| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14104 | δώθε | [δῶθε] δώ-θε επίρρ. & εδώθε (λαϊκό): προς τα εδώ: ~ από το ρέμα.|| Από τον 19ο αι. και ~ (= εξής, μετά) ... Πβ. εντεύθεν. Βλ. -θεν. ΑΝΤ. κείθε (3) ● ΦΡ.: δώθε-κείθε 1. σε διάφορα σημεία, από δω κι από κει: χαρτιά σκορπισμένα ~ ~. Έτρεχε ~ ~ (= δεξιά κι αριστερά), όπου έβρισκε δουλειά. 2. από τη μια άκρη στην άλλη: Πήγαινε ~ ~ ανήσυχος (= πάνω κάτω)., πέρα-δώθε βλ. πέρα [< μεσν. δώθε] | |
| 14105 | δώμα | [δῶμα] δώ-μα ουσ. (ουδ.) {δώμ-ατος | -ατα} ΑΡΧΙΤ. 1. δωμάτιο ή μικρό διαμέρισμα που κατασκευάζεται σε ταράτσα: μεζονέτα/ρετιρέ με ~. 2. επίπεδη στέγη, ταράτσα: πράσινα φυτεμένα ~ατα (: με κήπο, πβ. ταρατσόκηπος). ● δώματα (τα): (κυρ. μτφ.-ειρων.) πολυτελή διαμερίσματα, μέγαρα: τα ~ της εξουσίας.|| (λογοτ.) Τα ουράνια ~ (= ο ουρανός). [< 1: αρχ. δῶμα ‘σπίτι, κύριο δωμάτιο’ 2: μτγν. ~.] | |
| 14106 | δωμάτιο | δω-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {δωματί-ου | -ων}: εσωτερικός κύριος χώρος (διαμερίσματος, σπιτιού, κτίσματος, ξενοδοχείου) που χωρίζεται από τους υπόλοιπους: βοηθητικό/βορινό/γωνιακό/επιπλωμένο/παιδικό ~. ~ επισκεπτών/εργασίας/ύπνου (= υπνο~)/υποδοχής (βλ. σαλόνι)/φιλοξενίας (πβ. ξενώνας). Κύρια ~α (: δεν υπολογίζονται σε αυτά το μπάνιο και η κουζίνα). Διαμέρισμα δύο (μεγάλων) ~ων/με δύο ~α (= δυάρι). Μένω στο ίδιο ~/μοιράζομαι το ~ό μου με κάποιον. Πβ. κάμαρα.|| Ακριβό/δίκλινο/μονόκλινο/τρίκλινο/φτηνό ~. ~ νοσοκομείου (πβ. θάλαμος). Κράτηση ~ου. Έκλεισε ~. Ενοικιάζονται ~α για φοιτητές. Βλ. κοιτώνας. ● Υποκ.: δωματιάκι (το) ● Μεγεθ.: δωματιάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δωμάτιο ελέγχου: μικρός χώρος με εξοπλισμό κατάλληλο για επίβλεψη κυρ. της λειτουργίας συστήματος: ~ ~ εικόνας (: σε τηλεοπτικό σταθμό). Πβ. αίθουσα ελέγχου. [< αγγλ. control room, 1927] , ενοικιαζόμενα δωμάτια: κυρ. ως επιγραφή σε τόπους παραθερισμού., θερμοκρασία δωματίου: κανονική, μέση θερμοκρασία (20-25 βαθμοί Κελσίου): Προϊόντα/φάρμακα που διατηρούνται σε ~ ~. [< αγγλ. room temperature, 1924] , μουσική δωματίου: ΜΟΥΣ. σύνθεση για εκτέλεση σε μικρό χώρο από ολιγάριθμη ορχήστρα: ~ ~ με κουαρτέτο εγχόρδων. Βλ. τρίο σονάτα. [< ιταλ. musica da camera, γερμ. Kammermusik] , όπερα δωματίου: ΜΟΥΣ. που έχει σύντομη διάρκεια και παρουσιάζεται με μικρό αριθμό ερμηνευτών και μουσικών· το θέατρο στο οποίο παίζεται., ορχήστρα δωματίου: ΜΟΥΣ. μικρή ορχήστρα που εκτελεί κυρ. έργα μουσικής δωματίου. ΣΥΝ. καμεράτα [< γαλλ. orchestre de chambre, γερμ. Kammerorchester] , υπηρεσία δωματίου: παροχή υπηρεσιών στους πελάτες ξενοδοχείου στο δωμάτιό τους· συνεκδ. το προσωπικό που τους εξυπηρετεί και το αντίστοιχο αρμόδιο τμήμα: Η ~ ~ είναι διαθέσιμη όλο το εικοσιτετράωρο.|| Καλέστε την ~ ~ για άμεση εξυπηρέτηση. ΣΥΝ. ρουμ σέρβις [< αγγλ. room service, 1916] [< αρχ. δωμάτιον ‘μικρό σπίτι, κοιτώνας’, γαλλ. chambre, αγγλ. room] | |
| 14107 | δωρεά | δω-ρε-ά ουσ. (θηλ.): ανιδιοτελής προσφορά χρηματικού ποσού ή περιουσιακού στοιχείου και η νομική σύμβαση που την πιστοποιεί: (ΝΟΜ.) άτυπη/γενναία/ευγενική/χρηματική ~. ~ βιβλίων από ιδιώτες/φορείς/φυσικά πρόσωπα. ~ στη μνήμη της ... ~ εν ζωή. Δέχομαι/κάνω ~. ~ές ακινήτων προς το κράτος/σε κοινωφελές ίδρυμα. Παραχωρήθηκε ως ~. ~ές και γονικές παροχές/χορηγίες. Πβ. προσφορά. Βλ. δώρο, κληροδότημα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σώματος (: για ερευνητικούς συνήθ. σκοπούς). ~ σπέρματος/ωαρίων (: για τεχνητή γονιμοποίηση). ~ ιστών (: για μεταμόσχευση). ~ (συστατικών) αίματος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ του Αγίου Πνεύματος (πβ. χάρισμα)/Θεία ~ (= η χάρη του Θεού). Βλ. επιφοίτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: δωρεά οργάνων (σώματος) βλ. όργανο [< αρχ. δωρεά, γαλλ. donation, don] | |
| 14108 | δωρεάν | δω-ρε-άν επίρρ.: χωρίς καταβολή χρηματικού ποσού: Αποστέλλεται/διατίθεται/προσφέρεται (εντελώς) ~. Πβ. ανέξοδα.|| (ως επίθ.) ~ εγγραφή/είσοδος/υπηρεσίες. Πβ. τζάμπα. Βλ. με το αζημίωτο. ΑΝΤ. επί πληρωμή [< αρχ. δωρεάν] | |
| 14109 | δωρεοδόχος | δω-ρε-ο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που δέχεται δωρεά: Ελαφρύνονται φορολογικά όλες οι κατηγορίες κληρονόμων ή ~ων.|| (ως επίθ.) ~ος: δήμος. ~ος: εταιρεία. Πβ. δωρολήπτης. Βλ. κληροδόχος, -δόχος. ΑΝΤ. δωρητής [< γαλλ. donataire] | |
| 14110 | δώρημα | δώ-ρη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): οτιδήποτε αποτελεί αντικείμενο δωρεάς, κυρ. του Θεού: θείο ~. Πβ. δώρο. [< αρχ. δώρημα] | |
| 14111 | δωρητήριος | , α/ος, ο δω-ρη-τή-ρι-ος επίθ./ουσ. {συνήθ. στο ουδ.}: ΝΟΜ. που αναφέρεται σε δωρεά: ~ο: συμβόλαιο (: που την επικυρώνει).|| (ως ουσ.) Τα κτήματα παραχωρήθηκαν με ~ο (ενν. έγγραφο). Βλ. -τήριος. | |
| 14112 | δωρητής | δω-ρη-τής ουσ. (αρσ.) , δωρήτρια (η): ΝΟΜ. πρόσωπο που κάνει δωρεά, δωρίζει κάτι: μεγάλοι ~ές της βιβλιοθήκης/του μουσείου. Το Πανεπιστήμιο τιμά τους ευεργέτες και ~ές του. Βλ. χορηγός. ΑΝΤ. δωρεοδόχος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ές σπέρματος/ωαρίων (= δότες). ~ές σώματος. ΑΝΤ. λήπτης. ● ΣΥΜΠΛ.: δωρητής οργάνων (σώματος): πρόσωπο που έχει αποφασίσει να προσφέρει όργανά του για μεταμόσχευση μετά τον θάνατό του. [< γαλλ. donneur d' organes, 1968] , δωρήτριες χώρες: που συμβάλλουν, με την οικονομική κυρ. βοήθειά τους, στην ανακούφιση ή την αναπτυξιακή προοπτική άλλης χώρας, η οποία έχει πληγεί από πολεμική αναμέτρηση, εμφύλια σύγκρουση, μεγάλη φυσική καταστροφή ή παρουσιάζει σημαντική οικονομική υστέρηση. [< μτγν. δωρητής, γαλλ. donateur, donneur] | |
| 14113 | δωρίζω | δω-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {δώρι-σα, δωρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, δωρίζ-οντας, -όμενος}: κάνω δωρεά ή προσφέρω δώρο: (ΝΟΜ.) ~σε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του σε ιδρύματα/στο Ελληνικό Δημόσιο. Το έργο ~στηκε στη Δημοτική Πινακοθήκη. ~όμενο: ακίνητο.|| (ΙΑΤΡ.) ~σαν τα όργανα του άτυχου γιου τους.|| Μου ~σαν ένα βιβλίο. Πβ. χαρίζω. [< μεσν. δωρίζω, γαλλ. donner] | |
| 14114 | δωρικός | , ή, ό δω-ρι-κός επίθ. 1. (μτφ.) που ταιριάζει στο ύφος και τη συμπεριφορά των Δωριέων, λιτός, απέριττος: ~ός: λόγος. ~ή: λιτότητα/νοοτροπία. Πβ. αυστηρός, λακων-, σπαρτιατ-ικός. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που αναφέρεται στους Δωριείς, την ιστορία και τον πολιτισμό τους. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που σχετίζεται με τον δωρικό ρυθμό: ~ή: αρχιτεκτονική/ζωφόρος/κιονοστοιχία/πρόσοψη/στοά. ~ό: κιονόκρανο/περιστύλιο. ● Ουσ.: δωρική (η) (κ. με κεφαλ. Δ): ΑΡΧ. η δωρική διάλεκτος. Βλ. αττική, ιωνική. ● ΣΥΜΠΛ.: δωρικός ρυθμός: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. ο πλέον λιτός και αυστηρός αρχαιοελληνικός ρυθμός σχεδιασμού και οικοδόμησης κτιρίων: Xαρακτηριστικό στοιχείο του ~ού ~ού είναι οι κίονες χωρίς βάση. Βλ. ιωνικός, κορινθιακός. [< γαλλ. ordre dorique, γερμ. dorische Ordnung] [< 1,2: αρχ. δωρικός 3: γαλλ. dorique, γερμ. dorischer] | |
| 14115 | δωρικότητα | δω-ρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): λιτότητα και μεγαλοπρέπεια: ~ στην έκφραση (πβ. λακωνικότητα). Η ~ ενός τοπίου (πβ. επιβλητικότητα). Βλ. -ότητα. | |
| 14116 | δωρισμός | δω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) ΦΙΛΟΛ.-ΓΛΩΣΣ.: χρήση τύπων ή λέξεων που προέρχονται από τη Δωρική· (συνεκδ. στον πληθ.) τα ίδια τα δωρικά στοιχεία: ~οί νεοελληνικών διαλέκτων (π.χ. το α μακρό, αντί του η)/στον Όμηρο. Βλ. -ισμός. [< μτγν. δωρισμός ‘δωρική διάλεκτος’, αγγλ. Dorism] | |
| 14117 | δώρο | [δῶρο] δώ-ρο ουσ. (ουδ.) 1. οτιδήποτε χαρίζεται σε πρόσωπο, κυρ. ως ένδειξη συγκεκριμένου συναισθήματος: ακριβό/αναμνηστικό/ανεκτίμητο/αποχαιρετιστήριο/άυλο (: που δεν είναι αντικείμενο, αλλά συνήθ. υπηρεσία)/πολύτιμο/πρακτικό/προσωπικό/πρωτοχρονιάτικο/σπάνιο/συμβολικό/φτηνό ~. Διαφημιστικά/εξατομικευμένα (= προσωποποιημένα)/επαγγελματικά ~α. Το ιδανικό/τέλειο ~ για γιορτή/επέτειο. ~ αρραβώνα/γάμου/γενεθλίων. Μου έδωσε/έκανε/έφερε ένα ~. Αγοράζω/διαλέγω/ψάχνω (ένα) ~ για κάποιον. Ανταλλαγή ~ων. Στο πάρτι δέχτηκε/πήρε πολλά ~α. Τι σου πήρε (για) ~; Την γέμισαν ~α (: της πρόσφεραν πολλά ~α). Επιταγή/κάρτα/κουπόνι ~ου (βλ. δωροεπιταγή). Είδη/κατάστημα ~ων. Στις δύο πίτσες, η μία ~ (= δωρεάν, προσφορά).|| (μτφ.) Οι τρεις μάγοι/σαν τους τρεις μάγους με τα ~α (: για πρόσωπο που είναι φορτωμένο με ~α). Πβ. πεσκέσι. Βλ. αντίδωρο, δωρεά. 2. πρόσθετο χρηματικό ποσό που παρέχεται στους εργαζόμενους: Tο ~ των Xριστουγέννων (= ο δέκατος τρίτος μισθός). Το ~ των διακοπών/του Πάσχα. Βλ. επίδομα, μποναμάς, μπόνους, πριμ, φιλοδώρημα. 3. σωματικό, πνευματικό, ψυχικό χάρισμα· αγαθό: θείο (πβ. ταλέντο)/ουράνιο ~. Φυσικό ~ (: ~ της φύσης). Βλ. προσόν.|| Το ~ της αγάπης/ειρήνης/ελευθερίας/ζωής/ομορφιάς/τέχνης. Πβ. ευλογία. 4. βραβείο, έπαθλο: διαγωνισμός με μεγάλα/πλούσια ~α. ● Υποκ.: δωράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: δώρο Θεού & δώρο εξ ουρανού/από τον ουρανό: για κάποιον ή κάτι εξαιρετικά καλό και συνήθ. ανέλπιστο: Είσαι ~ ~ στη ζωή μου (: για αγαπημένο πρόσωπο). Αυτά τα λεφτά ήταν σαν ~ ~ (πβ. θεόσταλτος)!, συσκευασία δώρου: ειδικό περιτύλιγμα προϊόντος που προορίζεται για δώρο: Το ρολόι διατίθεται/προσφέρεται και σε ~ ~. Βλ. αμπαλάζ. [< γαλλ. paquet-cadeau, 1936] , Τίμια/Άγια δώρα βλ. τίμιος ● ΦΡ.: δώρο(ν) άδωρο(ν) βλ. άδωρος, φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας βλ. Δαναοί [< 1: αρχ. δῶρον, γαλλ. cadeau, αγγλ. gift] | |
| 14118 | δωροδοκία | δω-ρο-δο-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. προσφορά χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος για την εξασφάλιση αθέμιτης εξυπηρέτησης: ενεργητική/παθητική (= δωροληψία, χρηματισμός) ~.|| ~ δημόσιων λειτουργών. ~ και διαφθορά. ~ για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα. Απόπειρα ~ας. Πβ. εξαγορά, λάδωμα. Βλ. ρουσφέτι. [< αρχ. δωροδοκία] | |
| 14119 | δωροδοκώ | [δωροδοκῶ] δω-ρο-δο-κώ ρ. (μτβ.) {δωροδοκ-είς ..., μτχ. -ών (πληθ. -ούντες) | δωροδόκ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ούμενος, (λόγ.) -ηθείς (πληθ. -ηθέντες), (σπάν.) -ημένος, -ώντας}: προσφέρω δώρο, συνήθ. χρηματικό ποσό, για την παροχή αθέμιτης εξυπηρέτησης: Κατηγορείται ότι τον ~ησε, για να εξασφαλίσει ευνοϊκή μεταχείριση. ~ήθηκε, για να εκδώσει πλαστή βεβαίωση. Ο ~ών και ο ~ούμενος (= δωρολήπτης). ~ηθέντες: υπάλληλοι (πβ. αργυρώνητος, εξωνη-, πουλη-μένος). Πβ. διαφθείρω, εξαγοράζω, λαδώνω, χρηματίζω. [< αρχ. δωροδοκῶ] | |
| 14120 | δωροεπιταγή | δω-ρο-ε-πι-τα-γή ουσ. (θηλ.): επιταγή που δίνεται ως δώρο και εξαργυρώνεται με την αγορά ειδών από το κατάστημα που την εξέδωσε. [< αγγλ. gift certificate, 1942] | |
| 14121 | δωροθέτης | δω-ρο-θέ-της ουσ. (αρσ.) (επίσ.): πρόσωπο ή εταιρεία που προσφέρει δώρα σε νικητές κληρώσεων ή τηλεπαιχνιδιών: ~ες του διαγωνισμού/της εκπομπής. Χορηγός και ~ της εκδήλωσης ήταν η ... Βλ. -θέτης. | |
| 14122 | δωροκάρτα | δω-ρο-κάρ-τα ουσ. (θηλ.): κάρτα προπληρωμένου χρηματικού ποσού που δίνεται συνήθ. ως δώρο σε φιλικό πρόσωπο για την αγορά ειδών από το κατάστημα που την εξέδωσε. Βλ. δωροεπιταγή. | |
| 14123 | δωρολήπτης | δω-ρο-λή-πτης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. δωρολήπτρια} 1. ΝΟΜ. πρόσωπο που έχει δωροδοκηθεί: Κατηγορήθηκε ως ~ στο οικονομικό σκάνδαλο.|| (ως επίθ.) ~ες: ελεγκτές. Πβ. αργυρώνητος, εξωνη-, πουλη-μένος. 2. αποδέκτης δωρεάς ή δώρου: (ΝΟΜ.) κατάσταση με τα στοιχεία του δωρητή και του ~η. Πβ. δωρεοδόχος.|| (επίσ.) Τα δώρα παραδίδονται κατευθείαν στον ~η.|| (ως επίθ.) ~τριες: χώρες (: που έχουν λάβει ανθρωπιστική βοήθεια). Βλ. -λήπτης. [< μτγν. δωρολήπτης ‘αυτός που παίρνει δώρα, άπληστος’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ