Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [14860-14880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14003δυσπεπτικός, ή, ό δυ-σπε-πτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη δυσπεψία: ~ά: ενοχλήµατα/προβλήματα. [< γαλλ. dyspeptique, αγγλ. dyspeptic]
14004δύσπεπτος, η, ο δύ-σπε-πτος επίθ. 1. (για τροφές) που δύσκολα μπορεί να χωνευθεί: Ο συνδυασμός του καφέ με το γάλα είναι ~. Πβ. βαρύς. ΑΝΤ. ευκολοχώνευτος, εύπεπτος (1), καλοχώνευτος 2. (μτφ.) δυσνόητος ή (σπάν.) δύσκολα αποδεκτός: ~η: θεωρία/ταινία. ~ο: κείμενο. Πβ. ακαταλαβίστικος, δύσληπτος, σκοτεινός, στρυφνός.|| ~η: αλήθεια. Πβ. δυσκολοχώνευτος. [< 1: αρχ. δύσπεπτος]
14005δυσπεψίαδυ-σπε-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσκολία στη χώνεψη που χαρακτηρίζεται από δυσφορία, πόνο, φούσκωμα και βάρος στο ανώτερο τμήμα της κοιλιάς: οξεία/χρόνια ~. Πβ. βαρυστομαχιά. Βλ. μετεωρισμός. [< μτγν. δυσπεψία, γαλλ. dyspepsie, αγγλ. dyspepsia]
14006δυσπιστίαδυ-σπι-στί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη εμπιστοσύνης σε κάποιον ή κάτι, επιφυλακτικότητα: κοινωνική ~. ~ των αγορών/καταναλωτών. Αντιμετωπίζεται με ~. Η κοινή γνώμη δείχνει ~ για ... Εκφράζει τη ~ του προς τον ... Πβ. αμφιβολία, καχυποψία. ΑΝΤ. ευπιστία ● ΣΥΜΠΛ.: πρόταση μομφής/δυσπιστίας βλ. πρόταση [< μτγν. δυσπιστία]
14007δύσπιστος, η, ο δύ-σπι-στος επίθ.: που δεν μπορεί να πιστέψει ή να εμπιστευτεί εύκολα κάποιον ή κάτι: ~ος: πολίτης. ~ο: ακροατήριο/κοινό. Ακούει καθημερινά πολλές υποσχέσεις, αλλά είναι ~η και επιφυλακτική. Εμφανίζεται ~η απέναντι στις δεσμεύσεις τους.|| (ως ουσ.) Τα στοιχεία πείθουν και τους πιο ~ους.|| (που εκφράζει δυσπιστία:) ~η: ματιά. ~ο: ύφος. Πβ. καχύποπτος. ΣΥΝ. δυσκολόπιστος ΑΝΤ. ευκολόπιστος, εύπιστος [< μτγν. δύσπιστος]
14008δυσπιστώ[δυσπιστῶ] δυ-σπι-στώ ρ. (αμτβ.) {δυσπιστ-εί ..., -ούσε} : είμαι δύσπιστος, δεν εμπιστεύομαι: ~εί απέναντι στα/προς τα Μέσα Ενημέρωσης. Οι πολίτες ~ούν στις πολιτικές εξαγγελίες/ως προς την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Βλ. αμφιβάλλω. [< μτγν. δυσπιστῶ]
14009δυσπλασίαδυ-σπλα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανωμαλία στην ανάπτυξη ιστών, οργάνων ή κυττάρων: αγγειακή/καρδιακή ~. Συγγενείς ~ες. ~ του τραχήλου της μήτρας. (Αναπτυξιακή) ~ του ισχίου. Βλ. δυσγενεσία, δυσμορφία, μυελο~, νεο-, υπο-πλασία. [< γαλλ. dysplasie, 1938, αγγλ. dysplasia, περ. 1923]
14010δυσπλαστικός, ή, ό δυ-σπλα-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με τη δυσπλασία: ~οί: σπίλοι (: ισχυρός παράγοντας κινδύνου για ανάπτυξη μελανώματος). ~ά: κύτταρα. [< γαλλ. dysplasique, περ. 1950, αγγλ. dysplastic, 1925]
14011δύσπνοιαδύ-σπνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσκολία στην αναπνοή που συνοδεύεται από δυσφορία ή πόνο και οφείλεται συνήθ. σε παθήσεις της καρδιάς ή των πνευμόνων: έντονη/νυχτερινή/οξεία/παροξυσμική ~. ~ ηρεμίας/προσπάθειας (: οφείλεται σε πνευμονική συμφόρηση). Κρίσεις ~ας. Βλ. αγκομαχητό, άσθμα, λαχάνιασμα, ά-, βραδύ-, ορθό-, ταχύ-, υπέρ-πνοια. [< αρχ. δύσπνοια, γαλλ. dyspnée, αγγλ. dyspnoea]
14012δυσπραγεί[δυσπραγεῖ] δυ-σπρα-γεί ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ., μτχ. δυσπραγ-ούντες, -ούσες, -ούντα} (απαιτ. λεξιλόγ.): βρίσκεται σε οικονομική κυρ. δυσχέρεια: Τα νοικοκυριά ~ούν. ~ούσα: οικογένεια/περιοχή. ~ούσες: ομάδες του πληθυσμού. Το Ίδρυμα παρέχει βοήθεια σε ~ούντες ή πάσχοντες συνανθρώπους μας. ΑΝΤ. ευημερεί. [< αρχ. δυσπραγῶ ‘είμαι κακότυχος ή δυστυχής’]
14013δυσπραγίαδυ-σπρα-γί-α ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δυσκολία, κυρ. λόγω έλλειψης χρημάτων: κοινωνική/οικονομική ~. ~ της αγοράς/των καταναλωτών (βλ. ύφεση). Πβ. δυστοκία, δυσχέρεια, στενότητα. ΑΝΤ. ευημερία, ευρωστία. ΑΝΤ. ευπραγία [< αρχ. δυσπραγία ‘κακοτυχία, δυστυχία’]
14014δυσπραξίαδυ-σπρα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή του συντονισμού των κινήσεων που συνοδεύεται συχνά από προβλήματα στην ομιλία, την αντίληψη και τη σκέψη: αναπτυξιακή/λεκτική ~. Βλ. απραξία. [< αρχ. δυσπραξία, γαλλ. dyspraxie, 1926, αγγλ. dyspraxia, 1907]
14015δυσπροσαρμοστικότηταδυ-σπρο-σαρ-μο-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. μειωμένη ικανότητα προσαρμογής στο κοινωνικό περιβάλλον: ~ στο σχολείο. Πβ. δυσκαμψία. ΑΝΤ. προσαρμοστικότητα [< αγγλ. maladjustment]
14016δυσπροσάρμοστος, η, ο δυ-σπρο-σάρ-μο-στος επίθ.: ΨΥΧΟΛ. που δύσκολα μπορεί να προσαρμοστεί στο περιβάλλον και τις κοινωνικές συνθήκες: ~η: συμπεριφορά. ~α: παιδιά. Βλ. αντικοινωνικός, απροσάρμοστος.|| (κατ' επέκτ.) Χώρα ~η στις διεθνείς μεταβολές. Πβ. δύσκαμπτος. ΑΝΤ. ευπροσάρμοστος [< αγγλ. maladjusted]
14017δυσπρόσιοδυ-σπρό-σι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Dy, Ζ 66) που ανήκει στην ομάδα των σπάνιων γαιών και χρησιμοποιείται συχνά στην υαλουργία και την κατασκευή ηλεκτρονικών εξαρτημάτων. [< γαλλ.-αγγλ. dysprosium < μτγν. δυσπρόσιτος]
14018δυσπρόσιτος, η, ο δυ-σπρό-σι-τος επίθ. 1. (για τόπο) που έχει δύσκολη πρόσβαση: ~η: ακτή/περιοχή (πβ. δύσβατος). ~α: σχολεία/χωριά (πβ. απομονωμένος). ΑΝΤ. ευπρόσιτος (1) 2. (μτφ.) για πρόσωπο που δύσκολα μπορεί να προσεγγιστεί λόγω χαρακτήρα ή για ακριβό προϊόν: ~ και απόμακρος. Πβ. απλησίαστος, απρόσιτος. ΑΝΤ. ευπρόσιτος.|| ~ο: εμπόρευμα. ~ες: τιμές. Πβ. πανάκριβος. ΑΝΤ. προσιτός. 3. (μτφ.) δυσνόητος: ~η: γλώσσα/ταινία. Πβ. δύσληπτος, δύσπεπτος. ΑΝΤ. ευκολονόητος, εύληπτος (1) [< 1,3: μτγν. δυσπρόσιτος 2: αρχ. ~ ]
14019δυσπρόφερτος, η, ο δυ-σπρό-φερ-τος επίθ. (επιστ.): που δύσκολα μπορεί να προφερθεί: ~η: λέξη. ~ο: όνομα. ΣΥΝ. δυσκολοπρόφερτος. ΑΝΤ. ευκολοπρόφερτος.
14020δύστηκτος, η, ο δύ-στη-κτος επίθ. (επιστ.): που λιώνει δύσκολα, κυρ. όταν θερμανθεί: ~ο: μέταλλο. ΑΝΤ. εύτηκτος [< αρχ. δύστηκτος]
14021δύστηνος, ος/η, ο δύ-στη-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): δυστυχής, άθλιος: ~ος/η: ηρωίδα/μοίρα. [< αρχ. δύστηνος]
14022δυστοκίαδυ-στο-κί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) δυσκολία στο να πραγματοποιηθεί κάτι: κυβερνητική ~ (στη λήψη αποφάσεων). ~ στην ανάληψη πρωτοβουλιών/στις συνομιλίες. ~ εξεύρεσης λύσης. Πβ. δυσχέρεια.|| Οικονομική ~ (του δήμου). Πβ. δυσπραγία.|| Ύστερα από πολύμηνη ~, συνεδριάζει η επιτροπή. Πβ. καθυστέρηση, χρονοτριβή.|| (στο ποδόσφαιρο:) Επιθετική ~. Βλ. -τοκία. 2. ΙΑΤΡ. δύσκολος, επώδυνος τοκετός. [< 2: αρχ. δυστοκία, γαλλ. dystocie, αγγλ. dystocia]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.