Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15020-15040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14151ΕΑΣ1. (η) Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών. 2. (τα) Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα. 3. (η) (παλαιότ.) Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών.
14152εαυτός[ἑαυτός] ε-αυ-τός αυτοπ. αντων. {προηγείται πάντα το οριστικό άρθρο και ακολουθεί κάποιος από τους αδύνατους τ. της προσ. αντων. στη γεν. (μου, σου, του, μας, σας, τους)}: εγώ, εσύ, ... (ο ίδιος): Να είσαι ο ~ σου (πβ. αυθεντικός, γνήσιος)! Δεν είμαι ο ~ μου (= δεν με αναγνωρίζω). Νιώθει σίγουρος/ντρέπεται/φοβάται για τον ~ό του. Παραμελώ/περιποιούμαι/σέβομαι/φροντίζω τον ~ό μου. Την ξέρω καλύτερα κι από τον ίδιο της τον ~ (= πάρα πολύ καλά). Δεν εμπιστεύεται κανέναν, παρά μόνο τον ~ό του (πβ. δύσπιστος). Παιδί που αποκτά την αίσθηση/συνείδηση του ~ού του (= εγώ, πβ. αυτο-αντίληψη, -εικόνα). Είναι ένα κομμάτι/μέρος του ~ού μου. Έδειξε μια άγνωστη πλευρά/πτυχή του ~ού της. Έκανα ένα δώρο στον ~ό μου. Κοιτάζουν μόνο τους ~ούς τους.|| Εσωτερικός ~. Πβ. είναι, προσωπικότητα, ταυτότητα, χαρακτήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: πράγμα καθ' εαυτό βλ. πράγμα ● ΦΡ.: (αυτός) καθ' (ε)αυτόν/καθ(ε)αυτόν, (αυτοί) καθ' (ε)αυτούς/καθ(ε)αυτούς (λόγ.): (αυτός) ο ίδιος, όχι σε σύγκριση ή σχέση με άλλον: Ο τουρισμός ~ ~ είναι ισχυρός κλάδος ανάπτυξης. Οι γενετικές μελέτες δεν είναι κακές ~ές ~ές. Δεν θα σταθώ στα καθ' εαυτά σχόλια περισσότερο απ' όσο πρέπει. [< αρχ. αὑτοί καθ' αὑτούς] , (ξανα)βρίσκω τον εαυτό μου: συνέρχομαι, ανακάμπτω, ορθοποδώ: Έκανα ένα ταξίδι, ηρέμησα και βρήκα ~. Η ομάδα ξαναβρήκε τον ~ της στο τέλος του πρωταθλήματος. , (ξανα)βρίσκω/θυμάμαι τον (παλιό) καλό εαυτό μου: ανακτώ τη θετική συμπεριφορά ή την καλή επίδοση που είχα κατά το παρελθόν: Με βοήθησε πολύ να βρω ~ ~., αφ' εαυτού/αφεαυτού (μου/του/της) & (θηλ.) αφ' εαυτής/αφεαυτής (επίσ.) 1. από μόνος μου/του/της: Η κατάσταση ~ής δεν είναι άσχημη. 2. με δική μου/σου ... βούληση: ~ού μου και αυτοθέλητα. Ξεστομίζω κάτι ~ού μου. Ενεργεί/αποφασίζει ~ού του. Πβ. αυτόβουλα., δίνω/δείχνω τον καλύτερό μου εαυτό: καταβάλλω τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια, συμπεριφέρομαι όσο καλύτερα γίνεται: Αν και δεν κυνηγώ το μετάλλιο, υπόσχομαι ότι θα δώσω ~ ~. Είναι αποφασισμένοι να δείξουν τον ~ τους ~ στην παράσταση., εαυτούς και αλλήλους (λόγ.): τους εαυτούς μας/σας/τους και τους άλλους: Οικτίρουν/συγχαίρουν ~ ~. Ας είμαστε ειλικρινείς προς ~ ~ (= αναμεταξύ μας). , καθαυτό & καθεαυτό & καθ' αυτό & καθ' εαυτό (λόγ.) : κατ’ εξοχήν, κυρίως, πρώτιστα, προπαντός: Αναπτύσσονται δραστηριότητες ~ (= καθαρά) εμπορικές. Τα έργα καλύπτουν τόσο τον ~ χώρο της ζωγραφικής όσο και του θεάτρου. [< αρχ. καθ΄ αὑτό] , κρατάω για τον εαυτό μου 1. δεν αποκαλύπτω, δεν φανερώνω: Κάποια πράγματα καλό θα ήταν να τα κρατάς ~ ~ σου. ΣΥΝ. κρατάω (κάτι) μέσα μου 2. δεν δίνω σε άλλους: Το αγουρέλαιο οι ελαιοπαραγωγοί το κρατούν συνήθως ~ ~ τους., κρίνω από τον εαυτό μου {συνήθ. στο α' κ. β' πρόσ. εν.}: χρησιμοποιώ ως κριτήριο τα δικά μου βιώματα, τον δικό μου τρόπο σκέψης: Αν ~ ~, ... Μην ~εις ~ σου, εσύ μπορεί να έχεις άλλες ανάγκες. ΣΥΝ. κρίνω εξ ιδίων (τα αλλότρια), ξεπερνώ τον εαυτό μου 1. σημειώνω την καλύτερή μου επίδοση σε έναν τομέα ή αντιμετωπίζω κάτι αρνητικό με επιτυχία: Ο αθλητής ξεπέρασε ~ του και τις προσδοκίες όλων. 2. (ειρων.) δείχνω τη χειρότερη συμπεριφορά μου: Ήξερα ότι λες ψέματα, όμως αυτή τη φορά ξεπέρασες ~ σου. , τα βάζω/τα έχω με τον εαυτό μου: είμαι θυμωμένος μαζί του, τον κατηγορώ: Τα έχω βάλει ~ ~ που δεν μπορώ να κόψω το κάπνισμα. Πβ. έχω κάτι/τα έχω με κάποιον., τα βρίσκω με τον εαυτό μου: συμφιλιώνομαι μαζί του, τον αποδέχομαι: Όταν τα βρεις με τον ~ό σου, θα τα βρεις και με τους άλλους. , (είμαι) σκιά του εαυτού μου βλ. σκιά, αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο βλ. αφήνω, βασανίζω το μυαλό/το κεφάλι/τον εαυτό/τη σκέψη/την ψυχή μου βλ. βασανίζω, βέβαιος για τον εαυτό μου βλ. βέβαιος, εκτός εαυτού βλ. εκτός, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του βλ. ιδέα, κλείνομαι στον εαυτό μου βλ. κλείνω, κύριος/κυρία του εαυτού μου βλ. κύριος, λέω (από) μέσα μου/απομέσα μου/στον εαυτό μου βλ. λέω, ο σώζων εαυτόν σωθήτω βλ. σώζω [< αρχ. ἑαυτοῦ, μεσν. ο εαυτός μου]
14153εαυτούλης[ἑαυτούλης] ε-αυ-τού-λης ουσ. (αρσ.) {συνοδεύεται από τον αδύνατο τ. της κτητ. αντων.· εαυτούλ-ηδες} (ειρων., για ιδιοτελή στάση, συμπεριφορά): εγώ ο ίδιος, ο εαυτός μου: Αγαπάει/κοιτάει/σκέφτεται μόνο τον ~η του (= σαρκίο, τομάρι). Πάνω απ' όλα ο ~ της και η καλοπέραση. Τους ενδιαφέρει/νοιάζει μόνον ο ~ τους (= το άτομό τους). Πβ. παρτάκιας, συμφεροντολόγος.|| Γίναμε/είμαστε/καταντήσαμε ~ηδες (= εγωιστές). [< γαλλ. (ma/ta/sa) petite personne]
14154ΕΑΧ1. (οι) Ελάχιστα Αναπτυγμένες Χώρες. 2. (η) Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων.
14155ΕΒΑ1. (η) Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. 2. (ο) Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης.
14156εβαζέ[ἐβαζέ] ε-βα-ζέ επίθ. {άκλ.}: (για γυναικείο ρούχο) που είναι φαρδύτερο στο κάτω μέρος: φούστα ~. (Σε) ~ γραμμή (= γραμμή άλφα). ~ φορέματα σε στιλ αμπίρ. Ελαφρώς ~ μανίκια.|| (ως ουσ.) Σου πάνε τα ~ (ενν. ρούχα). [< γαλλ. (jupe) évasée]
14157έβαλα1βλ. βάζω
14158έβαλα2βλ. βάλλω
14159εβαπορέ[ἐβαπορέ] ε-βα-πο-ρέ επίθ. {άκλ.} : (για γάλα) που έχει συμπυκνωθεί και αποστειρωθεί με ειδική επεξεργασία, ώστε να μπορεί να συντηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα: ένα κουτί γάλα ~ (πβ. συμπυκνωμένο).|| (ως ουσ.) Καφές με ~. [< γαλλ. lait évaporé]
14160εβαπορίτες[ἐβαπορίτες] ε-βα-πο-ρί-τες ουσ. (αρσ.) (οι): ΟΡΥΚΤ. χημικά ιζηματογενή πετρώματα που σχηματίζονται, συνήθ. σε ρηχές θάλασσες και λίμνες, μετά την εξάτμιση του αλμυρού νερού: Τα κύρια ορυκτά που απαντούν στους ~ είναι ο γύψος, ο ανυδρίτης και το ορυκτό αλάτι. [< αγγλ. evaporites, 1924]
14161έβγα[ἔβγα] έ-βγα ρ. (λαϊκό): βγες (βλ. βγαίνω): ~ έξω! [< μεσν. έβγα, προστ. του ρ. βγαίνω]
14162έβγα[ἔβγα] έ-βγα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.-λαϊκό) 1. έξοδος: Δεν μας ζήτησαν κανένα χαρτί ούτε στο έμπα ούτε στο ~. 2. λήξη, τέλος χρονικής περιόδου: στο ~ του καλοκαιριού (= στα τέλη, ΑΝΤ. στην αρχή). Το ~ του αιώνα. Πβ. εκπνοή, τέρμα. ΑΝΤ. έμπα2 (2) [< μεσν. έβγα]
14163έβγαλαβλ. βγάζω
14164ΕΒΔΑΦ(η): Εθνική Βάση Δεδομένων Αναφοράς για τη Φορητότητα.
14165εβδομάδα[ἑβδομάδα] ε-βδο-μά-δα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -άδος} & (προφ.) βδομάδα: χρονική περίοδος επτά ημερών που αρχίζει την Κυριακή και τελειώνει το Σάββατο (ή σύμφωνα με ό,τι ισχύει διεθνώς ξεκινά τη Δευτέρα και λήγει την Κυριακή) και γενικότ. κάθε χρονικό διάστημα επτά ημερών: η επόμενη/ερχόμενη/προηγούμενη/προσεχής/τρέχουσα ~. Καλημέρα και καλή ~! Κάθε ~. Μια φορά (βλ. εβδομαδιαίος)/δυο φορές την ~. Στις αρχές/εντός/κατά τη διάρκεια/στα μέσα (= μεσοβδόμαδα)/στο τέλος της ~ας (βλ. σαββατοκύριακο).|| Δύσκολη/κρίσιμη/ναυτική/πολιτιστική ~. ~ (= επταήμερο) αγροτουρισμού/διακοπών/εξελίξεων/επιστήμης και τεχνολογίας/κινητοποιήσεων/προσαρμογής. ~ γνωριμίας με την οικολογική γεωργία. Εκδηλώσεις/προσφορές/ταινίες της ~ας. ~ες διδασκαλίας. Παγκόσμια ~ οδικής ασφάλειας. Η πρώτη ~ του μήνα. Πριν από/για/σε μια ~. Δόθηκε παράταση μιας ~ας για ... Βλ. διαβολοβδομάδα. ● ΣΥΜΠΛ.: εβδομάδα επικοινωνίας & (σπάν.) εισαγωγική εβδομάδα: η πρώτη εβδομάδα του ακαδημαϊκού εξαμήνου, κατά την οποία σε κάποιες σχολές γίνεται παρουσίαση του πανεπιστημιακού χώρου στους πρωτοετείς φοιτητές και πραγματοποιούνται οι εγγραφές., εργάσιμη εβδομάδα: ο συμφωνημένος χρόνος παρεχόμενης εργασίας σε μία εβδομάδα: ~ ~ πέντε ημερών., η Μεγάλη Εβδομάδα & η Εβδομάδα των Αγίων Παθών: ΕΚΚΛΗΣ. η τελευταία εβδομάδα της Σαρακοστής, πριν από την Κυριακή του Πάσχα, κατά την οποία οι Χριστιανοί τιμούν τα πάθη του Χριστού. ΣΥΝ. μεγαλοβδομάδα, η εβδομάδα/Κυριακή της Κρεοφάγου βλ. κρεοφάγος, η εβδομάδα/Κυριακή της Τυροφάγου βλ. τυροφάγος, Ναυτική Εβδομάδα βλ. ναυτικός, Πράσινη Εβδομάδα βλ. πράσινος ● ΦΡ.: εβδομάδα των παθών βλ. πάθος, μετράω μέρες/ώρες/εβδομάδες βλ. μετρώ [< μεσν. εβδομάδα]
14166εβδομαδιαίος, α, ο [ἑβδομαδιαῖος] ε-βδο-μα-δι-αί-ος επίθ. (λόγ.) ΣΥΝ. βδομαδιάτικος 1. που γίνεται, προβάλλεται ή εκδίδεται μία φορά την εβδομάδα: ~ος: έλεγχος/οδηγός (διασκέδασης/πόλης)/Τύπος. ~α: αναφορά/έκδοση/εκπομπή/ενημέρωση. ~ο: περιοδικό/σεμινάριο. ~ες: αναχωρήσεις/διαλέξεις/συναντήσεις. ~α: ένθετα. Σε ~α βάση. 2. που αναφέρεται σε χρονικό διάστημα επτά ημερών: ~ος: απολογισμός/προγραμματισμός. ~α: άδεια/πρόβλεψη (του καιρού). ~ο: πρόγραμμα μαθημάτων. ~α: δρομολόγια. Βλ. -ιαίος. ● επίρρ.: εβδομαδιαίως [< γαλλ. hebdomadaire, αγγλ. hebdomadal]
14167εβδομήκοντα[ἑβδομήκοντα] ε-βδο-μή-κο-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (αρχαιοπρ.): εβδομήντα. ● Ουσ.: Εβδομήκοντα (οι) (Ο΄): ΦΙΛΟΛ. οι εβδομήντα δύο Ιουδαίοι μεταφραστές της Παλαιάς Διαθήκης στην Ελληνιστική Κοινή. [< μτγν. Ἑβδομήκοντα] [< αρχ. ἑβδομήκοντα]
14168εβδομηκοστός, ή, ό [ἑβδομηκοστός] ε-βδο-μη-κο-στός αριθμητ. τακτ.: που αντιστοιχεί στον αριθμό εβδομήντα σε μια σειρά ή κατάταξη: ~ή: επέτειος/θέση. ~ά: γενέθλια. Στο ~ό λεπτό (του αγώνα). Συμπλήρωσε το ~ό έτος της ηλικίας του. Ήρθε/κατατάχθηκε ~/~ή. Βλ. -οστός. ● Ουσ.: εβδομηκοστό (το): το ένα από τα εβδομήντα ίσα τμήματα ενός συνόλου. [< αρχ. ἑβδομηκοστός]
14169εβδομήντα[ἑβδομῆντα] ε-βδο-μή-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} 1. ο αριθμός 70· ποσότητα, σύνολο που αποτελείται από 70 μέρη, μονάδες: ~ διά/επί/μείον/συν πέντε. ~ τοις εκατό.|| (ως επίθ.) ~ εκατοστά/ευρώ/μέλη/πρόσωπα/χιλιάδες/χιλιόμετρα/χρόνια. 2. (προφ.) εβδομηκοστός: σελίδα ~. Ο προπονητής τον έβαλε ως αλλαγή στο ~ (= εβδομηκοστό λεπτό). ● Ουσ.: εβδομήντα (το) 1. ο αριθμός 70 και οτιδήποτε τον φέρει ως διακριτικό ή σύμβολό του: Το ~ διαιρείται ακριβώς με το δύο. Πολλαπλασίασε το ~ με το τέσσερα.|| Μένει στο ~ (της οδού ...). Κέρδισε το ~ (: ο αντίστοιχος λαχνός). 2. το 1970 ('70): Γεννήθηκε το ~.|| Η γενιά/δεκαετία του ~ (πβ. σέβεντις). 3. (+ στα/τα) η ηλικία των εβδομήντα ετών: Είναι γύρω/κοντά στα ~. Μπήκε στα ~. Έκλεισε/πλησιάζει τα ~. [< μεσν. εβδομήντα]
14170εβδομηντα- & εβδομηντά- & εβδομηντ-: α' συνθετικό επιθέτων που δηλώνουν ότι το προσδιοριζόμενο είναι ίσο με εβδομήντα ή είναι εβδομήντα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: Εβδομηντά-χρονος.|| Εβδομηντα-πλάσιος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.