| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 490 | αγριάνθρωπος | [ἀγριάνθρωπος] α-γρι-άν-θρω-πος ουσ. (αρσ.): άνθρωπος με τραχιά, απεριποίητη όψη ή/και αντικοινωνική συμπεριφορά. Πβ. αγροίκος, άξεστος. [< μεσν. αγριάνθρωπος] | |
| 491 | αγριελιά | [ἀγριελιά] α-γρι-ε-λιά ουσ. (θηλ.) & αγρελιά & αγριλιά: άγρια ελιά (επιστ. ονομασ. Olea oleaster) και συνεκδ. ο καρπός, το κλαδί ή το ξύλο της: στεφάνι από ~ (= κότινος). [< μεσν. αγριελία] | |
| 492 | αγρίεμα | [ἀγρίεμα] α-γρί-ε-μα ουσ. (ουδ.) {αγριέμ-ατος} 1. άγρια συμπεριφορά ή όψη που προκαλεί φόβο και συνεκδ. το ίδιο το αίσθημα φόβου: ~ στη ματιά (: βλοσυρότητα). ~ του σκύλου. Βλ. αγριάδα. 2. (μτφ.) επιδείνωση: (για καιρικές συνθήκες) ~ της θάλασσας/του καιρού.|| ~ της παγκόσμιας κρίσης. ΑΝΤ. γαλήνεμα 3. απόκτηση άγριας υφής, τραχύτητας: ~ σκυροδέματος/σοβά. Τρίψιμο και ~ επιφάνειας με γυαλόχαρτο. | |
| 493 | αγριεμένος | , η, ο [ἀγριεμένος] α-γρι-ε-μέ-νος επίθ. 1. (για πρόσ. ή ζώο) οργισμένος, εξαγριωμένος: ~η: όψη. ~ο: πρόσωπο. ~α: μάτια. Τον κυνηγάει ένας ~ σκύλος. 2. (μτφ.) που έχει επιδεινωθεί (λόγω καιρικών φαινομένων): ~ος: καιρός. ~η: θάλασσα (ΑΝΤ. γαληνεμένη). ~α: κύματα. Ο βοριάς σφυρίζει ~. 3. (σπανιότ.) (για πρόσ. ή ζώο) φοβισμένος, αναστατωμένος: Ξύπνησε ~ (= τρομαγμένος) από τον εφιάλτη. ● επίρρ.: αγριεμένα [< μεσν. αγριεμένος] | |
| 494 | αγριεύω | [ἀγριεύω] α-γρι-εύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {αγρί-εψα, -εύτηκα, -εμένος} 1. εξαγριώνω, εξοργίζω· θυμώνω πολύ, γίνομαι επιθετικός: Μην ~εις τον σκύλο και σου ορμήξει! Οι κακουχίες ~ουν τον άνθρωπο. ΑΝΤ. ημερεύω.|| Τον φοβάμαι, όταν ~ει. Το μάτι/η όψη του ~εψε. Πβ. γίνομαι θηρίο/Τούρκος. 2. φοβίζω κάποιον: Μην τον ~εις τον μικρό, πιάστον με το καλό.|| Η απόλυτη ησυχία με ~ει.|| (+ γεν. προσ. αντων.) Μη μου ~εις εμένα, γιατί δεν σηκώνω πολλά πολλά (πβ. φοβερίζω). ΣΥΝ. τρομάζω (1) 3. (για κάτι) γίνεται άγριο, τραχύ, κυρ. ως προς την όψη ή την αφή: Όταν φυσάει βοριάς, το τοπίο ~ει.|| Καθαρίζει τις πλαστικές επιφάνειες, χωρίς να τις ~ει (ΑΝΤ. εξομαλύνει, λειαίνει). ~εψαν τα χέρια μου από τις δουλειές (πβ. ξηράθηκαν, έσκασαν). ● αγριεύει (μτφ.): επιδεινώνεται, εντείνεται: ~εψε ο άνεμος (ΣΥΝ. δυνάμωσε. ΑΝΤ. καταλάγιασε, εξασθένησε, ημέρωσε, κόπασε)/η θάλασσα (ΣΥΝ. φουρτούνιασε. ΑΝΤ. γαλήνεψε, ημέρεψε)/ο καιρός (ΣΥΝ. χάλασε, χειροτέρευσε. ΑΝΤ. γλύκανε, μαλάκωσε.)/ο ποταμός (πβ. φούσκωσε).|| ~ η κομματική αντιπαράθεση/η μάχη (ΣΥΝ. φουντώνει). Τα πράγματα ~εψαν (ΑΝΤ. ηρέμησαν).|| ~εψε το παιχνίδι (: σε τυχερά παιχνίδια, όταν αρχίζουν να παίζονται μεγάλα ποσά, ή στο ποδόσφαιρο, όταν γίνονται σκληρά μαρκαρίσματα). ● Παθ.: αγριεύομαι: τρομάζω, φοβάμαι: ~ μόνη μου στο σπίτι/όταν βλέπω θρίλερ. ~εύτηκα κλεισμένος στο ασανσέρ τόση ώρα. [< μεσν. αγριεύω] | |
| 495 | αγρικώ | βλ. γρικώ | |
| 496 | αγριλιά | βλ. αγριελιά | |
| 498 | Αγρινιώτης, Αγρινιώτισσα | [Ἀγρινιώτης] Α-γρι-νιώ-της επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Αγρίνιο. | |
| 499 | αγρινό | [ἀγρινό] α-γρι-νό ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. ενδημικό είδος άγριου προβάτου (επιστ. ονομασ. Οvis orientalis ophion) της κυπριακής πανίδας. Βλ. αγρίμι, αίγαγρος, μουφλόν. | |
| 500 | αγριο- & αγριό- & αγρι- | α' συνθετικό λέξεων∙ δηλώνει: 1. μη εξημερωμένο ή αδέσποτο ζώο: αγριο-γούρουνο/~κάτσικο/~περίστερο. Αγριό-γατα/~παπια/~χηνα/~χοιρος. 2. αυτοφυές φυτό: αγριο-βότανο/~λούλουδο/~ράδικο/~συκιά/~φράουλα. Αγριό-χορτα. Αγρι-ελιά.|| Αγριο-κέρασο. 3. (μτφ., για πρόσ. ή χαρακτηριστικά) απολίτιστη, επιθετική συμπεριφορά, βλοσυρότητα στην όψη: αγρι-άνθρωπος (βλ. χοντρ-).|| Αγριό-φατσα. 4. (μτφ.-εμφατ.) αυστηρό ή απειλητικό τρόπο: αγριο-κοίταγμα/~κοιτάζω. 5. άγονο, δύσβατο ή αφιλόξενο μέρος: αγριό-τοπος. Βλ. ξερο-. 6. ανυπόφορη ένταση: αγριο-φωνάρα. | |
| 501 | αγριοβότανο | [ἀγριοβότανο] α-γρι-ο-βό-τα-νο ουσ. (ουδ.) & αγριοβοτάνι: ΒΟΤ. ονομασία άγριων βοτάνων με φαρμακευτικές ιδιότητες: βουνίσια ~α (: θυμάρι, μέντα, φλισκούνι). Αιθέρια έλαια από ~α. | |
| 502 | αγριοβούβαλο | [ἀγριοβούβαλο] α-γρι-ο-βού-βα-λο ουσ. (ουδ.) & αγριοβούβαλος (ο): ΖΩΟΛ. άγριο βουβάλι. Πβ. βίσονας. | |
| 503 | αγριόγαλος | [ἀγριόγαλος] α-γρι-ό-γα-λος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. είδος άγριου πουλιού που ζει σε αγέλες (επιστ. ονομασ. ωτίς η βραδεία, Otis tarda). Βλ. λυροπετεινός. | |
| 504 | αγριόγατα, αγριόγατος | [ἀγριόγατα] α-γρι-ό-γα-τα ουσ. (θηλ.+ αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. μικρόσωμο σαρκοφάγο αιλουροειδές (επιστ. ονομασ. Felis silvestris), παρόμοιο με γάτα και κατ' επέκτ. κατοικίδια γάτα που είναι άγρια λόγω απομάκρυνσης από τον άνθρωπο: ασιατική/αφρικανική/ευρωπαϊκή ~α. Πβ. αίλουρος. 2. (μτφ., συνήθ. για γυναίκα) επιθετικό, ατίθασο άτομο: Ξεγλίστρησε/πήδηξε/χύμηξε σαν ~α. [< μεσν. αγριόκατα, αγριόκατος] | |
| 505 | αγριόγιδα | [ἀγριόγιδα] α-γρι-ό-γι-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. άγρια γίδα (επιστ. ονομασ. Rupicapra rupicapra) και κατ' επέκτ. ατίθαση γίδα του κοπαδιού. Βλ. αγριοκάτσικο. [< μεσν. αγριογίδα] | |
| 506 | αγριόγιδο | [ἀγριόγιδο] α-γρι-ό-γι-δο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. είδος άγριας γίδας (επιστ. ονομασ. Rupicapra rupicapra balcanica) με όρθια αγκιστροειδή κέρατα και καφέ τρίχωμα, το οποίο απαντάται σε βραχώδη ορεινά συγκροτήματα της βαλκανικής χερσονήσου. Βλ. αγριοκάτσικο. | |
| 507 | αγριογούρουνο | [ἀγριογούρουνο] α-γρι-ο-γού-ρου-νο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. είδος άγριου γουρουνιού (επιστ. ονομασ. Sus scrofa) με μεγάλο κεφάλι και προεξέχοντες κυνόδοντες, που ζει στα δάση ή εκτρέφεται σε φάρμες για το κρέας του. ΣΥΝ. αγριόχοιρος [< μεσν. αγριογούρουνον] | |
| 508 | αγριοκάτσικο | [ἀγριοκάτσικο] α-γρι-ο-κά-τσι-κο ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. άγρια κατσίκα, αίγαγρος, αγρίμι: το ~ της Κρήτης (= κρι-κρι). 2. (μτφ.) (για νεαρά κυρ. άτομα) ατίθασος, ζωηρός ή άτακτος: Πηδάει/σκαρφαλώνει/τρέχει σαν ~. | |
| 509 | αγριοκερασιά | [ἀγριοκερασιά] α-γρι-ο-κε-ρα-σιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. άγρια κερασιά και συνεκδ. το ξύλο της. Βλ. μαχλέπι. | |
| 510 | αγριοκοίταγμα | [ἀγριοκοίταγμα] α-γρι-ο-κοί-ταγ-μα ουσ. (ουδ.): άγριο, αυστηρό, βλοσυρό βλέμμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ