| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 13987 | δυσλιπιδαιμία | δυ-σλι-πι-δαι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών, κυρ. της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων: διαβητική ~. Αθηροσκλήρωση/μεταβολικό σύνδρομο/υπέρταση και ~. Αντιμετώπιση της ~ας με στατίνες. Βλ. -αιμία. [< αγγλ. dyslipidemia, γαλλ. dyslipidémie] | |
| 13988 | δυσμαί | δυ-σμαί ουσ. (θηλ.) (οι) {συνήθ. στην αιτ. πληθ. δυσμ-άς} (λόγ.): δύση: εκ ~ών (= από τα δυτικά). Προς ~άς (= προς τα δυτικά). Από ~άς προς ανατολάς. ● ΦΡ.: εις τας/περί τας/στας δυσμάς του βίου (αρχαιοπρ.-μτφ.): προς το τέλος της ζωής. [< αρχ. δυσμή, πληθ. δυσμαί] | |
| 13989 | δυσμένεια | δυ-σμέ-νει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αρνητική διάθεση απέναντι σε κάποιον: (Περι)έπεσε σε ~/στη ~ του καθεστώτος. Βρίσκεται/είναι σε ~ μετά την τελευταία ήττα της ομάδας.|| (μτφ.) ~ της τύχης (= κακοτυχία). ΑΝΤ. ευμένεια, εύνοια [< αρχ. δυσμένεια ‘εχθρότητα, εμπάθεια’] | |
| 37913 | Δυσμενής | πα-λιο-κα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.): αντίξοες, δυσμενείς συνθήκες. | |
| 13990 | δυσμενής | , ής, ές δυ-σμε-νής επίθ. {δυσμεν-ούς | -είς (ουδ. -ή)· δυσμενέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): που προκαλεί δυσκολίες ή στρέφεται εναντίον κάποιου, αρνητικός: ~ής: έκβαση/συγκυρία. ~ές: κλίμα (στην αγορά)/περιβάλλον. ~είς: εξελίξεις/επιδράσεις/συνέπειες. ~ή: επακόλουθα. Πβ. δυσοίωνος.|| ~ής: μεταχείριση (: άδικη, άνιση). ~είς: διακρίσεις. ~ή: σχόλια. Συμφωνία ~ για τη χώρα. Πβ. εχθρικός.|| ~είς (καιρικές) συνθήκες (= κακές). ΑΝΤ. ευμενής, ευνοϊκός (1), θετικός (1) ● επίρρ.: δυσμενώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: δυσμενής μετάθεση: τοποθέτηση δημοσίου υπαλλήλου σε μη επιθυμητή θέση, συνήθ. σε απομακρυσμένη περιοχή, λόγω πειθαρχικού παραπτώματος: Πήρε ~ή ~. [< αρχ. δυσμενής, γαλλ. défavorable] | |
| 13991 | δυσμηνόρροια | δυ-σμη-νόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επώδυνη εμμηνόρροια: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής ~. Συμπτώματα/τρόποι αντιμετώπισης της ~ας. Βλ. α-, αραιο-μηνόρροια, μηνορραγία, -ρροια. [< γαλλ. dysménorrhée, αγγλ. dysmenorrhea] | |
| 13992 | δύσμοιρος | , η, ο δύ-σμοι-ρος επίθ. (λόγ.): δύστυχος, κακότυχος: ~η: χώρα. Τι σου 'φταιξε το ~ο το ζώο; ΣΥΝ. άμοιρος (1), κακόμοιρος ΑΝΤ. καλότυχος, τυχερός (1) [< αρχ. δύσμοιρος] | |
| 13993 | δυσμορφία | δυ-σμορ-φί-α ουσ. (θηλ.) {δυσμορφι-ών} 1. ΙΑΤΡ. ανωμαλία στη μορφή σωματικού μέλους: γενετικές/μετατραυματικές/συγγενείς ~ες. ~ της μύτης/του προσώπου. Αποκατάσταση ~ών. Βλ. δυσγενεσία, δυσπλασία, παραμόρφωση. 2. (λόγ.) ασχήμια. Βλ. -μορφία. ΑΝΤ. ομορφιά [< 1: γαλλ. dysmorphie, αγγλ. dysmorphia 2: αρχ. δυσμορφία] | |
| 13994 | δύσμορφος | , η, ο δύ-σμορ-φος επίθ. (λόγ.): άσχημος. Βλ. -μορφος. ΣΥΝ. δυσειδής ΑΝΤ. όμορφος (1) [< αρχ. δύσμορφος] | |
| 13995 | δυσνόητος | , η, ο δυσ-νό-η-τος επίθ. (λόγ.): που δύσκολα μπορεί να γίνει κατανοητός: ~ος: συγγραφέας (πβ. σκοτεινός). ~η: ερώτηση. ~ο: έργο. ~α: σημεία/χωρία. Λόγος ασαφής/πολύπλοκος και ~. Πβ. ακαταλαβίστικος, δυσκολονόητος, δύσληπτος, δύσπεπτος. ΑΝΤ. ευκολονόητος, εύληπτος (1), ευνόητος [< μτγν. δυσνόητος] | |
| 13996 | δυσοίωνος | , η, ο δυ-σοί-ω-νος επίθ. (λόγ.): που προαναγγέλλει κάτι δυσάρεστο, αρνητικό, κακό: ~η: έκθεση (για την κλιματική αλλαγή). ~ο: μέλλον. ~ες: εκτιμήσεις/προβλέψεις (= ζοφερές· βλ. Κασσάνδρα)/προοπτικές. ~α: σενάρια. Πβ. απαισιόδοξος, δυσμενής. ΑΝΤ. αισιόδοξος (2), ευοίωνος [< γαλλ. de mauvais augure] | |
| 13997 | δυσορθογραφία | δυ-σορ-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μαθησιακή δυσκολία που σχετίζεται με την εκμάθηση της γραφής και ειδικότ. της ορθογραφίας. Βλ. δυσαναγνωσία, δυσαριθμησία, δυσγραφία, δυσλεξία. [< γαλλ. dysorthographie, περ. 1960] | |
| 13998 | δυσοσμία | δυ-σο-σμί-α ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. δυσωδία 1. δυσάρεστη μυρωδιά: αφόρητη/βαριά ~. ~ του νερού/των σκουπιδιών. ΑΝΤ. ευωδιά 2. (μτφ.) αρνητική κατάσταση που προκαλείται από φαινόμενα διαφθοράς: ηθική/πολιτική ~. Η ~ της διαπλοκής/των σκανδάλων. Πβ. αποφορά, μπόχα. Βλ. βρομιά. ● ΣΥΜΠΛ.: κακοσμία/δυσοσμία του στόματος βλ. κακοσμία [< 1: αρχ. δυσοσμία, γαλλ. dysosmie, αγγλ. dysosmia] | |
| 13999 | δύσοσμος | , η, ο δύ-σο-σμος επίθ. ΣΥΝ. δυσώδης 1. που έχει δυσάρεστη μυρωδιά: ~η: αναπνοή. ~ες: ουσίες. ΣΥΝ. κάκοσμος ΑΝΤ. εύοσμος, ευώδης 2. (μτφ.) βρόμικος, διεφθαρμένος: ~η: υπόθεση. ● επίρρ.: δύσοσμα [< 1: αρχ. δύσοσμος] | |
| 14000 | δυσόστωση | δυ-σό-στω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσπλασία των οστών: κρανιοπροσωπική/πολλαπλή ~. [< γαλλ. dysostose, αγγλ. dysostosis] | |
| 14001 | δυσουρία | δυ-σου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επώδυνη και δύσκολη ούρηση. Βλ. αν-, πολυ-, συχν-ουρία. [< αρχ. δυσουρία, γαλλ. dysurie, αγγλ. dysury] | |
| 14002 | δυσπαρευνία | δυ-σπα-ρευ-νί-α ουσ. (θηλ.) & δυσπαρεύνια: ΙΑΤΡ. πόνος που νιώθουν ορισμένες γυναίκες κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής: οργανική/ψυχολογική ~. Βλ. κολεόσπασμος. [< γαλλ. dyspareunie, περ. 1950, αγγλ. dyspareunia] | |
| 14003 | δυσπεπτικός | , ή, ό δυ-σπε-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη δυσπεψία: ~ά: ενοχλήµατα/προβλήματα. [< γαλλ. dyspeptique, αγγλ. dyspeptic] | |
| 14004 | δύσπεπτος | , η, ο δύ-σπε-πτος επίθ. 1. (για τροφές) που δύσκολα μπορεί να χωνευθεί: Ο συνδυασμός του καφέ με το γάλα είναι ~. Πβ. βαρύς. ΑΝΤ. ευκολοχώνευτος, εύπεπτος (1), καλοχώνευτος 2. (μτφ.) δυσνόητος ή (σπάν.) δύσκολα αποδεκτός: ~η: θεωρία/ταινία. ~ο: κείμενο. Πβ. ακαταλαβίστικος, δύσληπτος, σκοτεινός, στρυφνός.|| ~η: αλήθεια. Πβ. δυσκολοχώνευτος. [< 1: αρχ. δύσπεπτος] | |
| 14005 | δυσπεψία | δυ-σπε-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσκολία στη χώνεψη που χαρακτηρίζεται από δυσφορία, πόνο, φούσκωμα και βάρος στο ανώτερο τμήμα της κοιλιάς: οξεία/χρόνια ~. Πβ. βαρυστομαχιά. Βλ. μετεωρισμός. [< μτγν. δυσπεψία, γαλλ. dyspepsie, αγγλ. dyspepsia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ