Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14780-14800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13928δυσαπόδεικτος, η, ο δυ-σα-πό-δει-κτος επίθ. (σπάν.-επίσ.): που δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί: ~η: καταγγελία. ~ο: στοιχείο. Βλ. αναπόδεικτος. ΑΝΤ. ευαπόδεικτος [< αρχ. δυσαπόδεικτος]
13929δυσαπορρόφησηδυ-σα-πορ-ρό-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αδυναμία απορρόφησης τροφών από το πεπτικό σύστημα: ~ βιταμινών/λίπους/υδατανθράκων. Βλ. δυσανεξία. [< αγγλ. malabsorption, περ. 1929, γαλλ. ~, πριν από το 1969]
13930δυσαρέσκειαδυ-σα-ρέ-σκει-α ουσ. (θηλ.): αρνητικό συναίσθημα που προκαλείται από κάτι ανεπιθύμητο ή ενοχλητικό: αυξανόμενη/διάχυτη/κοινωνική/λαϊκή ~. Κλίμα ~ας. Έδειξε/εξέφρασε/δεν έκρυψε την έντονη ~ά του για ... Δημιουργούνται ~ες (= αντιπάθειες). Πβ. δυσανασχέτηση. ΣΥΝ. δυσαρέστηση, δυσφορία (1), ενόχληση ΑΝΤ. ευαρέσκεια (1), ευχαρίστηση [< γαλλ. mécontentement, désagrément]
13931δυσαρεστημένος, η, ο δυ-σα-ρε-στη-μέ-νος επίθ.: που έχει δυσαρεστηθεί, που δυσφορεί: ~ος: πελάτης/υπάλληλος. ~οι: καταναλωτές/πολίτες/ψηφοφόροι. Δείχνει/είναι έντονα ~η με τις τελευταίες εξελίξεις (= ενοχλημένη).|| (ως ουσ.) Οι ~οι του κόμματος. ΑΝΤ. ευχαριστημένος, ικανοποιημένος
13932δυσαρέστησηδυ-σα-ρέ-στη-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): δυσαρέσκεια. ΑΝΤ. ευαρέστηση [< μτγν. δυσαρέστησις ‘δυσφορία, κακή διάθεση’]
13933δυσάρεστος, η, ο δυ-σά-ρε-στος επίθ.: που προκαλεί δυσαρέσκεια, δυσφορία: ~η: έκπληξη/εμπειρία/εξέλιξη/οσμή. ~ο: νέο/συμβάν (= άσχημο, θλιβερό, κακό). ~ες: ειδήσεις. ~α: πράγματα. Δεν ήθελε να γίνει ~ σε κανέναν (= ενοχλητικός, πβ. ανεπιθύμητος). Μου είναι ~ο να ... (επίσ.) Βρίσκομαι/είμαι στη ~η θέση να ...|| (ως ουσ.) Το μόνο ~ο είναι ότι ... ΑΝΤ. αρεστός, ευάρεστος, ευχάριστος ● επίρρ.: δυσάρεστα [< αρχ. δυσάρεστος, γαλλ. désagréable]
13934δυσαρεστώ[δυσαρεστῶ] δυ-σα-ρε-στώ ρ. (μτβ.) {δυσαρεστ-είς ..., -ώντας | δυσαρέστ-ησα, -είται, -ήθηκα, -ημένος}: προκαλώ σε κάποιον δυσάρεστα συναισθήματα με τα λόγια, τις πράξεις ή τη συμπεριφορά μου: ~ησε το κοινό/τους οπαδούς του. Λυπάμαι αν σε ~ησα. ~ήθηκε από/με την επιλογή της. Είχαν ~ηθεί, επειδή/που ... Πβ. ενοχλώ, πειράζω, στενοχωρώ. ΑΝΤ. ευαρεστώ, ικανοποιώ (1) [< μτγν. δυσαρεστῶ]
13935δυσαρθρίαδυ-σαρ-θρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας που οφείλεται κυρ. σε βλάβη του νευρικού συστήματος, κατά την οποία υπάρχει αδυναμία εκφοράς των φθόγγων με πιθανά συμπτώματα τη σιελόρροια και τη ρινολαλία. Πβ. αναρθρία. Βλ. α-, δυσ-λαλία, δυσφωνία, τραυλισμός. [< γαλλ. dysarthrie, αγγλ. dysarthria]
13936δυσαριθμησίαδυ-σα-ριθ-μη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδική μαθησιακή δυσκολία που σχετίζεται με την αδυναμία κατανόησης και χρήσης αριθμητικών συμβόλων, πράξεων, εννοιών, και οφείλεται συνήθ. σε εγκεφαλική βλάβη. Βλ. δυσαναγνωσία, δυσγραφία, δυσλεξία, δυσορθογραφία. [< αγγλ. dyscalculia, 1953, γαλλ. dyscalculie, περ. 1970]
13937δυσαρμονίαδυ-σαρ-μο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη αρμονίας μεταξύ στοιχείων, καταστάσεων, προσώπων ή ανάμεσα στα μέρη ενός συνόλου: ~ των ανθρωπογενών παρεμβάσεων με/προς το περιβάλλον. Υπάρχει ~ μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας. Πβ. δυσαναλογία, παραφωνία.|| ~ στις σχέσεις των νέων με τους μεγάλους (βλ. χάσμα γενεών). Βρίσκεται/είναι σε πλήρη ~ με το κοινό αίσθημα/την πλειοψηφία (πβ. αντίθεση, διαφωνία). Πβ. ανισορροπία, ασυμφωνία. ΑΝΤ. ισορροπία, συμφωνία.|| Σκελετική ~ (= ασυμμετρία). ΑΝΤ. αρμονία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: γνωστική δυσαρμονία βλ. ασυμφωνία [< γαλλ. disharmonie, αγγλ. disharmony]
13938δυσαρμονικός, ή, ό δυ-σαρ-μο-νι-κός επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από δυσαρμονία: ~ή: σχέση. Ασύμμετρο και ~ό σώμα (βλ. δύσμορφος). Πβ. αταίριαστος, παράταιρος. ΑΝΤ. αρμονικός (1) [< γαλλ. disharmonieux, αγγλ. disharmonic(al), disharmonious]
13939δυσβάσταχτος, η, ο δυ-σβά-στα-χτος επίθ. & δυσβάστακτος (μτφ.): για κάτι που δύσκολα μπορεί κάποιος να το αντέξει, να το υπομείνει: ~ος: πόνος. ~η: δοκιμασία/μοναξιά/πραγματικότητα. ~ο: άγχος/βάρος/φορτίο. ~α: προβλήματα. || ~η: ακρίβεια/φορολογία. ~ο: χρέος. Πβ. αβάσταχτος, ανυπόφορος, αφόρητος, επαχθής. ΑΝΤ. υποφερτός (1) [< μτγν. δυσβάστακτος]
13940δύσβατος, η, ο δύ-σβα-τος επίθ. (λόγ.): (για τόπο) που δύσκολα μπορεί να τον διαβεί κάποιος: ~ο: φαράγγι. ~α: εδάφη. Πυρκαγιά σε ~η δασώδη περιοχή. Πβ. αδιάβατος, δυσπρόσιτος. Βλ. κακοτράχαλος.|| (μτφ.) Ο ~ δρόμος της ανάπτυξης/των μεταρρυθμίσεων. Το ~ο μονοπάτι προς την ειρήνη. [< αρχ. δύσβατος]
13941δυσγενεσίαδυ-σγε-νε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ελαττωματική ή ανώμαλη ανάπτυξη οργάνου: ~ γονάδων. Βλ. αγενεσία, διαμαρτία, δυσ-, υπο-πλασία. [< γαλλ. dysgénésie, αγγλ. dysgenesis, 1962]
13942δυσγραφίαδυ-σγρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδική μαθησιακή δυσκολία που αφορά τη γραφή. Βλ. αγραφία, -γραφία, δυσαναγνωσία, δυσαριθμησία, δυσλεξία, δυσορθογραφία. [< γαλλ. dysgraphie, αγγλ. dysgraphia]
13943δυσδιάγνωστος, η, ο δυσ-δι-ά-γνω-στος επίθ.: κυρ. ΙΑΤΡ. που δύσκολα μπορεί να διαγνωστεί: ~ο: νόσημα. [< μτγν. δυσδιάγνωστος ‘αυτός που δύσκολα αναγνωρίζεται ή διακρίνεται’]
13944δυσδιάκριτος, η, ο δυσ-δι-ά-κρι-τος επίθ. (λόγ.): που δύσκολα μπορεί να γίνει αντιληπτός με τις αισθήσεις, κυρ. την όραση, ή τον νου: ~η: πινακίδα. ~ο: μονοπάτι. ~α: ίχνη (πβ. αμυδρός).|| (μτφ.) ~η: διαφορά/σχέση. Τα όρια ανάμεσα στον ενδεχόμενο δόλο και την αμέλεια είναι ~α. Πβ. αδιόρατος. ΑΝΤ. ευδιάκριτος [< μτγν. δυσδιάκριτος]
13945δυσδιάλυτος, η, ο δυσ-δι-ά-λυ-τος επίθ. (επιστ.): (για ουσία) που δύσκολα μπορεί να διαλυθεί σε υγρό: ~ο: άλας. ~ες: ενώσεις. Βλ. αδιάλυτος. ΑΝΤ. ευδιάλυτος [< αρχ. δυσδιάλυτος]
13946δυσειδής, ής, ές δυ-σει-δής επίθ. (αρχαιοπρ.): άσχημος, δύσμορφος. Βλ. -ειδής. ΑΝΤ. ευειδής [< αρχ. δυσειδής]
13947δυσεντερίαδυ-σε-ντε-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. λοιμώδης εντερική ασθένεια που εκδηλώνεται με έντονο πόνο στην κοιλιά και βλεννώδη και αιματηρή διάρροια: μικροβιακή ~ (= σιγκέλωση). ~ λόγω αμοιβάδων (= αμοιβάδωση). [< αρχ. δυσεντερία, γαλλ. dysenterie, αγγλ. dysentery]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.