Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [14980-15000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14124δωροληψίαδω-ρο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αποδοχή συνήθ. χρηματικής προσφοράς για παροχή αθέμιτης εξυπηρέτησης: Συνελήφθη επ' αυτοφώρω για ~. Πβ. χρηματισμός. Βλ. διαφθορά, μίζα, φακελάκι, -ληψία. ΣΥΝ. παθητική δωροδοκία [< μτγν. δωροληψία]
14125δωρόσημοδω-ρό-ση-μο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Δ): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ένσημο που αντιστοιχεί στο δώρο των Xριστουγέννων, του Πάσχα ή στο επίδομα αδείας των οικοδόμων και συνεκδ. το ανάλογο ποσό: καταβολή/πληρωμή ~ήμου. Βλ. -σημο. ΣΥΝ. αδειοδωρόσημο
14126δώσειβλ. δίνω
14127δωσιδικίαδω-σι-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αρμοδιότητα δικαστηρίου που καθορίζεται από τον τόπο κατοικίας, διαμονής ή άσκησης επαγγέλματος του διαδίκου ή από τον τόπο τέλεσης του αδικήματος. Πβ. δικαιοδοσία. [< πβ. μτγν. δωσιδικία ‘απονομή δικαιοσύνης’]
14128δωσιλογικός, ή, ό δω-σι-λο-γι-κός επίθ. , (εσφαλμ.) δοσιλογικός: που αναφέρεται στον δωσιλογισμό ή τον δωσίλογο: ~ή: κυβέρνηση.
14129δωσιλογισμόςδω-σι-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.) , (εσφαλμ.) δοσιλογισμός 1. ΙΣΤ. η συνεργασία με τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. 2. (σπάν.) προδοσία της πατρίδας. Βλ. -ισμός.
58766δωσίλογοςδω-σί-λο-γος ουσ. (αρσ.) , (εσφαλμ.) δοσίλογος 1. ΙΣΤ. συνεργάτης των δυνάμεων Κατοχής κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο: ~οι (= συνεργάτες των ναζί) και ταγματασφαλίτες. Πβ. κουίσλινγκ. Βλ. γερμανοτσολιάς, χαφιές.|| (ως επίθ.) ~η: κατοχική κυβέρνηση (= δωσιλογική). 2. (σπάν.) κάθε προδότης κυρ. της πατρίδας του.
14132εεπιφών. 1. παρατεταμένο δηλώνει την αμηχανία του ομιλητή ή καλύπτει προσωρινή παύση στην ομιλία. 2. χρησιμοποιείται σε κλητικές προσφωνήσεις, ειδικά όταν ο ομιλητής θέλει να προσελκύσει την προσοχή κάποιου: ~, Γιώργο, περίμενε! ~, εσύ, μη στέκεσαι εκεί! 3. (+ και να) εκφράζει μη πραγματοποιήσιμη ευχή, επιθυμία: ~ και να ήμασταν πάλι νέοι! Πβ. άμποτε, μακάρι. 4. δηλώνει αγανάκτηση, δυσαρέσκεια: ~, δεν πάει άλλο! Πβ. αμάν πια. 5. σε ερωτήσεις δηλώνει εμφατ. αγανάκτηση ή είναι ένας πιο οικείος τρόπος να ζητήσει κάποιος να του επαναλάβουν κάτι που δεν άκουσε: Πού θα πάει αυτή η κατάσταση, ~;|| ~; Τι είπες; ● ΦΡ.: ε, και; βλ. και, ε/εμ βέβαια βλ. βέβαια, ε/εμ τότε βλ. τότε ● βλ. εμ1 [< μεσν. ε]
14131έ-: ρηματικό στοιχείο για τον σχηματισμό παρελθοντικών χρόνων δισύλλαβων ρημάτων α' συζυγίας που αρχίζουν από σύμφωνο (προκειμένου να τονιστούν οι παρελθοντικοί τύποι στην προπαραλήγουσα): τρέχω: έτρεχα/έτρεξα. [< αρχ. κλιτικό πρόθημα ἔ-, ἐ- ]
14135ε.α.: εν αποστρατεία.
14448Ε.Δ.Υ.ΕΘ.Α.(η): Εγκύκλιος Διαταγή Υπουργείου Εθνικής Άμυνας.
14433Ε.Δι.Π.Α.Β.(το): Εθνικό Δίκτυο Πρόληψης Ατυχημάτων και Βίας.
14458ε.έ.(το): ενεστώς έτος.
14462Ε.Ε.ΔΙ.Π.(το): Ειδικό και Εργαστηριακό Διδακτικό Προσωπικό.
14483Ε.ΘΕ.Λ.(η): Εταιρεία Θερμικών Λεωφορείων. Βλ. ΟΑΣΑ.
15536Ε.Λ.Ε.ΓΕ.Π.(ο): Ειδικός Λογαριασμός Εγγυήσεων Γεωργικών Προϊόντων.
17187Ε.Ο.ΠΕ.(η): Ελληνική Ομοσπονδία Πετοσφαίρισης.
17261Ε.Π.ΑΝ.(το): Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητας.
18221Ε.ΡΑ.(η): Ελληνική Ραδιοφωνία.
18487Ε.Σ.ΚΑ.Ν.(το): Εθνικό Συμβούλιο Καταπολέμησης Ντόπινγκ. (1999)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.