| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14171 | εβδομηντάρης | βλ. -άρης, -άρα, -άρι, -άρης, -άρα, -άρικο, εβδομηντα- | |
| 14172 | εβδομηνταριά | βλ. -αριά1 | |
| 14173 | εβδομηντάχρονος | , η, ο βλ. εβδομηντα-, -χρονος | |
| 14174 | έβδομος | , η, ο [ἕβδομος] έ-βδο-μος αριθμητ. τακτ. {κ. (λόγ.) γεν. αρσ./ουδ. εβδ-όμου, (λόγ.) θηλ. εβδόμη} (σύμβ. 7ος, Ζ' ή ζ', VII): που σε μια σειρά από όμοια πρόσωπα ή πράγματα κατέχει τη θέση που αντιστοιχεί στον αριθμό εφτά: ~ος: γύρος/κύκλος (: επεισοδίων τηλεοπτικής σειράς)/(ΑΣΤΡΟΛ.) οίκος/τόμος. ~η: έκδοση (βιβλίου, αυτοκινήτου)/θέση/συνεδρία/φορά. ~ο: κεφάλαιο/τεύχος (: περιοδικού). Για ~η συνεχή χρονιά. Ο γιος μας γιόρτασε τα ~α γενέθλιά του. ~οι στη βαθμολογία/στη λίστα. ● επίρρ.: έβδομον (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στην έβδομη θέση σε μια απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: Είχαμε θέσει συγκεκριμένους στόχους: πρώτον, ... δεύτερον, ... ~ ... Βλ. -ον2. ● Ουσ.: εβδόμη (η) 1. ΜΑΘ. ενν. δύναμη αριθμού. 2. ΜΟΥΣ. διάστημα επτά φθόγγων: πέμπτη/συγχορδία μεθ' ~ης., έβδομο (το): το ένα από τα επτά ίσα μέρη ενός συνόλου: το ένα ~ της κληρονομιάς., έβδομος (ο) 1. ενν. όροφος κτιρίου: Τα γραφεία μας βρίσκονται στον ~ο. 2. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Ιούλιος: στις 8/7 (: οχτώ ~όμου). ● ΣΥΜΠΛ.: η έβδομη τέχνη: ο κινηματογράφος. [< γαλλ. le septième art] ● ΦΡ.: στον έβδομο ουρανό/στους επτά ουρανούς βλ. ουρανός [< αρχ. ἕβδομος] | |
| 14175 | ΕΒΕ | 1. (το) Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο. 2. (η) Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. | |
| 14176 | εβένινος | , η, ο [ἐβένινος] ε-βέ-νι-νος επίθ. 1. που έχει φτιαχτεί από έβενο: ~η: ταστιέρα. ~ο: κουτί. ~α: έπιπλα. 2. (μτφ.-λογοτ.) που είναι μαύρος ή και γυαλιστερός, όπως ο έβενος: ~ο: χρώμα. ~α: κορμιά/μαλλιά/μάτια. [< 1: μτγν. ἐβένινος, αγγλ. ebony] | |
| 14177 | έβενος | [ἔβενος] έ-βε-νος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ένου} 1. βαρύ και σκληρό ξύλο με σκούρο, σχεδόν μαύρο, χρώμα και το δέντρο (οικογ. Ebenaceae) των τροπικών περιοχών από το οποίο προέρχεται: αφρικανικός ~. Χάντρες (κομπολογιού) από ~ο. Μαρκετερί τριανταφυλλιάς και ~ου.|| Κορμοί ~ου. 2. (μτφ.-λογοτ.) το στιλπνό, μαύρο χρώμα: ο ~ των μαλλιών. [< 1: αρχ. ἔβενος (ἡ), μτγν. ἔβενος (ὁ), γαλλ. ébène, αγγλ. ebony] | |
| 14178 | Έβερεστ | [Ἔβερεστ] Έ-βε-ρεστ ουσ. (ουδ.) (μτφ.-προφ.): (ύψιστη) κορυφή, ανώτατο σημείο: Ανέβασαν την εθνική μας ομάδα στο ~ της παγκόσμιας κατάταξης. Κατέκτησε το ~ της μουσικής Ευρώπης. [< αγγλ. Everest, 1865, αγγλ. ανθρ. (Sir George) Everest. Η μτφ. σημ. της αγγλ. ανάγεται στο 1929] | |
| 14179 | εβίβα & βίβα | [ἐβίβα] ε-βί-βα επιφών.: τυπική ευχή σε πρόποση: ~ παιδιά! Άντε ~, και χρόνια πολλά. ΣΥΝ. γεια μας!, στην υγειά (σου/του/μας) [< ιταλ. evviva, μεσν. βίβα < ιταλ. viva] | |
| 14180 | ΕΒΟ | (η): Ελληνική Βιομηχανία Όπλων. | |
| 14181 | εβονίτης | [ἐβονίτης] ε-βο-νί-της ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. σκληρό και μαύρο ελαστικό που προέρχεται από χημική επεξεργασία του καουτσούκ με θείο (βουλκανισμός) και χρησιμεύει κυρ. ως μονωτικό υλικό σε ηλεκτρικές συσκευές: ράβδος/χειρολαβή από ~η. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. ébonite, αγγλ. ebonite < αρχ. ἔβενος] | |
| 14182 | εβραϊκός | , ή, ό [ἑβραϊκός] ε-βρα-ϊ-κός επίθ. & (λαϊκό) εβραίικος, η, ο: που σχετίζεται με τους Εβραίους. Πβ. ιουδαϊκός, ισραηλιτικός. ● Ουσ.: Εβραϊκά (τα) & (επίσ.) Εβραϊκή (η): η γλώσσα των Εβραίων. [< μτγν. ἑβραϊκός] | |
| 14183 | Εβραίος, Εβραία | [Ἑβραῖος] Ε-βραί-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που ανήκει στο εβραϊκό έθνος και ακολουθεί την ιουδαϊκή θρησκεία. Πβ. Ιουδαίος. Βλ. κιπά. 2. (μτφ.) φιλάργυρος, τσιγκούνης. ● ΦΡ.: κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο βλ. Σάββατο [< μτγν. Ἑβραῖος] | |
| 14184 | εβραϊσμός | [ἑβραϊσμός] ε-βρα-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. το σύνολο του εβραϊκού έθνους και πολιτισμού: ελληνικός/παγκόσμιος ~. Βλ. ιουδαϊσμός. 2. ΓΛΩΣΣ. {συνήθ. στον πληθ.} έκφραση χαρακτηριστική της εβραϊκής γλώσσας: ~οί στην Ελληνική (π.χ. Μεσσίας, κορβανάς). Βλ. αγγλισμός. [< μτγν. ἑβραϊσμός ‘η εβραϊκή γλώσσα’, γαλλ. hébraïsme, αγγλ. hebraism] | |
| 14185 | εβραϊστί | [ἑβραϊστί] ε-βρα-ϊ-στί επίρρ. (λόγ.): στην εβραϊκή γλώσσα. Βλ. -ιστί. [< μτγν. ἑβραϊστί] | |
| 14186 | ΕΓ | 1. (το) Εκτελεστικό Γραφείο. 2. (το) Επιτελικό Γραφείο. 3. (η) Εκτελεστική Γραμματεία. | |
| 14188 | εγ- | βλ. εν- | |
| 14189 | έγγαμος | , η/ος, ο [ἔγγαμος] έγ-γα-μος επίθ. (επίσ.) 1. που είναι παντρεμένος: ~ος: άνδρας/φορολογούμενος. ~η: μητέρα. ~ο: ζευγάρι. ~οι: μισθωτοί. ~α: τέκνα. (σε αίτηση/βιογραφικό σημείωμα) Οικογενειακή κατάσταση: ~.|| (ως ουσ.) ~ με/χωρίς παιδιά. ~οι και διαζευγμένοι. Πβ. νυμφευμένος. ΑΝΤ. άγαμος, ανύπαντρος, απάντρευτος 2. που αναφέρεται σε παντρεμένο: ~ος: βίος (= συζυγικός). ~η: ζωή/συμβίωση/σχέση. [< μτγν. ἔγγαμος] | |
| 14190 | εγγαστρίμυθος | [ἐγγαστρίμυθος] εγ-γα-στρί-μυ-θος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): πρόσωπο, συνήθ. επαγγελματίας διασκεδαστής, που έχει την ικανότητα να χρησιμοποιεί τα φωνητικά του όργανα με τέτοιο τρόπο, ώστε να δίνει την εντύπωση ότι η φωνή του πηγάζει από την κοιλιά του ή από κάπου αλλού, συνήθ. από μια κούκλα: (ως επίθ.) ~ος: κωμικός. [< αρχ. ἐγγαστρίμυθος, γαλλ. ventriloque] | |
| 14191 | εγγεγραμμένος | , η, ο [ἐγγεγραμμένος] εγ-γε-γραμ-μέ-νος επίθ./ουσ. 1. που έχει καταχωρηθεί σε επίσημο πίνακα, κατάλογο, μητρώο, αρχείο: ~ος: επιτηδευματίας/συνδρομητής. ~η: ανεργία/πίστωση. ~ο: μέλος. ~οι: φοιτητές/χρήστες/ψηφοφόροι. ~α: σχολεία.|| (ως ουσ.) ~ος/~η στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών/στα δημοτολόγια ... Οι ~οι στους εκλογικούς καταλόγους. Ο αριθμός/η λίστα/το σύνολο των ~ων. Βλ. καταγεγραμμένος. 2. ΓΕΩΜ. (για σχήμα) που εγγράφεται σε άλλο: ~η: γωνία. ~ο: τετράπλευρο/τρίγωνο. Σχεδιάστε έναν κύκλο ~ο σε τετράγωνο. ΑΝΤ. περιγεγραμμένος (1) ● ΣΥΜΠΛ.: σταυροειδής (εγγεγραμμένος) ναός βλ. σταυροειδής ● βλ. εγγράφω [< 1: αρχ. ἐγγεγραμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐγγράφω 2: μτγν. σημ.] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ