Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14900-14920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14045δυσφημώ[δυσφημῶ] δυ-σφη-μώ ρ. (μτβ.) {δυσφημ-είς ..., -ώντας | δυσφήμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ούμενος} & δυσφημίζω {δυσφήμ-ισε, -ίστηκε, -ισμένος, δυσφημίζ-οντας}: διαδίδω αρνητικά στοιχεία για κάποιον ή κάτι, θίγω την υπόληψη, τη φήμη, την εικόνα ή τα συμφέροντά του: Το δημοσίευμα ~εί, διασύρει και εξευτελίζει τον κατηγορούμενο. ~είται και πλήττεται ο τουρισμός/η χώρα. Πβ. αμαυρώνω, διαβάλλω, εκθέτω, κακο-, λασπο-λογώ, συκοφαντώ. [< μτγν. δυσφημῶ, γαλλ. diffamer]
14046δύσφλεκτος, η, ο δύ-σφλε-κτος επίθ. (λόγ.): που δύσκολα μπορεί να πιάσει φωτιά: ~η: κουβέρτα διάσωσης. Βλ. αντιπυρικός, άφλεκτος, βραδυφλεγής. ΑΝΤ. εύφλεκτος (1)
14047δυσφορίαδυ-σφο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. δυσαρέσκεια: κοινωνική/λαϊκή ~. Κύμα ~ας. Γενικευμένη ~ των πολιτών ενάντια στη βία/προς την οικονομική πολιτική. Πβ. απαρέσκεια, δυσανασχέτηση, ενόχληση. ΑΝΤ. ευφορία (2) 2. ΙΑΤΡ. σωματικά ενοχλήματα ή ψυχική ένταση: αναπνευστική (= δύσπνοια)/κοιλιακή ~. Έντονη ~ λόγω ζέστης. ~ στο στήθος. Πβ. αδιαθεσία, πλάκωμα, σφίξιμο.|| (ΨΥΧΟΛ.) Συναισθηματική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης δυσφορίας: ΜΕΤΕΩΡ. αριθμός που προκύπτει από τις τιμές της θερμοκρασίας, της υγρασίας, της ταχύτητας του ανέμου και της ηλιακής ακτινοβολίας σε δεδομένη χρονική στιγμή και εκφράζει τη θερμότητα που νιώθει ο άνθρωπος. [< αγγλ. heat index, 1979] [< 1: αρχ. δυσφορία ‘στενοχώρια, αγωνία’ 2: γαλλ. dysphorie, αγγλ. dysphoria]
14048δυσφορικός, ή, ό δυ-σφο-ρι-κός επίθ.: που δημιουργεί δυσφορία ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: διάθεση/κατάσταση.|| ~ή: διαταραχή. ~ό: συναίσθημα. ΑΝΤ. ευφορικός [< μτγν. δυσφορικός, γαλλ. dysphorique, αγγλ. dysphoric]
14049δυσφορώ[δυσφορῶ] δυ-σφο-ρώ ρ. (αμτβ.) {δυσφορ-είς ..., -ώντας | δυσφόρ-ησα, -ήσει} (λόγ.): νιώθω δυσφορία: Είχε αρχίσει να ~εί (: πνίγεται) με τον καπνό. Πβ. ασφυκτιώ.|| Οι πολίτες ~ούν από την ακρίβεια/για τις διακοπές ρεύματος/με τη διαφθορά. ~ησε (= δυσαρεστήθηκε) γιατί δεν προσκλήθηκε. Πβ. δυσανασχετώ. Βλ. -φορώ. [< αρχ. δυσφορῶ ‘υπομένω με δυσκολία, ενοχλούμαι’]
14050δυσφωνίαδυ-σφω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εξασθένηση της φωνής, δυσκολία στην ομιλία, συνήθ. με τη μορφή βραχνάδας, ως αποτέλεσμα δυσλειτουργίας των φωνητικών χορδών: σπαστική ~. Οργανικές και λειτουργικές ~ες. Βλ. αφωνία, δυσαρθρία, -φωνία. [< μτγν. δυσφωνία, γαλλ. dysphonie, αγγλ. dysphonia]
14051δυσχεραίνωδυ-σχε-ραί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {δυσχέραν-ε, -θηκε, δυσχεραίν-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (επίσ.): δυσκολεύω: Γεγονός που ~ει την κατάσταση. Η απεργία που κήρυξαν η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ θα δυσχεράνει τις μετακινήσεις. ~εται το έργο της κατάσβεσης της πυρκαγιάς λόγω των ισχυρών ανέμων. Πβ. (παρ)εμποδίζω, (παρα)κωλύω.|| ~ει η θέση των καταναλωτών. ΑΝΤ. διευκολύνω [< μτγν. δυσχεραίνω]
14052δυσχέρανσηδυ-σχέ-ραν-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παρεμπόδιση: ~ του έργου της επιτροπής/των ερευνών. Πβ. παρακώλυση. ΑΝΤ. διευκόλυνση (1) [< μτγν. δυσχέρανσις]
14053δυσχέρειαδυ-σχέ-ρει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυσκολία: οικονομική ~. ΑΝΤ. ευκολία (1), ευχέρεια (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αναπνευστική δυσχέρεια βλ. αναπνευστικός [< αρχ. δυσχέρεια]
34375δυσχερες εργο

ντε-λί-ρι-ο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ.) έξαρση, φρενίτιδα: εθνικιστικό/μουσικό/χορευτικό ~. ~ ενθουσιασμού. Πβ. παραφορά, παροξυσμός. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. παραλήρημα. [< ιταλ. delirio]

14054δυσχερής, ής, ές δυ-σχε-ρής επίθ. {δυσχερ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· δυσχερέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): δύσκολος: ~ής: κατάσταση/περίοδος/πρόσβαση/συνεργασία. ~ές: εγχείρημα/έργο. ~είς: συνθήκες διαβίωσης. Ο κατηγορούμενος/η οικονομία βρίσκεται/έχει περιέλθει σε ~ή (= δεινή, δυσάρεστη) θέση. ΑΝΤ. εύκολος (1), ευχερής ● επίρρ.: δυσχερώς [-ῶς] [< αρχ. δυσχερής]
14055δυσχρηστίαδυσ-χρη-στί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δυσκολία στη χρήση: ~ συσκευών. ΑΝΤ. ευχρηστία [< μτγν. δυσχρηστία ‘δυσκολία στη χρήση’]
14056δύσχρηστος, η, ο δύσ-χρη-στος επίθ. (λόγ.) ΑΝΤ. εύχρηστος 1. που δύσκολα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: ~η: μέθοδος. ~ο: εργαλείο/μηχάνημα. Βλ. λειτουργ-, πρακτ-ικός. 2. (για γλωσσικό στοιχείο) που χρησιμοποιείται σπάνια: ~ες: εκφράσεις/λέξεις. [< 1: αρχ. δύσχρηστος]
14057δυσχρωματοψίαδυσ-χρω-μα-το-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. δυσκολία διάκρισης ορισμένων χρωμάτων, ειδικότ. των τριών βασικών (κόκκινο, πράσινο, μπλε). Πβ. αχρωματοψία, δαλτονισμός. [< γαλλ. dyschromatopsie, αγγλ. dyschromatopsia]
14058δυσχρωμίαδυσ-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. αλλοίωση του φυσιολογικού χρώματος συνήθ. της επιδερμίδας ή των δοντιών: ~ες του δέρματος (: κηλίδες, πανάδες). Βλ. αλφισμός, αχρωμία, λεύκη, -χρωμία. [< γαλλ. dyschromie, 1900, αγγλ. dyschromia]
14059δυσώδης, ης, ες δυ-σώ-δης επίθ. {δυσώδ-ους | -εις (ουδ. -η)· δυσωδέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): δύσοσμος: ~ης: ατμόσφαιρα. Πβ. κάκοσμος. ΑΝΤ. ευώδης.|| (μτφ.) ~ες: παρασκήνιο. Πβ. αισχρός, ανήθ-, βρόμ-ικος. Βλ. -ώδης. [< αρχ. δυσώδης]
14060δυσωδίαδυ-σω-δί-α ουσ. (θηλ.): έντονη δυσοσμία: η ~ των σκουπιδιών/υπονόμων. Πβ. απόπνοια, κακοσμία, μπόχα.|| (μτφ.) Σαπίλα/σήψη και ~. Πβ. ανηθικότητα, αποφορά, βρομιά. ΑΝΤ. ευωδιά ● ΦΡ.: βρόμα και δυσωδία βλ. βρόμα [< αρχ. δυσωδία]
14061δυσώνυμος, η, ο δυ-σώ-νυ-μος επίθ. (αρχαιοπρ.): που έχει κακό όνομα, κακή φήμη: ~ο: παρελθόν. Πβ. κακόφημος. Βλ. -ώνυμος. [< αρχ. δυσώνυμος]
14062δύτηςδύ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. δύτρια}: πρόσωπο που πραγματοποιεί καταδύσεις για αλιευτικούς, στρατιωτικούς ή άλλους σκοπούς: αυτόνομος (= αυτοδύτης)/ελεύθερος (: που κάνει ελεύθερη κατάδυση)/επαγγελματίας/ερασιτέχνης ~. ~ες με σκάφανδρο. ~ διασώστης (βλ. βατραχάνθρωπος). Σχολή ~ών. Πβ. βουτηχτής, κατα~. ● ΣΥΜΠΛ.: νόσος των δυτών & ασθένεια των δυτών: ΙΑΤΡ. νόσος (της) αποσυμπίεσης. [< γαλλ. maladie des caissons] , μέθη των δυτών/του βυθού βλ. μέθη [< αρχ. δύτης ‘βουτηχτής’, γαλλ. plongeur]
14063δυτικοευρωπαϊκός, ή, ό δυ-τι-κο-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη Δυτική Ευρώπη ή/και τους Δυτικοευρωπαίους. ● ΣΥΜΠΛ.: Δυτικοευρωπαϊκή Ένωση (ακρ. ΔΕΕ) (παλαιότ.): ευρωπαϊκός οργανισμός συνεργασίας για την άμυνα και την ασφάλεια των κρατών-μελών της. [< αγγλ. Western European Union, 1955]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.