| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13948 | δυσεξήγητος | , η, ο δυ-σε-ξή-γη-τος επίθ. (λόγ.): που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί, να ερμηνευθεί: ~η: σιωπή/στάση. ~ο: φαινόμενο. Βλ. ανεξήγητος. ΣΥΝ. δυσερμήνευτος ΑΝΤ. εξηγήσιμος, ευεξήγητος [< μτγν. δυσεξήγητος] | |
| 13949 | δυσεξιχνίαστος | , η, ο δυ-σε-ξι-χνί-α-στος επίθ. (επίσ.): που δύσκολα μπορεί να διαλευκανθεί ή να ερμηνευθεί: ~ο: έγκλημα. Πέθανε υπό ~ες συνθήκες. Πβ. δυσεπίλυτος. Βλ. ανεξιχνίαστος.|| (μτφ.) ~ο: μυστήριο (= δυσερμήνευτο). | |
| 13950 | δυσεπίλυτος | , η, ο δυ-σε-πί-λυ-τος επίθ. (λόγ.): που δύσκολα μπορεί να επιλυθεί ή να διευθετηθεί: ~ος: γρίφος. ~η: εξίσωση. ~ο: αίνιγμα/παζλ. || ~η: διαφωνία. ~ο: ζήτημα/πρόβλημα.|| Βλ. ά-, ανεπί-λυτος. | |
| 13951 | δυσεπίτευκτος | , η, ο δυ-σε-πί-τευ-κτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί: ~ος: στόχος. ~η: ισορροπία/λύση. ~ο: έργο. Βλ. ανεπίτευκτος. ΑΝΤ. εφικτός. [< μτγν. δυσεπίτευκτος] | |
| 13952 | δυσερμήνευτος | , η, ο δυ-σερ-μή-νευ-τος επίθ. (λόγ.): δυσεξήγητος. ΑΝΤ. ερμηνεύσιμος, ευεξήγητος [< μτγν. δυσερμήνευτος] | |
| 13953 | δυσεύρετος | , η, ο δυ-σεύ-ρε-τος επίθ.: που μπορεί να βρεθεί με δυσκολία, σπάνιος: ~ο: βιβλίο. ~ες: εκδόσεις/ταινίες.|| Η αληθινή φιλία είναι ~ο είδος. [< αρχ. δυσεύρετος] | |
| 13954 | δυσεφάρμοστος | , η, ο δυ-σε-φάρ-μο-στος επίθ. (επίσ.): που δύσκολα μπορεί να εφαρμοστεί: ~η: απόφαση/λύση. ~α: μέτρα. Θεωρία ~η στην πράξη. Βλ. ανεφάρμοστος. | |
| 13955 | δύση | δύ-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ανατολή 1. κάθοδος ουράνιου σώματος, κυρ. του ήλιου, κάτω από τη νοητή γραμμή του ορίζοντα και συνεκδ. η συγκεκριμένη χρονική περίοδος: ~ της σελήνης. Το ρόδινο χρώμα της ~ης. Πβ. (ηλιο)βασίλεμα.|| Οι κάλπες θα κλείσουν με τη ~ του ήλιου. 2. (συνεκδ. με κεφαλ. Δ, συντομ. Δ) το ένα από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, απ' όπου δύει ο ήλιος. Βλ. βορράς, νότος. 3. (με κεφαλ. Δ) οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής· οι λαοί και ο πολιτισμός τους: οι ηγέτες/η πολιτική της ~ης. Η ~ και ο Τρίτος Κόσμος. 4. (μτφ.) πτώση, παρακμή: η ~ του αρχαίου κόσμου/της βυζαντινής αυτοκρατορίας.|| (λογοτ.) Στη ~ της ζωής του (= στο τέλος). Βλ. ανάδυση. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγρια Δύση: η δυτική περιοχή των ΗΠΑ την εποχή του αποικισμού, όπου κυριαρχούσε η βία και η ανομία και κατ' επέκτ. κάθε περιοχή ή κοινωνικός χώρος σε ανάλογη κατάσταση. ΣΥΝ. Φαρ Ουέστ [< αμερικ. Wild West] [< 1,2,4: αρχ. δύσις, μεσν. δύση 3: γαλλ. ouest, αγγλ. west] | |
| 3738 | Δύση συντομογραφία | [ἄνεμος] ά-νε-μος ουσ. (αρσ.) {ανέμ-ου | άνεμοι (λαϊκότ.-λογοτ.) ανέμοι, -ων, -ους} 1. μάζα ατμοσφαιρικού αέρα η οποία κινείται συνήθ. παράλληλα προς την επιφάνεια της Γης με συγκεκριμένη κατεύθυνση: ανατολικός/βόρειος (= βοριάς)/δυτικός/νότιος (= νοτιάς) ~. Αιγαιοπελαγίτικος/απαλός/δροσερός/ευνοϊκός (= ούριος)/ζεστός/μανιασμένος/ξηρός/υγρός/ψυχρός ~. (ΜΕΤΕΩΡ.) Γεωστροφικός ~. Η βοή/δύναμη/πνοή του ~ου. Αντίθετοι/ασθενείς/δυνατοί/ήπιοι/θυελλώδεις/μέτριοι/σφοδροί ~οι. Ξέσπασε/σηκώθηκε/φύσηξε ισχυρός ~. ~ και βροχή (= ανεμοβρόχι). Ο ~ δυνάμωσε/κόπασε/λυσσομανάει/μαίνεται/μουγκρίζει/ουρλιάζει. Ο ~ παρέσυρε/πήρε/σάρωσε/σήκωσε τα πάντα στο πέρασμά του. Πνέει ~ έντασης 8 μποφόρ. Ο ~ άλλαξε διεύθυνση/πορεία. Εξασθενούν σταδιακά οι ~οι. Ενίσχυση/ισχύς/μανία/σφοδρότητα των ~ων. Βλ. αέρας, αντιανέμιος, βαρδάρης, γαρμπής, γρέγος, μαΐστρος, μελτέμι, μουσώνας, λεβάντες, λίβας, όστρια, πουνέντες, σιρόκος, τραμουντάνα. 2. (+ γεν.) (μτφ.) τάση, κλίμα, δυναμική: επαναστατικός/νέος ~. Πνέει/φύσηξε ~ αισιοδοξίας/αλλαγής/ανανέωσης/εκσυγχρονισμού/ελευθερίας. Πβ. αύρα, ρεύμα. ● ΣΥΜΠΛ.: γιος του ανέμου (μτφ.): για πολύ γρήγορο δρομέα ή ιστιοπλόο., ηλιακός άνεμος: ΓΕΩΦ. ροή φορτισμένων σωματιδίων που εκπέμπονται συνεχώς από το ηλιακό στέμμα λόγω υπερθέρμανσης του ήλιου. [< αγγλ. solar wind, 1958] , αληγείς (άνεμοι) βλ. αληγής, αναβατικός άνεμος βλ. αναβατικός, θερμικός άνεμος βλ. θερμικός, καταβάτης/καταβατικός άνεμος βλ. καταβάτης, ούριος άνεμος βλ. ούριος, πλάγιος άνεμος βλ. πλάγιος, ριπή (του) ανέμου βλ. ριπή ● ΦΡ.: όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες & έσπειρες ανέμους, θα θερίσεις θύελλες (παροιμ.): η υποδαύλιση της έχθρας και της διχόνοιας οδηγεί τελικά σε πολύ χειρότερα αποτελέσματα., όπου φυσά(ει) ο άνεμος (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): για άτομο που αλλάζει τις πεποιθήσεις του ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν: Είναι πάντα με την εξουσία. ~ ~, δηλαδή., περί ανέμων και υδάτων: γενικά και αόριστα: Κουβεντιάσαμε/μιλούσαμε/συζητούσαμε ~ ~., ποιος καλός άνεμος/αέρας σ' έφερε/σε φέρνει εδώ/κατά 'δω/στα μέρη μας; (προφ.): (για κάποιον που δεν τον περιμέναμε) για ποιο λόγο ήρθες εδώ;, σαν άνεμος/σαν τον άνεμο: πολύ γρήγορα: Έφυγε/όρμηξε/πέρασε ~ ~. Είναι γρήγορος/τρέχει ~ ~. Πβ. σίφουνας., σκορπώ/σκορπίζω κάτι/κάποιον στους τέσσερις/πέντε ανέμους/στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα: σε διάφορες κατευθύνσεις: Η οικογένεια χώρισε και σκορπίστηκε ~ ~., φτερό στον άνεμο (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): αυτός που παρασύρεται από τους άλλους, δεν μπορεί να ελέγξει την πορεία του, άγεται και φέρεται: Είμαι/νιώθω ~ ~ (= ευάλωτος). Είναι/κατάντησε ~ ~ των αυθαιρεσιών (πβ. έρμαιο).|| Οι πολύ κακές καιρικές συνθήκες έκαναν το αεροπλάνο να μοιάζει ~ ~., κόντρα/αντίθετα/ενάντια στο ρεύμα/στον καιρό/στον άνεμο βλ. κόντρα, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα [< αρχ. ἄνεμος, γαλλ. vent, αγγλ. wind] | |
| 13956 | δυσθεράπευτος | , η, ο δυ-σθε-ρά-πευ-τος επίθ.: ΙΑΤΡ. δυσίατος. Βλ. αθεράπευτος. [< αρχ. δυσθεράπευτος] | |
| 13957 | δυσθεώρητος | , η, ο δυ-σθε-ώ-ρη-τος επίθ. (μτφ.-λόγ.): πάρα πολύ υψηλός: ~η: ανεργία/αύξηση. ~ο: δημόσιο χρέος/ποσό. Βάζουν ~ους στόχους. ● ΦΡ.: σε δυσθεώρητα ύψη & σε δυσθεώρητα επίπεδα: πάρα πολύ: Οι τιμές έχουν φτάσει ~ ~. Η φήμη της εκτινάχθηκε/εκτοξεύτηκε ~ ~. Πβ. απόγειο, κολοφώνας. [< αρχ. δυσθεώρητος] | |
| 13958 | δυσθυμία | δυ-σθυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. άσχημη ψυχική διάθεση: Επικρατεί ~ στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Πβ. ακεφιά, βαρυθυμία, κακοκεφιά, μελαγχολία. Βλ. κυκλοθυμία. ΑΝΤ. ευθυμία 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. δυσθυμική διαταραχή. [< 1: αρχ. δυσθυμία 2: αγγλ. dysthymia, γαλλ. dysthymie] | |
| 13959 | δυσθυμικός | , ή, ό δυ-σθυ-μι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: δυσθυμική διαταραχή: ΨΥΧΙΑΤΡ. μορφή χρόνιας ήπιας κατάθλιψης. ΣΥΝ. δυσθυμία (2) [< μτγν. δυσθυμικός, γαλλ. dysthymique, αγγλ. dysthymic] | |
| 13960 | δύσθυμος | , η, ο δύ-σθυ-μος επίθ. (λόγ.): κακόκεφος: ~η: διάθεση. Κατηφής και ~. ΣΥΝ. άκεφος, βαρύθυμος ΑΝΤ. εύθυμος ● επίρρ.: δύσθυμα [< αρχ. δύσθυμος ‘θλιμμένος’] | |
| 13961 | δυσίατος | , η, ο δυ-σί-α-τος επίθ.: ΙΑΤΡ. (για ασθένειες, νοσήματα) που θεραπεύεται δύσκολα. ΣΥΝ. δυσθεράπευτος [< αρχ. δυσίατος] | |
| 13962 | δύσκαμπτος | , η, ο δύ-σκα-μπτος επίθ. ΑΝΤ. εύκαμπτος 1. (μτφ.) που δύσκολα μπορεί να προσαρμοστεί ή να ελιχθεί: ~ος: κανονισμός. ~η: δομή. ~ο: θεσμικό πλαίσιο.|| (για πρόσ.) Χαρακτήρας αυστηρός και ~. Πβ. άκαμπτος, δυσπροσάρμοστος. ΑΝΤ. ευέλικτος (1), ευπροσάρμοστος 2. που με δυσκολία λυγίζει ή κάμπτεται: ~ος: αυχένας. ~η: άρθρωση. ~οι: μύες.|| ~ο: υλικό (π.χ. σίδηρος). Βλ. αλύγιστος. ΑΝΤ. ευλύγιστος (1) [< μτγν. δύσκαμπτος] | |
| 13963 | δυσκαμψία | δυ-σκαμ-ψί-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ευκαμψία 1. η ιδιότητα του δύσκαμπτου: μυϊκή/πρωινή ~. Πόνος και ~ στην πλάτη. Πβ. αγκύλωση, ακαμψία, πιάσιμο.|| Πλευρική/στροφική ~ κατασκευής. ΑΝΤ. ευλυγισία 2. (μτφ.) έλλειψη προσαρμοστικότητας ή ευελιξίας: διοικητική/πολιτική ~. Πολυπλοκότητα και ~ της νομοθεσίας. Πβ. δυσπροσαρμοστικότητα. Βλ. δυστοκία. | |
| 13964 | δυσκατάληπτος | , η, ο δυ-σκα-τά-λη-πτος επίθ. (επιστ.): που γίνεται δύσκολα κατανοητός: ~η: γλώσσα/λέξη/ομιλία. ΣΥΝ. δύσληπτος (1), δυσνόητος ΑΝΤ. εύληπτος (1) [< μτγν. δυσκατάληπτος] | |
| 13965 | δυσκαταποσία | δυ-σκα-τα-πο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσκολία στην κατάποση στερεών ή υγρών τροφών. ΣΥΝ. δυσφαγία [< μτγν. δυσκαταποσία] | |
| 13966 | δυσκινησία | δυ-σκι-νη-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. δυσκολία στην πραγματοποίηση εκούσιων μυϊκών κινήσεων· ειδικότ. διαταραχή της κινητικότητας ενός οργάνου ή μέρους του σώματος: ~ από Πάρκινσον. Όψιμη ~ (: παρενέργεια μακροχρόνιας χρήσης αντιψυχωτικών φαρμάκων). Πβ. βραδυκινησία, δυστονία. Βλ. ευκινησία.|| ~ λόγω οσφυαλγίας. ~ του οισοφάγου/της χοληδόχου κύστης. Βλ. α-, υπο-κινησία. 2. (μτφ.) βραδύτητα στη λειτουργία μηχανισμού ή συστήματος: γραφειοκρατική/διοικητική ~. Αδράνεια/ολιγωρία και ~.|| ~ στην αντιμετώπιση του ζητήματος. Πβ. δυσκαμψία, νωθρότητα, νωχέλεια, οκνηρία, ραθυμία. ΑΝΤ. ευελιξία [< 1: αρχ. δυσκινησία, αγγλ. dyskinesia, γαλλ. dyskinésie, περ. 1950] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ