή διακοπή έργου, προσπάθειας: απραξία και ~. ~ της συνείδησης. Οι μαθητές βρίσκονται σε θερινή ~. [< γαλλ. jachère]
478άγραπτος, η, ο βλ. άγραφος
479αγρατζούνιστος, η, ο [ἀγρατζούνιστος] α-γρα-τζού-νι-στος επίθ. & αγρατσούνιστος: που δεν έχει γρατζουνιστεί, δεν έχει γρατζουνιές: ~η: μηχανή/οθόνη. ~ο: αυτοκίνητο/σιντί. ~, του κουτιού. (ως ευχή:) Καλοτάξιδος και ~. Βγαίνω από (ενν. τρακαρισμένο) αμάξι ~ (: ανέπαφος, σώος).|| (σπανιότ.-μτφ.) ~ από την περιπέτεια των σκανδάλων (= αλώβητος).
480αγραφία[ἀγραφία] α-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απώλεια της ικανότητας γραφής: αναπτυξιακή/κινητική ~. Αφασία και ~. Αλεξία με/χωρίς ~. Βλ. -γραφία. [< μεσν. αγραφία 'το να μη γράφει κάποιος επιστολές', γαλλ. agraphie, αγγλ. agraphia]
481αγραφιώτικος, η, ο [ἀγραφιώτικος] α-γρα-φιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με ή προέρχεται από τα Άγραφα.
482άγραφος, η, ο [ἄγραφος] ά-γρα-φος επίθ. & (προφ.) άγραφτος & (σπάν.) άγραπτος 1. που δεν έχει (ακόμη) διατυπωθεί σε γραπτό λόγο: ~η: ιστορία/μελέτη.|| (που δεν καταγράφηκε σε επίσημο έγγραφο:) ~ος: όρος. ~η: άδεια/εντολή/συμφωνία. ~ο: καταστατικό/τυπικό. Πβ. προφορικός. Βλ. -γραφος. ΑΝΤ. έγγραφος 2. του οποίου το κύρος πηγάζει από την παράδοση, την ηθική ή τη χρήση, που δεν είναι νομοθετημένος: ~ος: κανόνας. ~η: αρχή. ~ο: δικαίωμα. Πβ. εθιμ-, ηθ-ικός. ΑΝΤ. γραπτός (1) 3. στον οποίο δεν έχει γραφτεί ή εγγραφεί κάτι: ~η: επιφάνεια/κόλλα (πβ. λευκή).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: σκληρός δίσκος. ~ο: σιντί. Πβ. άδειος. 4. (για μαθητή) που δεν έχει κάνει τις γραπτές εργασίες του: Πήγε σχολείο ~ κι αδιάβαστος. 5. (σπάν.) που δεν έχει καταγραφεί σε κατάλογο, αδήλωτος. ΑΝΤ. δηλωμένος (2), εγγεγραμμένος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άγραφο χαρτί & άγραφος πίνακας/χάρτης & άγραφη πλάκα: ΦΙΛΟΣ. η αντίληψη ότι ο νους του ανθρώπου, όταν γεννιέται, είναι κενός, σαν λευκός πίνακας, πάνω στον οποίο εγγράφονται συνεχώς νέες εντυπώσεις, γνώσεις, εμπειρίες. ΣΥΝ. tabula rasa, άγραφος νόμος & άγραφο δίκαιο: κανόνας δικαίου που δεν έχει θεσμοθετηθεί από την Πολιτεία, αλλά έχει καθιερωθεί από την παράδοση, τη συνήθεια, τη θρησκεία: άγραφοι και γραπτοί ~οι. Ήθη, έθιμα και ~οι ~οι. Πβ. εθιμικό δίκαιο. Βλ. φυσικό δίκαιο.|| Ο ~ ~ του ποδοσφαίρου (: η ομάδα που χάνει ευκαιρίες δέχεται τελικά γκολ)/της σιωπής (πβ. ομερτά)/της φυλακής (: οι συγκρατούμενοι δεν επιτρέπουν ούτε συγχωρούν μερικά ειδεχθή εγκλήματα, ασκώντας στον δράστη ψυχολογική βία, που αρκετές φορές τον οδηγεί στην αυτοκτονία). [< γερμ. ungeschriebenes Recht] ● ΦΡ.: (αυτό) είναι απ' τ' άγραφα! (προφ.-εμφατ.): για κάτι μη αναμενόμενο, πρωτάκουστο: Ε, αυτό πια ~ ~ (= πρωτοφανές)! [< αρχ. ἄγραφος, γαλλ. non écrit]
483αγρελιάβλ. αγριελιά
484αγρέπαυλη[ἀγρέπαυλη] α-γρέ-παυ-λη (κυρ. παλαιότ.): μεγάλη και πλούσια αγροικία με αγροκτηνοτροφικές δραστηριότητες: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) μινωική/ρωμαϊκή ~. Πβ. υποστατικό.
485αγρεργάτης[ἀγρεργάτης] α-γρερ-γά-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & αγροτοεργάτης: εργάτης που απασχολείται σε γεωργοκτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις τρίτων έναντι μισθού ή ημερομισθίου. Βλ. αλιεργάτης.
486άγρευση[ἄγρευση] ά-γρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) κυνήγι, επίμονη, συστηματική αναζήτηση: ~ οπαδών/ψήφων. ΣΥΝ. άγρα 2. αλίευση ή ανέλκυση αντικειμένου από τον βυθό της θάλασσας: ~ αγάλματος/ψαριών. [< μτγν. ἄγρευσις]
487αγρεύω[ἀγρεύω] α-γρεύ-ω ρ. (μτβ.) {άγρευσα} (λόγ.) 1. κυνηγώ, αναζητώ συστηματικά και επίμονα, προσπαθώ να παγιδεύσω: ~ θύματα/πελάτες/σταυρούς/ψήφους. Πβ. θηρεύω. 2. ΝΑΥΤ. ανασύρω κάτι βυθισμένο: ~ άγκυρα (: αποσπασμένη από την αλυσίδα της). [< αρχ. ἀγρεύω]
488αγριαγκινάρα[ἀγριαγκινάρα] α-γρι-α-γκι-νά-ρα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αυτοφυής, εδώδιμη αγκινάρα με δύο είδη (επιστ. ονομασ. Cynara cardunculus, Cynara sibthorpiana). Βλ. κάκτος.
489αγριάδα[ἀγριάδα] α-γρι-ά-δα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του άγριου, σκληρότητα: (για πρόσ.) Η ~ του βλέμματος. ~ στους τρόπους. Το θέμα δεν λύνεται με ~ες, φωνές και βία. (για επιφάνεια) Η ~ του ξύλου. (για τόπο) Η ~ του τοπίου. (για καιρικές συνθήκες) Η ~ της θάλασσας/του καιρού (ΣΥΝ. σφοδρότητα). Βλ. αγρίεμα, αγριότητα, -άδα. ΣΥΝ. τραχύτητα 2. ΒΟΤ. παρασιτικό χόρτο, ζιζάνιο ή αγριοβότανο (επιστ. ονομασ. Agropyrum repens). ΣΥΝ. αγριόχορτα, άγρωστη ● ΦΡ.: πουλάω αγριάδα/τσαμπουκά: παριστάνω τον άγριο, τον νταή. ΣΥΝ. πουλάω μαγκιά [< μεσν. αγριάδα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.