Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14940-14960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14084δωδεκαθεϊστήςδω-δε-κα-θε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. πρόσωπο που πιστεύει στο δωδεκάθεο: αρχαιολάτρης και ~. Νεοπαγανιστές-~ές.
14085δωδεκαθεϊστικός, ή, ό δω-δε-κα-θε-ϊ-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον δωδεκαθεϊσμό ή τους δωδεκαθεϊστές: ~ή: θρησκεία. ~ές: τελετές.
14086δωδεκάθεοδω-δε-κά-θε-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έου} (περιληπτ.): ΑΡΧ. το σύνολο των δώδεκα Θεών του Ολύμπου σύμφωνα με την αρχαιοελληνική θρησκεία και μυθολογία. [< μτγν. δωδεκάθεον ‘ναός αφιερωμένος στους δώδεκα Θεούς’]
14087δωδεκαθέσιος, α, ο βλ. -θέσιος
14088δωδεκαμελής, ής, ές βλ. -μελής
14089δωδεκάμηνος, η, ο δω-δε-κά-μη-νος επίθ.: που έχει διάρκεια δώδεκα μηνών: ~η: θητεία/λειτουργία (ξενοδοχειακής μονάδας)/συνδρομή/φυλάκιση. ~ο: διάστημα/συμβόλαιο. Τα έσοδα υπολογίζονται σε ~η βάση. Πβ. ετήσιος, χρονιάτικος. Βλ. -μηνος. ● Ουσ.: δωδεκάμηνο (το): χρονική περίοδος ενός έτους: καταβολή δόσεων ανά ~. Κατά το τελευταίο/τρέχον ~ ... Παρέλευση/συμπλήρωση ~ήνου. [< αρχ. δωδεκάμηνος]
14090Δωδεκανήσιος, ΔωδεκανήσιαΔω-δε-κα-νή-σι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Δωδεκάνησα.
14091δωδεκάποντος, η, ο δω-δε-κά-πο-ντος επίθ.: (για τακούνι) που είναι δώδεκα πόντους: ~η: γόβα.|| (ως ουσ.) Ανέβηκε στη σκηνή με ~ο.
14092δωδεκάρηςδω-δε-κά-ρης επίθ./ουσ. (αρσ.) {δωδεκάρ-ηδες} 1. (επίθ., θηλ. δωδεκάρα) για κάτι που έχει τυποποιημένο μέγεθος δώδεκα: ~ηδες: ανεμιστήρες (= 12 εκατοστών). Οθόνη υπολογιστή ~α (= 12 ιντσών). 2. (ουσ.) δωδεκάχρονος. 3. (ουσ.) πρόσωπο που έχει δώδεκα σωστές προβλέψεις στο προπό. [< μεσν. δωδεκάρης]
14093δωδεκάριδω-δε-κά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. βαθμός δώδεκα σε κλίμακα αξιολόγησης: Η ελληνική συμμετοχή έλαβε πέντε ~ια στον διαγωνισμό τραγουδιού. Πήρε ~ στα μαθηματικά. Βλ. εικοσάρι. 2. σύνολο δώδεκα επιτυχιών στο προπό: Έπιασε ~. Βλ. δεκάρι. 3. (ως επίθ.) για τυποποιημένο μέγεθος (δώδεκα): ~ κλειδί. ~ια: γράμματα. Βλ. δυάρι. ● Υποκ.: δωδεκαράκι (το)
14094δωδεκαριάδω-δε-κα-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): ντουζίνα. Βλ. -αριά. ● ΦΡ.: μια/καμιά δωδεκαριά: περίπου δώδεκα: ~ ~ άνθρωποι/χρόνια. Βλ. δεκ-, εικοσ-, τριαντ-αριά.
14095δωδεκασύλλαβος, η, ο δω-δε-κα-σύλ-λα-βος επίθ./ουσ.: ΜΕΤΡ. που έχει δώδεκα συλλαβές: ιαμβικός/τροχαϊκός ~ (στίχος). Βλ. αλεξανδρινός, δεκαπεντασύλλαβος, -σύλλαβος. [< μτγν. δωδεκασύλλαβος]
14096δωδεκατημόριοδω-δε-κα-τη-μό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (επιστ.) 1. το ένα δωδέκατο. Βλ. δεκα-, εκατοσ-, τεταρ-τημόριο. 2. ΟΙΚΟΝ. {συνήθ. στον πληθ.} μηνιαίες δημόσιες δαπάνες: κατάρτιση προϋπολογισμού με ~α. [< αρχ. δωδεκατημόριον]
14097δωδεκάτομος, η, ο βλ. -τομος
14098δωδέκατος, η, ο δω-δέ-κα-τος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. δωδεκ-άτου, (λόγ.) θηλ. δωδεκ-άτη} (σύμβ. 12ος, ΙΒ' ή ιβ', XII): που αντιπροσωπεύει τον αριθμό δώδεκα (12) σε μια ακολουθία ή σειρά: ~ος: αιώνας/τόμος. ~η: αγωνιστική. ~ο: συνέδριο. Για ~η συνεχή χρονιά πραγματοποιείται ... Τερμάτισε ~η στον μαραθώνιο. ● Ουσ.: δωδεκάτη (η) (λόγ.) 1. ενν. μέρα (του μήνα): Γεννήθηκε ξημερώματα της ~ης Μαρτίου. 2. ενν. ώρα: ~ βραδινή/νυκτερινή (= μεσάνυχτα). ~ μεσημβρινή (= μεσημέρι). 3. ΜΑΘ. ενν. δύναμη: Υψώνω έναν αριθμό/μια μεταβλητή στη ~., δωδέκατο (το): καθένα από τα δώδεκα ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ του πληθυσμού. Πβ. δωδεκατημόριο., δωδέκατος (ο): (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Δεκέμβριος: στις 8/12 (: οκτώ ~άτου). ● ΦΡ.: η δωδεκάτη (ώρα) (λόγ.): η τελευταία στιγμή, το έσχατο χρονικό όριο: Πιστεύει ότι έστω και τη ~ ~ θα τα καταφέρει (= οριακά, στο παρά πέντε).|| Σήμανε η ~ ~ για το περιβάλλον (= ώρα μηδέν). Πβ. την τελευταία/ύστατη ώρα. [< αρχ. δωδέκατος]
14099δωδεκαφθογγισμόςδω-δε-κα-φθογ-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΜΟΥΣ. μέθοδος μουσικής σύνθεσης του 20ού αι. που χρησιμοποιεί τους δώδεκα φθόγγους του συγκερασμένου δυτικού μουσικού συστήματος. Βλ. ατονικότητα, σειραϊσμός, -ισμός. [< γαλλ. dodécaphonisme, 1948, αγγλ. dodecaphonism, 1951]
14100δωδεκάφθογγος, η, ο δω-δε-κά-φθογ-γος επίθ. & δωδεκαφθογγικός, ή, ό: ΜΟΥΣ. που σχετίζεται με τον δωδεκαφθογγισμό: ~η: μουσική/τεχνική. ~ο: σύστημα (= δωδεκαφθογγισμός). ~α: έργα. Βλ. ατονικός, σειραϊκός. [< γαλλ. dodécaphonique, 1946, αγγλ. dodecaphonic, 1949]
14101δωδεκάχορδος, η, ο δω-δε-κά-χορ-δος επίθ.: ΜΟΥΣ. που έχει δώδεκα χορδές: ~η: κιθάρα. ~ο: λαούτο. Βλ. -χορδος. [< μεσν. δωδεκάχορδος]
14102δωδεκάχρονος, η, ο βλ. -χρονος
14103δωδεκάωρος, η, ο βλ. -ωρος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.