| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 18578 | Ε.Τ.ΑΚ. | (το): Ενιαίο Τέλος Ακινήτων. | |
| 18585 | Ε.Τ.ΕΠ. | (η): Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. | |
| 18727 | Ε.ΥΔ.Α.Π. | & (συχνότ.) ΕΥΔΑΠ (η): Εταιρεία Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πρωτεύουσας. | |
| 14187 | Ε/Γ | (το) Επιβατηγό (πλοίο). Βλ. Ο/Γ. | |
| 14133 | ε1 | 1. (πρόφ. έψιλον) το πέμπτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον φωνηεντικό φθόγγο [e]: ~ κεφαλαίο (Ε). ~ μικρό (ε). Πβ. έψιλον. Βλ. δίφθογγος, δίψηφος, φωνήεν. 2. (πρόφ. έψιλον) πέμπτος σε μια σειρά χρονική, ιεραρχική, αξιολογική: (συνήθ. με τόνο ε΄/Ε΄) ~ Δημοτικού. ~ εξάμηνο (σπουδών). Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε'. (ΑΘΛ.) ~ όμιλος. 3. (σε αρίθμηση, με τόνο κάτω αριστερά: ,Ε ή ,ε:) πέντε χιλιάδες. [< αρχ. Ε, μεσν. ε] | |
| 14134 | Ε2 | 1. χαρακτηρισμός με το γράμμα αυτό ορισμένων αλφαριθμητικών κωδικών που αναγράφονται σε συσκευασίες προϊόντων (ο κάθε κωδικός αντιστοιχεί σε χρωστικές ουσίες και συντηρητικά). Βλ. αριθμοί/κωδικοί Ε. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. κατηγορία εντύπων της οικονομικής εφορίας: Ε1: δήλωση φορολογίας εισοδήματος/Ε2: αναλυτική κατάσταση για μισθώματα ακινήτων/Ε3: μηχανογραφικό δελτίο οικονομικών στοιχείων επιχειρήσεων και επιτηδευματιών/Ε5: δήλωση φορολογίας εισοδήματος Ε.Π.Ε., Ο.Ε., Ε.Ε., Αστικών, Αφανών ή Συμμετοχικών Εταιριών, Κοινωνιών Αστικού Δικαίου και Κοινοπραξιών/Ε7: δήλωση φόρου απόδοσης μισθωτών υπηρεσιών/Ε9: δήλωση στοιχείων ακινήτων. | |
| 14136 | ΕΑ | 1. (η) Ελληνική Αεροπορία. 2. (η) Επιτροπή Αξιολόγησης. 3. (η) Ενωμένη Αριστερά. 4. (οι) Ελεγκτές Αεράμυνας. | |
| 14137 | ΕΑΑ | 1. (το) Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών. 2. (η) Ευρωπαϊκή Αστυνομική Ακαδημία. Βλ. CEPOL. 3. (η) Εθνική Αναλογιστική Αρχή. 4. (η) Ελληνική Αεροπορική Αστυνομία. 5. (η) Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών. 6. (το) Επίδομα Απόλυτης Αναπηρίας. | |
| 14138 | ΕΑΒ | (η): Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία. | |
| 14139 | ΕΑΔ | (η): Εθνική Αρχή Διαφάνειας (2019). | |
| 14140 | ΕΑΕ | : Ειδική Αγωγή και Εκπαίδευση. | |
| 14141 | ΕΑΕΕ | (η): Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος. | |
| 14142 | ΕΑΚ | 1. (το) Εθνικό Αθλητικό Κέντρο. 2. (ο) Ελληνικός Αντισεισμικός Κανονισμός. | |
| 14143 | εάλω | [ἑάλω] ε-ά-λω ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: εάλω η Πόλις (αρχαιοπρ.): κυριεύτηκε η Κωνσταντινούπολη (για την άλωσή της από τους Οθωμανούς). [< αρχ. ἑάλω, γ’ εν. πρόσ. αορ. β’ του ρ. ἁλίσκομαι] | |
| 14144 | ΕΑΜ | (το) 1. (ΙΣΤ.) Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (αντιστασιακή οργάνωση επί Κατοχής, 1941). 2. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. | |
| 14145 | εαμίτης | [ἐαμίτης] ε-α-μί-της επίθ./ουσ. , εαμίτισσα (η): ΙΣΤ. μέλος του ΕΑΜ. Πβ. αντιστασιακός, ελασίτης. Βλ. -ίτης1. | |
| 14146 | εάν | βλ. αν | |
| 14147 | ΕΑΠ | 1. (το) Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. 2. (η) Ενιαία Αρχή Πληρωμών. 3. (το) Ειδικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα. | |
| 14148 | έαρ | [ἔαρ] έ-αρ ουσ. (ουδ.) {έαρος} (λόγ.-λογοτ.): άνοιξη. || (ΕΚΚΛΗΣ.) Ω γλυκύ μου ~ (: ο Ιησούς)! [< αρχ. ἔαρ ‘άνοιξη, αίμα, σπλάγχνο’] | |
| 14149 | εαρινός | , ή, ό [ἐαρινός] ε-α-ρι-νός επίθ. (λόγ.): που συμβαίνει την άνοιξη ή αναφέρεται σε αυτή: ~ή: (ΙΑΤΡ.) επιπεφυκίτιδα/θήρα/(ΑΣΤΡΟΝ.) ισημερία (20 ή 21 Μαρτίου στο βόρειο ημισφαίριο)/μετανάστευση πουλιών/πανσέληνος/σύνοδος. ~ό: Ευρωπαϊκό Συμβούλιο/πρόγραμμα (: θεάτρου, μουσικής)/φεστιβάλ. ~ές: εκδηλώσεις/καλλιέργειες. ΣΥΝ. ανοιξιάτικος ● ΣΥΜΠΛ.: εαρινό εξάμηνο: χρονική υποδιαίρεση του πανεπιστημιακού έτους που εκτείνεται περ. από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Ιούνιο. Βλ. χειμερινό εξάμηνο. [< αρχ. ἐαρινός] | |