Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14820-14840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
13967δυσκίνητος, η, ο δυ-σκί-νη-τος επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από δυσκαμψία ή νωθρότητα: ~ος: μηχανισμός/οργανισμός. ~η: διαδικασία. ~ο: σύστημα. Πβ. δύσκαμπτος.|| ~ο: μυαλό (πβ. αργόστροφος). Αδιάφορος και ~. Πβ. νωχελικός, ράθυμος. 2. που κινείται αργά: βαρύς και ~ (παίκτης).|| ~ο: όχημα. Πβ. αργός, βραδυκίνητος, βραδύς. Βλ. -κίνητος. ΑΝΤ. γρήγορος (1), ευκίνητος (1) [< αρχ. δυσκίνητος]
13968δυσκοίλιος, α, ο δυ-σκοί-λι-ος επίθ. 1. που αντιμετωπίζει πρόβλημα δυσκοιλιότητας. ΑΝΤ. ευκοίλιος 2. (μτφ.-προφ., συνήθ. για πρόσ.) στρυφνός, δύστροπος. Πβ. δυσπροσάρμοστος, ιδιότροπος.|| ~ο: ύφος/χαμόγελο (= επιτηδευμένο, προσποιητό). [< μτγν. δυσκοίλιος, γαλλ. constipé]
13969δυσκοιλιότηταδυ-σκοι-λι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσλειτουργία του εντέρου που προκαλεί δυσκολία στις κενώσεις (τρεις ή λιγότερες την εβδομάδα): οξεία/χρόνια ~. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. ευκοιλιότητα [< γαλλ. constipation]
13970δυσκολεύωδυ-σκο-λεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δυσκόλ-εψε (λόγ.) -ευσε, δυσκολ-εύτηκα (λόγ.) -εύθηκα, -ευτώ (λόγ.) -ευθώ, -όμενος, δυσκολεύ-οντας} 1. προκαλώ δυσκολίες σε κάτι ή κάποιον: Η παρέμβασή του ~ει το έργο μας (ΑΝΤ. απλουστεύω). Οι αφηρημένες έννοιες ~ουν τους μαθητές. Μη ~εις τη ζωή σου. ΣΥΝ. δυσχεραίνω ΑΝΤ. διευκολύνω 2. γίνομαι δύσκολος: Τα πράγματα ~εψαν. ● Παθ.: δυσκολεύομαι 1. αντιμετωπίζω προβλήματα: Πολλές οικογένειες ~ονται να τα βγάλουν πέρα οικονομικά.|| Νίκησε χωρίς να ~ευτεί ιδιαίτερα.|| ~ονται στα/με τα μαθηματικά. Πβ. ζορίζομαι, τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια. 2. (+ να) δεν μπορώ, αδυνατώ: ~ να τον πιστέψω. 3. (+ να) διστάζω, έχω ενδοιασμούς: ~ να ζητήσω συγγνώμη. [< μεσν. δυσκολεύω]
13971δυσκολίαδυ-σκο-λί-α ουσ. (θηλ.) {δυσκολιών} 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα ή κατά την οποία απαιτείται ιδιαίτερη προσπάθεια ή ικανότητα, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: ~ εφαρμογής ενός μέτρου/κατανόησης/προσαρμογής/πρόσβασης. Βαθμός/επίπεδο ~ας. Έλυσε την άσκηση χωρίς ιδιαίτερη ~. ΑΝΤ. ευκολία, ευχέρεια. 2. {συνήθ. στον πληθ.} πρόβλημα: αντικειμενικές/ανυπέρβλητες/πρακτικές/σοβαρές/τεχνικές ~ες. Με ~ άρχισε η επιστροφή των εκδρομέων. Όπου βρεις ~, ρώτα μας. Δεν ζητάει βοήθεια με την πρώτη ~. Αντιμετώπισε/συνάντησε πολλές ~ες. Ξεπερνώ τις ~ες. Έχει πολλές οικονομικές/πνευματικές/συναισθηματικές ~ες. Πβ. αντιξοότητα, δυσχέρεια, εμπόδιο, κώλυμα, πρόσκομμα. 3. μειωμένη νοητική ή σωματική ικανότητα: ~ στην ομιλία. ~ προσανατολισμού στον χώρο και τον χρόνο.|| ~ στην αναπνοή (πβ. δύσπνοια). Άτομα με κινητικές ~ες (πβ. δυσκινησία). ● ΣΥΜΠΛ.: αναπτυξιακές διαταραχές βλ. διαταραχή, μαθησιακές δυσκολίες βλ. μαθησιακός [< αρχ. δυσκολία, γαλλ. difficulté, αγγλ. difficulty]
13972δυσκολο- & δυσκολό-: α' συνθετικό για τον σχηματισμό επιθέτων που δηλώνουν ότι κάτι μπορεί να γίνει δύσκολα: δυσκολό-καμπτος/-πιστος (ΑΝΤ. ευκολο-). Πβ. δυσ-.
13973δυσκολονόητος, η, ο δυ-σκο-λο-νό-η-τος επίθ. (σπάν.): δυσνόητος. ΑΝΤ. ευκολονόητος [< μεσν. δυσκολονόητος]
13974δυσκολόπιστος, η, ο δυ-σκο-λό-πι-στος επίθ. (σπάν.): δύσπιστος.
13975δυσκολοπρόφερτος, η, ο δυ-σκο-λο-πρό-φερ-τος επίθ.: δυσπρόφερτος. ΑΝΤ. ευκολοπρόφερτος
13976δύσκολος, η, ο δύ-σκο-λος επίθ. ΑΝΤ. εύκολος 1. που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια, ικανότητα ή κόπο για να αντιμετωπιστεί, να επιλυθεί ή να επιτευχθεί, που παρουσιάζει προβλήματα ή κινδύνους: ~ος: αγώνας/αντίπαλος/λεκές (: που φεύγει δύσκολα)/ρόλος/στόχος/τοκετός (= δυστοκία). ~η: αποστολή/απόφαση/ασθένεια (= δυσίατη)/δουλειά/εγχείρηση/νίκη/υπόθεση. ~ο: καθήκον/ξεκίνημα/παιχνίδι/ταξίδι. ~ες: εξετάσεις/συνθήκες (πβ. αντίξοος). Πβ. ζόρικος.|| (που απαιτεί πνευματικό μόχθο για να γίνει κατανοητός ή να τον μάθει κάποιος) ~ος: συγγραφέας (βλ. σκοτεινός). ~η: άσκηση/γλώσσα/έννοια/ερώτηση. ~ο: βιβλίο/(θεατρικό, κινηματογραφικό) έργο/θέμα/κεφάλαιο/μάθημα. Πβ. ακατα-, δυσ-νόητος, περίπλοκος.|| Βρίσκομαι σε ~η θέση/βρίσκομαι στη ~η (= δυσχερή) θέση να ... Αυτό που μου ζητάς μου είναι/μου πέφτει λίγο ~ο. Δεν είναι τόσο ~ο να ... (: είναι σχετικά απλό). Μακρύς και ~ είναι ο δρόμος για την επιτυχία (πβ. δύσβατος). -Θα έρθεις μαζί μας; -Το βλέπω/το βρίσκω λίγο ~ο.|| (ως ουσ.) Το ~ο είναι να διατηρήσεις όσα έχεις αποκτήσει. Οι φίλοι στα ~α φαίνονται.|| (για χρονικό διάστημα) ~ος: μήνας/χειμώνας/χρόνος (πβ. κρίσιμος). ~η: εβδομάδα/εποχή. Η ζωή είναι ~η. 2. (για πρόσ.) δύστροπος ή απαιτητικός: ~ος: αναγνώστης/εργοδότης/καθηγητής/προϊστάμενος. ~ο: ακροατήριο/κοινό/παιδί. Είναι πολύ ~η με τα ρούχα/στο φαγητό (πβ. εκλεκτικός). Είναι ~ χαρακτήρας (: έχει παραξενιές). Είναι ~ πελάτης/στις συναλλαγές του. Έχετε ~α γούστα.|| (ως ουσ.) Κάνω/παριστάνω τον ~ο (σε κάποιον). (Μας) το παίζει ~η! Πβ. ανάποδος, ιδιότροπος, παράξενος, στρυφνός, σχολαστικός. ΑΝΤ. βολικός, καλόβολος. ● επίρρ.: δύσκολα ● ΦΡ.: δύσκολοι καιροί για ... (μτφ.): για περιπτώσεις κατά τις οποίες οι συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές για κάποιον ή κάτι: ~ ~ αλήθειες/τους ρομαντικούς. (ειρων.) ~ ~ πρίγκιπες., δύσκολες ώρες βλ. ώρα, κάθε αρχή και δύσκολη βλ. αρχή, κάνει τα εύκολα δύσκολα βλ. εύκολος, μου βάζεις δύσκολα βλ. βάζω, του κάνω τη ζωή δύσκολη/κόλαση/μαρτύριο/μαύρη/πατίνι/ποδήλατο βλ. ζωή [< 2: αρχ. δύσκολος, γαλλ. difficile, αγγλ. difficult]
13977δυσκολοχώνευτος, η, ο δυ-σκο-λο-χώ-νευ-τος επίθ. 1. (για τροφές) δύσπεπτος. ΑΝΤ. ευκολοχώνευτος, εύπεπτος (1) 2. (μτφ.) δύσκολα αποδεκτός ή (σπάν.) δυσνόητος: ~ος: άνθρωπος (= αντιπαθητικός, αχώνευτος). Η ήττα ήταν ~η για την ομάδα.|| ~ο: βιβλίο.
13978δυσκρασίαδυ-σκρα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση του οργανισμού που οφείλεται κυρ. στην παρουσία μη φυσιολογικών συστατικών στο αίμα: αιµατολογική ~. Πλασματοκυτταρικές ~ες. Βλ. καχεξία. [< μτγν. δυσκρασία, γαλλ. dyscrasie, 1905, αγγλ. dyscrasia]
13979δυσλαλίαδυ-σλα-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας που οφείλεται κυρ. σε δυσπλασία ή κάκωση των φωνητικών οργάνων, κατά την οποία υπάρχει αδυναμία εκφοράς ενός ή περισσότερων φθόγγων. Πβ. ρωτακ-, σιγματ-ισμός. Βλ. αλαλία, δυσαρθρία, τραυλισμός. [< γαλλ. dyslalie, αγγλ. dyslalia]
13980δυσλειτουργεί[δυσλειτουργεῖ] δυ-σλει-τουρ-γεί ρ. (αμτβ.) {δυσλειτούργ-ησε, -ήσει, συνήθ. στον ενεστ.}: για κάτι που δεν λειτουργεί ομαλά, κανονικά: Το μηχάνημα ~.|| (ΙΑΤΡ.) Ο θυρεοειδής αδένας του ~.|| (μτφ.) Το νοσοκομείο ~. Ελεγκτικοί μηχανισμοί/προγράμματα που ~ούν. Βλ. υπολειτουργεί. [< γαλλ. dysfonctionner]
13981δυσλειτουργίαδυ-σλει-τουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): κακή, μη ομαλή λειτουργία: (ΙΑΤΡ.) εγκεφαλική/ηπατική/νεφρική/σεξουαλική ~. Νευρολογικές/οργανικές ~ες. Πβ. ανωμαλία.|| ~ συσκευής (= βλάβη). Εμφανίστηκε/παρατηρήθηκε ~ στο δίκτυο της εταιρείας.|| (μτφ.) Διαρθρωτικές/εσωτερικές/οργανωτικές/τεχνικές ~ες. ~ της αγοράς/των θεσμών/ενός συστήματος. [< γαλλ. dysfonction, dysfonctionnement, 1916]
13982δυσλειτουργικός, ή, ό δυ-σλει-τουρ-γι-κός επίθ.: που δεν λειτουργεί ομαλά, που δυσλειτουργεί: ~ή: οικογένεια/συμπεριφορά/σχέση.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αιμορραγία της μήτρας. [< γαλλ. dysfonctionnel, 1902, αγγλ. disfunctional, 1915]
13983δυσλειτουργικότηταδυ-σλει-τουρ-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατάσταση του δυσλειτουργικού: κοινωνική ~. ~ της οικογένειας/των σχέσεων. [< αγγλ. dysfunctionality, 1951]
13984δυσλεξίαδυ-σλε-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδική μαθησιακή δυσκολία που συνδέεται με την κατάκτηση και την επεξεργασία του γραπτού λόγου (κυρ. με την ικανότητα ανάγνωσης και γραφής): αναπτυξιακή ~. Επίκτητη ~ (: λόγω εγκεφαλικού τραυματισμού). Πβ. δυσαναγνωσία. Βλ. αλεξία, δυσαριθμησία, δυσγραφία, δυσορθογραφία. [< γερμ. Dyslexie, γαλλ. dyslexie, 1897, αγγλ. dyslexia, περ. 1888]
13985δυσλεξικός & δυσλεκτικός, ή, ό δυ-σλε-ξι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει δυσλεξία ή αναφέρεται σε αυτή: ~ό: παιδί. ~οί: μαθητές.|| (ως ουσ.) Ο ~ός/η ~ή (= ~ό άτομο).|| ~ά: συµπτώµατα. [< γαλλ. dyslexique, 1959, αγγλ. dyslexic, 1961]
13986δύσληπτος, η, ο δύ-σλη-πτος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. δυσνόητος: ~η: έννοια. ~ο: βιβλίο. Βλ. ακατάληπτος, ακατανόητος. ΣΥΝ. δυσκατάληπτος, δυσκολονόητος ΑΝΤ. εύληπτος (1) 2. (σπάν.) που καταπίνεται με δυσκολία: ~ο: φάρμακο. Βλ. δύσπεπτος. [< 1: μτγν. δύσληπτος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.