| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 14124 | δωροληψία | δω-ρο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αποδοχή συνήθ. χρηματικής προσφοράς για παροχή αθέμιτης εξυπηρέτησης: Συνελήφθη επ' αυτοφώρω για ~. Πβ. χρηματισμός. Βλ. διαφθορά, μίζα, φακελάκι, -ληψία. ΣΥΝ. παθητική δωροδοκία [< μτγν. δωροληψία] | |
| 14125 | δωρόσημο | δω-ρό-ση-μο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Δ): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ένσημο που αντιστοιχεί στο δώρο των Xριστουγέννων, του Πάσχα ή στο επίδομα αδείας των οικοδόμων και συνεκδ. το ανάλογο ποσό: καταβολή/πληρωμή ~ήμου. Βλ. -σημο. ΣΥΝ. αδειοδωρόσημο | |
| 14126 | δώσει | βλ. δίνω | |
| 14127 | δωσιδικία | δω-σι-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αρμοδιότητα δικαστηρίου που καθορίζεται από τον τόπο κατοικίας, διαμονής ή άσκησης επαγγέλματος του διαδίκου ή από τον τόπο τέλεσης του αδικήματος. Πβ. δικαιοδοσία. [< πβ. μτγν. δωσιδικία ‘απονομή δικαιοσύνης’] | |
| 14128 | δωσιλογικός | , ή, ό δω-σι-λο-γι-κός επίθ. , (εσφαλμ.) δοσιλογικός: που αναφέρεται στον δωσιλογισμό ή τον δωσίλογο: ~ή: κυβέρνηση. | |
| 14129 | δωσιλογισμός | δω-σι-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) , (εσφαλμ.) δοσιλογισμός 1. ΙΣΤ. η συνεργασία με τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. 2. (σπάν.) προδοσία της πατρίδας. Βλ. -ισμός. | |
| 58766 | δωσίλογος | δω-σί-λο-γος ουσ. (αρσ.) , (εσφαλμ.) δοσίλογος 1. ΙΣΤ. συνεργάτης των δυνάμεων Κατοχής κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο: ~οι (= συνεργάτες των ναζί) και ταγματασφαλίτες. Πβ. κουίσλινγκ. Βλ. γερμανοτσολιάς, χαφιές.|| (ως επίθ.) ~η: κατοχική κυβέρνηση (= δωσιλογική). 2. (σπάν.) κάθε προδότης κυρ. της πατρίδας του. | |
| 14132 | ε | επιφών. 1. παρατεταμένο δηλώνει την αμηχανία του ομιλητή ή καλύπτει προσωρινή παύση στην ομιλία. 2. χρησιμοποιείται σε κλητικές προσφωνήσεις, ειδικά όταν ο ομιλητής θέλει να προσελκύσει την προσοχή κάποιου: ~, Γιώργο, περίμενε! ~, εσύ, μη στέκεσαι εκεί! 3. (+ και να) εκφράζει μη πραγματοποιήσιμη ευχή, επιθυμία: ~ και να ήμασταν πάλι νέοι! Πβ. άμποτε, μακάρι. 4. δηλώνει αγανάκτηση, δυσαρέσκεια: ~, δεν πάει άλλο! Πβ. αμάν πια. 5. σε ερωτήσεις δηλώνει εμφατ. αγανάκτηση ή είναι ένας πιο οικείος τρόπος να ζητήσει κάποιος να του επαναλάβουν κάτι που δεν άκουσε: Πού θα πάει αυτή η κατάσταση, ~;|| ~; Τι είπες; ● ΦΡ.: ε, και; βλ. και, ε/εμ βέβαια βλ. βέβαια, ε/εμ τότε βλ. τότε ● βλ. εμ1 [< μεσν. ε] | |
| 14131 | έ- | : ρηματικό στοιχείο για τον σχηματισμό παρελθοντικών χρόνων δισύλλαβων ρημάτων α' συζυγίας που αρχίζουν από σύμφωνο (προκειμένου να τονιστούν οι παρελθοντικοί τύποι στην προπαραλήγουσα): τρέχω: έτρεχα/έτρεξα. [< αρχ. κλιτικό πρόθημα ἔ-, ἐ- ] | |
| 14135 | ε.α. | : εν αποστρατεία. | |
| 14448 | Ε.Δ.Υ.ΕΘ.Α. | (η): Εγκύκλιος Διαταγή Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. | |
| 14433 | Ε.Δι.Π.Α.Β. | (το): Εθνικό Δίκτυο Πρόληψης Ατυχημάτων και Βίας. | |
| 14458 | ε.έ. | (το): ενεστώς έτος. | |
| 14462 | Ε.Ε.ΔΙ.Π. | (το): Ειδικό και Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό. | |
| 14483 | Ε.ΘΕ.Λ. | (η): Εταιρεία Θερμικών Λεωφορείων. Βλ. ΟΑΣΑ. | |
| 15536 | Ε.Λ.Ε.ΓΕ.Π. | (ο): Ειδικός Λογαριασμός Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων. | |
| 17187 | Ε.Ο.ΠΕ. | (η): Ελληνική Ομοσπονδία Πετοσφαίρισης. | |
| 17261 | Ε.Π.ΑΝ. | (το): Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητας. | |
| 18221 | Ε.ΡΑ. | (η): Ελληνική Ραδιοφωνία. | |
| 18487 | Ε.Σ.ΚΑ.Ν. | (το): Εθνικό Συμβούλιο Καταπολέμησης Ντόπινγκ. (1999) | |