| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14026 | δυστοπικός | , ή, ό δυ-στο-πι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. -ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αναφέρεται στη δυστοπία: ~ή: φαντασία. ~ό: μέλλον/μυθιστόρημα/σκηνικό. Βλ. ουτοπικός. [< 1: αγγλ. dystopian, γαλλ. dystopique, 1972] | |
| 14027 | δυστροπία | δυ-στρο-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα που χαρακτηρίζει τον δύστροπο: ~ του υπαλλήλου. Πβ. στρυφνότητα. Βλ. ιδιο-ρρυθμία, -τροπία. 2. ΝΟΜ. καθυστέρηση καταβολής μισθώματος στον συμφωνημένο χρόνο: αγωγή ~ας. Βλ. υπερημερία. [< 1: μτγν. δυστροπία] | |
| 14028 | δύστροπος | , η, ο δύ-στρο-πος επίθ. 1. που δεν μπορεί να επικοινωνήσει εύκολα με άλλους ανθρώπους, δύσκολος, στρυφνός: ~ος: γείτονας/πελάτης/χαρακτήρας. ~η: συμπεριφορά. Πβ. ακοινώνητος, ανάποδος, κακότροπος, στριμμένος. Βλ. ιδιόρρυθμος, ιδιότροπος. 2. ΝΟΜ. (για μισθωτή) που καθυστερεί την καταβολή του μισθώματος: ~ος: οφειλέτης. [< 1: αρχ. δύστροπος] | |
| 14029 | δυστροπώ | [δυστροπῶ] δυ-στρο-πώ ρ. (αμτβ.) {δυστροπ-εί ... | δυστρόπ-ησε} 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) δυσανασχετώ, εκδηλώνω δυσφορία ή δυσαρέσκεια για κάτι: ~ούσε με το παραμικρό.|| Συνεργάτες που ~ούν και δημιουργούν προβλήματα στην ομαλή υλοποίηση του προγράμματος. 2. ΝΟΜ. (για ενοικιαστή) καθυστερώ την καταβολή μισθώματος. [ < 1: μεσν. δυστροπώ] | |
| 14030 | δυστροφία | δυ-στρο-φί-α ουσ. (θηλ.) ΙΑΤΡ. 1. ανώμαλη ανάπτυξη ή εκφύλιση ιστού ή οργάνου: μυοτονική ~. ~ του κερατοειδούς. Βλ. υπερτροφία. 2. κάθε διαταραχή που προκαλείται από κακή θρέψη, κυρ. κυττάρων ή ιστών: βρεφική ~ (βλ. αθρεψία). ~ των ονύχων. ● ΣΥΜΠΛ.: μυϊκή δυστροφία: ομάδα από κληρονομικές εκφυλιστικές μυοπάθειες που χαρακτηρίζονται από αδυναμία και προοδευτική ατροφία των μυών. [< γαλλ. dystrophie, αγγλ. dystrophy] | |
| 14031 | δυστροφικός | , ή, ό δυ-στρο-φι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη δυστροφία: ~ή: αλλοίωση (του δέρματος). ~ά: βρέφη. Βλ. υπερτροφικός. 2. ΟΙΚΟΛ. (για υδάτινο περιβάλλον) με όξινο νερό, υψηλή συγκέντρωση αποσυντεθειμένης ύλης και φτωχή χλωρίδα: ~ές: λίμνες. [< γαλλ. dystrophique, αγγλ. dystrophic] | |
| 14032 | δυστύχημα | δυ-στύ-χη-μα ουσ. (ουδ.) {δυστυχήμ-ατος | -ατα} 1. σοβαρό ατύχημα, συνήθ. με μεταφορικό μέσο: αυτοκινητιστικό/οδικό ~ (= τροχαίο). Αεροπορικό/πυρηνικό ~. Θανατηφόρα/πολύνεκρα ~ατα. Στο σημείο του ~ατος έσπευσαν ασθενοφόρα. 2. (γενικότ.) δυσάρεστο συμβάν ή ζήτημα: Είναι ~ (για τον τόπο) που/το ότι ... Το ~ είναι ότι/πως ... (= το δυσάρεστο, το τραγικό). Πβ. δυστυχία, πλήγμα, συμφορά. ΑΝΤ. ευτύχημα ● ΣΥΜΠΛ.: εργατικό ατύχημα βλ. ατύχημα, τροχαίο ατύχημα/δυστύχημα βλ. τροχαίος [< αρχ. δυστύχημα ‘κακοτυχία, δυστυχία’] | |
| 3555 | δυστύχημα | [ἀναφορά] α-να-φο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. προφορικός ή γραπτός λόγος για κάτι: άμεση/αναλυτική/απλή/αόριστη/γενική/ειδική/εκτενής/έμμεση/ευθεία (: χωρίς περιστροφές)/ευρεία/περιληπτική/σαφής/συχνή/τυχαία/υπαινικτική (πβ. νύξη) ~. ~ σε γεγονότα του παρελθόντος/στην κατάσταση/σε κάποιο πρόβλημα. Έκανε ~ στο/για το ... Γίνεται/υπάρχει ~ σε κάτι. Ντοκιμαντέρ με ~ στο περιβάλλον. Το κείμενο δεν περιέχει καμιά ~ στο ... ~ές στο επιστημονικό έργο. Πβ. μνεία. Βλ. αυτο~, ετερο~. 2. παράθεση: ενδεικτική/εξαντλητική/λεπτομερής/ονομαστική/συνοπτική ~. (Σωστή) ~ των γεγονότων/του ονόματος/της πηγής (πβ. παραπομπή). Βιβλιογραφική ~ (: παρουσίαση της βιβλιογραφίας στο τέλος μιας μελέτης). Βλ. ετερο~. 3. καταγγελία· (κατ΄επέκτ.) το αντίστοιχο έγγραφο: έγγραφη ~. Του έκανε ~.|| Μηνυτήρια/υπηρεσιακή ~. Καταθέτω/στέλνω/συντάσσω/υποβάλλω ~ (στην Υπηρεσία/στο Υπουργείο). 4. (γραπτή) έκθεση στοιχείων: εβδομαδιαία/εσωτερική/ετήσια/ημερήσια ~. Επίσημη ~ του ΟΗΕ (= υπόμνημα). Πβ. ραπόρτο. 5. ΠΛΗΡΟΦ.-ΤΗΛΕΠ. ενημέρωση του χρήστη σχετικά με την επιτυχία χρήσης μιας υπηρεσίας: (στο διαδίκτυο:) ~ λαθών/προβλημάτων/σφαλμάτων.|| (στο κινητό:) ~ές παράδοσης (μηνυμάτων). 6. ΣΤΡΑΤ. διαδικασία κατά την οποία οι οπλίτες μονάδας (ή υποδιαίρεσής της) παρατάσσονται και δηλώνεται επίσημα στον επικεφαλής ο αριθμός των παρόντων, των απόντων και των κωλυομένων: απογευματινή (: πριν από την απογευματινή εκπαίδευση)/βραδινή (: πριν από το σιωπητήριο)/πρωϊνή ~. Ο στρατιώτης βγήκε στην ~ παραπονούμενος για .../και ζήτησε να του δοθεί ολιγοήμερη άδεια. Τον έβγαλε στην ~ (: ο λοχίας τον στρατιώτη, λόγω απείθειας ή παραπτώματος). 7. σύνδεση, συσχέτιση: άξονας/βάση/δεδομένα/μοντέλο ~άς. 8. ΓΛΩΣΣ. συσχετισμός γλωσσικού στοιχείου με ένα προηγούμενο ή επόμενο, όπως αντωνυμίας με ουσιαστικό· σύνδεση κειμενικού στοιχείου με οντότητα (πρόσωπο, αντικείμενο, ιδιότητα, κατάσταση) του εξωτερικού-εξωγλωσσικού κόσμου, γνωστή στον ακροατή ή τον αναγνώστη: ενδοκειμενική/εξωκειμενική ~. Βλ. δείξη. 9. ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. ελλην. γλ.) η έννοια του "ως προς κάτι", "σχετικά με κάτι", που εκφράζεται με εμπρόθετο ή ονοματικό προσδιορισμό. ● ΣΥΜΠΛ.: αντικείμενο αναφοράς 1. το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος· ό,τι βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ή της προσοχής: Προσέχουμε να αλλάζουμε παράγραφο, όταν περνάμε από μια έννοια σε άλλη ή αλλάζει το ~ ~.|| Ο αρχιτέκτονας διατηρεί γραφείο με κύριο ~ ~ μελέτες δημοσίων έργων. 2. ΓΛΩΣΣ. οντότητα του εξωτερικού-εξωγλωσσικού κόσμου η οποία συνδέεται με το γλωσσικό σημείο (απλούστερα, τη λέξη) με εξωτερική σχέση δήλωσης (λατ. denotatio)· το αντικείμενο που δηλώνεται από το γλωσσικό σημείο ως όνομα: Το ~ ~ της λέξης "τραπέζι" είναι το ίδιο το πράγμα "τραπέζι"., βιβλίο/έργο αναφοράς & (σπανιότ.) εργασία αναφοράς: βασικό έργο, κυρ. λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια, στο οποίο ανατρέχει κανείς για άντληση πληροφοριών. [< αγγλ. reference book/work] , δικαίωμα αναφοράς: ΝΟΜ. το δικαίωμα κάθε πολίτη, μεμονωμένα ή συλλογικά, τηρώντας τους νόμους του κράτους, να αναφέρεται εγγράφως στις Αρχές· το δικαίωμα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που κατοικεί ή έχει την καταστατική του έδρα σε κράτος-μέλος, να υποβάλουν, ατομικά ή από κοινού με άλλους πολίτες ή πρόσωπα, αναφορά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για θέμα που εμπίπτει στους τομείς δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Το Σύνταγμα καθιερώνει το ~ ~ των Ελλήνων προς τις Αρχές. , κέντρο αναφοράς 1. συντονιστικό όργανο (που παρέχει έγκυρη πληροφόρηση ή βοήθεια): εθνικό/ευρωπαϊκό ~ ~. ~ ~ AIDS/γρίπης. ~ ~ για την υγιεινή και ασφάλεια στην εργασία. 2. σημείο αναφοράς. [< γαλλ. centre de référence] , ορθή αναφορά: ΑΣΤΡΟΝ. ουρανογραφική συντεταγμένη για τον προσδιορισμό της θέσης αντικειμένου στην ουράνια σφαίρα· το αντίστοιχο του γεωγραφικού μήκους. Βλ. απόκλιση. [< αγγλ. right ascension] , σημείο αναφοράς 1. (μτφ.) οτιδήποτε κατέχει εξέχουσα θέση σε ένα σύνολο ή αποκτά κομβική σημασία: ~ ~ της πόλης αποτελεί η κεντρική πλατεία. Η Εκκλησία είναι ~ ~ για τον Ελληνισμό της Διασποράς. Πβ. τοπόσημο. ΣΥΝ. κέντρο αναφοράς (2) 2. ΤΟΠΟΓΡ. ακριβής θέση στην επιφάνεια της Γης, με δεδομένες συντεταγμένες και υψόμετρο, που χρησιμοποιείται για τοπογραφικούς σκοπούς. [< γαλλ. point de référence] , σύστημα αναφοράς: ΦΥΣ. που χρησιμοποιεί συντεταγμένες για τον εντοπισμό ορισμένης θέσης: αδρανειακό ~ ~. [< γαλλ. système (de) référence] , τιμή αναφοράς: που θεωρείται βάση για τον υπολογισμό αξίας, μεγέθους: βασική/καθαρή/ρυθμιζόμενη ~ ~. ~ ~ μετοχών/πετρελαίου/συναλλάγματος/χρυσού. ~ ~ για τα ελλείμματα/το χρέος. Βλ. αντικειμενική αξία. [< αγγλ. reference price/ value] , αιτιατική της αναφοράς (/του "κατά τι") βλ. αιτιατική, γενικευτική αναφορά βλ. αναφορά, Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς βλ. πλαίσιο, εργαστήριο αναφοράς βλ. εργαστήριο, Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς (για τις γλώσσες) βλ. πλαίσιο, κόλλα αναφοράς βλ. κόλλα, ομάδα αναφοράς βλ. ομάδα, τοπικότητα της αναφοράς βλ. τοπικότητα ● ΦΡ.: δίνω (σε κάποιον) αναφορά (συχνά ειρων.): τον ενημερώνω λεπτομερώς για κάτι· λογοδοτώ: Έχω κάθε δικαίωμα να πάω όπου θέλω, χωρίς να δώσω ~ σε κανέναν. ~ θα σου δώσω;, σε αναφορά με & (λόγ.) εν αναφορά προς (επίσ.): ως προς, όσον αφορά, σχετικά με: ~ ~ την ανωτέρω επιστολή, σας πληροφορούμε ότι ... [< 1,2,3: αρχ. ἀναφορά 1,2: αγγλ. reference, γαλλ. référence 3,4,5,6: αγγλ. report, γαλλ. rapport 7: μτγν. άναφορά, γαλλ. rapport, relation 8: αγγλ. anaphora, γαλλ. anaphore 9: μτγν.] | |
| 14033 | δυστυχής | , ής, ές δυ-στυ-χής επίθ. {δυστυχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· δυστυχέστ-ερος, -ατος} (λόγ.) 1. (για πρόσ.) δυστυχισμένος: Είμαι/νιώθω ~.|| (ως ουσ.) Τι φταίει ο ~ που ... Πβ. δύστυχος, καημένος, κακομοίρης, ταλαίπωρος. ΑΝΤ. ευτυχής (1) 2. που φέρνει δυστυχία: ~ές: γεγονός/συμβάν.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ές της υπόθεσης (= η δυσάρεστη, αρνητική πλευρά) ήταν ότι ... ● βλ. δυστυχώς [< αρχ. δυστυχής] | |
| 14034 | δυστυχία | δυ-στυ-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. εξαιρετικά δυσάρεστη κατάσταση που προκαλείται από αρνητικά συμβάντα, βάσανα ή στερήσεις: ανθρώπινη/απόλυτη/προσωπική ~. Η ~ του πολέμου. ~, ανέχεια/πόνος και εξαθλίωση. Εικόνες/πηγή/στιγμές ~ας. Εκμεταλλεύονται τη ~ των άλλων. Μια ζωή μέσα στη ~. ΑΝΤ. ευτυχία (1) 2. {κυρ. στον πληθ.} (συνεκδ.) κακό, συμφορά: οι ~ες της ζωής. Τους βρήκαν αµέτρητες/πολλές ~ες. Πβ. α-, κακο-τυχία. ● ΦΡ.: δυστυχία (μου)! (επιφών.): για συμφορά. ΣΥΝ. αλίμονο, αφήνω κάποιον στη δυστυχία του βλ. αφήνω [< αρχ. δυστυχία] | |
| 14035 | δυστυχισμένος | , η, ο δυ-στυ-χι-σμέ-νος επίθ. ΑΝΤ. ευτυχισμένος 1. που αισθάνεται δυστυχία: ~ος: άνθρωπος. ~η: οικογένεια. ~ες: υπάρξεις/ψυχές. ~α: παιδιά/πλάσματα. Πβ. δύσμοιρος, δύστυχος, έρμος, κακο-μοίρης, -ρίζικος, κακότυχος.|| ~ο: ύφος (= θλιμμένο). 2. που χαρακτηρίζεται από δυσάρεστα γεγονότα ή καταστάσεις: η πιο ~η περίοδος της ζωής του. Πέρασε ~α παιδικά χρόνια. Πβ. θλιβερός.|| ~η: πατρίδα/χώρα. ● επίρρ.: δυστυχισμένα [< μτχ. παθ. παρακ. του μεσν. ρ. δυστυχίζω] | |
| 14036 | δύστυχος | , η, ο δύ-στυ-χος επίθ. (οικ.): δυστυχισμένος, δυστυχής: ~η: μάνα. ~ο και αξιολύπητο ζώο/πλάσμα.|| (ως ουσ.) Τι έπαθα, ο ~! Ασχολείται ο ~ με ό,τι τύχει, δουλειές του ποδαριού. Πβ. καημένος, καψερός, ταλαίπωρος. [< μτγν. δύστυχος] | |
| 14037 | δυστυχώ | [δυστυχῶ] δυ-στυ-χώ ρ. (αμτβ.) {δυστυχ-είς ... | δυστύχ-ησα, -ώντας}: είμαι δυστυχισμένος, βασανισμένος, κακότυχος ή βρίσκομαι σε δυσχερή οικονομική κατάσταση: ~ησε στην προσωπική του ζωή. Πβ. δεινοπαθώ, ταλαιπωρούμαι.|| ~ησε (= είχε τη δυστυχία) να μείνει ορφανός. Πβ. ατυχώ.|| Υποφέρουν και ~ούν (ΑΝΤ. ευημερούν). Πβ. δυσπραγεί, πένομαι. ΑΝΤ. ευτυχώ. [< αρχ. δυστυχῶ] | |
| 14038 | δυστυχώς | [δυστυχῶς] δυ-στυ-χώς επίρρ.: ως εκδήλωση λύπης για κάτι δυσάρεστο: Τα λόγια του αποδείχτηκαν ~ προφητικά. -Έχεις κάτι νεότερο; -Όχι, ~! ~ δεν θα μπορέσω να ... Πβ. ατυχώς.|| ~ ή ευτυχώς, το τελικό αποτέλεσμα είναι αυτό που μετράει. ● ΦΡ.: δυστυχώς επτωχεύσαμεν (λόγ.): (ιστορική φράση του Χ. Τρικούπη σε συνεδρίαση της Βουλής το 1893) για περιπτώσεις χρεοκοπίας ή δεινής οικονομικής κατάστασης. ● βλ. δυστυχής [< αρχ. δυστυχῶς, γαλλ. malheureusement] | |
| 14039 | δυσφαγία | δυ-σφα-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσκαταποσία: οισοφαγική/στοματοφαρυγγική ~. Βλ. -φαγία. [< γαλλ. dysphagie, αγγλ. dysphagia] | |
| 14040 | δυσφασία | δυ-σφα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή του λόγου που αφορά την ικανότητα κατανόησης και εκφοράς του λόγου και οφείλεται σε εγκεφαλική βλάβη: εξελικτική ~. Βλ. αφασία, δυσλεξία. [< γαλλ. dysphasie, αγγλ. dysphasia] | |
| 14041 | δυσφημίζω | βλ. δυσφημώ | |
| 14042 | δυσφήμιση | δυ-σφή-μι-ση ουσ. (θηλ.) & δυσφήμηση: διάδοση ισχυρισμών, στοιχείων, πληροφοριών, συμβάντων που δημιουργούν αρνητική εικόνα για κάποιον ή κάτι ή θίγουν τα συμφέροντά του: διεθνής/επαγγελματική/προσωπική ~. ~ προϊόντων/υπηρεσιών.|| Ενέργειες/παραβάσεις που συνιστούν ~ του αθλήματος. Πβ. αμαύρωση, διαπόμπευση, διασυρμός, δυσφημισμός, συκοφάντηση. ΑΝΤ. διαφήμιση (3) ● ΣΥΜΠΛ.: απλή δυσφήμιση: ΝΟΜ. αδίκημα σύμφωνα με το οποίο τιμωρείται όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει κάτι μεμπτό, επιλήψιμο για κάποιον, βλάπτοντας έτσι την τιμή και την υπόληψή του., συκοφαντική δυσφήμιση: ΝΟΜ. αδίκημα το οποίο διαπράττει κάποιος που διαβάλλει συνειδητά κάποιον άλλο ενώπιον τρίτου: μήνυση/ποινική δίωξη για ~ ~. ~ ~ σε βάρος ... [< γαλλ. diffamation] | |
| 14043 | δυσφημισμός | δυ-σφη-μι-σμός ουσ. (αρσ.): δυσφήμιση κυρ. ατόμων ή κοινωνικών ομάδων, συχνά ως αναπαραγωγή στερεοτύπων: εθνοτικοί/φυλετικοί ~. Βλ. γύφτος | |
| 14044 | δυσφημιστικός | , ή, ό δυ-σφη-μι-στι-κός επίθ.: που προκαλεί ή επιδιώκει τη δυσφήμιση κάποιου: ~ή: εκστρατεία. ~ό: άρθρο (εφημερίδας). ~ά: δημοσιεύματα/σχόλια. Πβ. λιβελογραφικός. ● επίρρ.: δυσφημιστικά [< γαλλ. diffamatoire] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ