| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14192 | εγγειοβελτίωση | [ἐγγειοβελτίωση] εγ-γει-ο-βελ-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΡΓ. εφαρμογή αγροτεχνικών έργων και επιστημονικών μεθόδων για τη βελτίωση της απόδοσης του εδάφους με σκοπό την καλλιέργεια και γενικότ. την αξιοποίησή του: ~ και αναδασμός. Επενδύσεις για ~ώσεις. [< αγγλ. land reclamation] | |
| 14193 | εγγειοβελτιωτικός | , ή, ό [ἐγγειοβελτιωτικός] εγ-γει-ο-βελ-τι-ω-τι-κός επίθ. (επιστ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: εγγειοβελτιωτικά έργα: που αποβλέπουν στην καλύτερη γεωργική αξιοποίηση της γης και την προστασία της από τις πλημμύρες και την ξηρασία: αντιπλημμυρικά ~ ~. Αρδευτικά και ~ ~. Εργαστήριο ~ών ~ων και Διαχείρισης Υδατικών Πόρων. Βλ. εδαφοβελτιωτικός. | |
| 14194 | έγγειος | , α/ος, ο [ἔγγειος] έγ-γει-ος επίθ. (επίσ.-γραφειοκρ.): που σχετίζεται με τη γη, κυρ. την καλλιεργήσιμη: ~ος: φόρος. ~α/ος: ιδιοκτησία/πρόσοδος (: ενοίκιο, μέρισμα). ~α: πίστωση. ~ο: (και πάγιο) κεφάλαιο. ~οι: τόκοι (: για δάνεια γεωργικών εργασιών). ~ες: σχέσεις (: που αφορούν την ιδιοκτησία γης). ~α: δικαιώματα. Διεύθυνση/τμήμα/υπηρεσία ~είων βελτιώσεων (βλ. εγγειοβελτίωση). Πβ. κτηματικός. Βλ. -γειος. [< αρχ. ἔγγειος, ἔγγαιος ‘σχετικός με εδάφη’] | |
| 14195 | εγγενής | , ής, ές [ἐγγενής] εγ-γε-νής επίθ. (λόγ.): που ενυπάρχει σε κάποιον ή κάτι από την πρώτη στιγμή της γένεσης ή της ύπαρξής του: ~ής: κίνδυνος. ~ής: αδυναμία/ικανότητα. ~ές: γνώρισμα/πρόβλημα/χαρακτηριστικό. ~είς: αιτίες/αντιφάσεις/δυσχέρειες/ιδιαιτερότητες. ~ή: κίνητρα. Οι ~είς διαφορές των δύο φύλων. Πβ. έμ-, σύμ-φυτος. Βλ. -γενής, συγγενής. ΑΝΤ. επίκτητος ● ΣΥΜΠΛ.: αμφιγονική/εγγενής αναπαραγωγή βλ. αναπαραγωγή [< αρχ. ἐγγενής, γαλλ. intrinsèque] | |
| 14196 | εγγίζω | βλ. αγγίζω | |
| 14197 | έγγιστα | [ἔγγιστα] έγ-γι-στα επίρρ. (αρχαιοπρ.): πολύ κοντά: ~ της πόλεως. ● ΦΡ.: ως έγγιστα: σχεδόν, περίπου, κατά προσέγγιση. [< αρχ. ἔγγιστα] | |
| 14198 | εγγλέζικος | , η, ο [ἐγγλέζικος] εγ-γλέ-ζι-κος επίθ. (προφ.): αγγλικός: ~ο: ψάρεμα (: με καλάμι από την ακτή). Πβ. βρετανικός. ● Ουσ.: Εγγλέζικα (τα): Αγγλικά. | |
| 14199 | Εγγλέζος, Εγγλέζα | [Ἐγγλέζος] Εγ-γλέ-ζος επίθ./ουσ. (προφ.): Άγγλος, Αγγλίδα. Πβ. Βρετανός. ● Υποκ.: εγγλεζάκι (το) ● ΦΡ.: Άγγλος/Εγγλέζος στο/στα ραντεβού (του) βλ. Άγγλος, Αγγλίδα [< μεσν. Εγγλέζης, Αγγλέζος, ιταλ. Inglese] | |
| 14200 | εγγόνι | [ἐγγόνι] εγ-γό-νι ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) αγγόνι: γιος ή κόρη του παιδιού κάποιου: Έχει πέντε ~ια. Βλ. δισέγγονο. ● Υποκ.: εγγονάκι (το) [< μεσν. εγγόνι] | |
| 14201 | εγγονός, εγγονή | [ἐγγονός] εγ-γο-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.) & (προφ.) εγγόνα (η): εγγόνι. Βλ. δισ-, τρισ-έγγονος. [< αρχ. ἔγγονος με μετακίνηση τόνου ἐγγονός, μεσν. εγγονή] | |
| 14202 | έγγραμμα | [ἔγγραμμα] έγ-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ίχνος που εντυπώνεται στους νευρώνες του εγκεφάλου από ερέθισμα ή βίωμα (μέσω βιοχημικών αλλαγών) και θεωρείται ότι δημιουργεί τη μνήμη του ατόμου: οργανικό ~. Βιωματικά/οπτικά ~ατα. [< γαλλ. engramme, 1907, αγγλ. engram, 1908, γερμ. Engramm] | |
| 14203 | εγγραμματισμός | βλ. γραμματισμός | |
| 14204 | εγγράμματος | , η, ο [ἐγγράμματος] εγ-γράμ-μα-τος επίθ. (λόγ.): που γνωρίζει γραφή και ανάγνωση και γενικότ. είναι μορφωμένος: ~ος: πολίτης. ~η: κοινωνία. ~ο: μέλος μιας κοινότητας. Τεχνολογικά/ψηφιακά ~η Ευρώπη. Ηλεκτρονικά ~οι επαγγελματίες/μαθητές.|| (ως ουσ.) Ποσοστό ~άτων (του πληθυσμού). Πβ. γραμματισμένος, σπουδαγμένος. ΑΝΤ. αγράμματος (1), αναλφάβητος (1) [< μτγν. ἐγγράμματος ‘γραμμένος’, γαλλ. lettré] | |
| 14205 | εγγραμματοσύνη | [ἐγγραμματοσύνη] εγ-γραμ-μα-το-σύ-νη ουσ. (θηλ.): γραμματισμός. | |
| 14206 | εγγραφέας | [ἐγγραφέας] εγ-γρα-φέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ή μέσο καταγραφής, αποθήκευσης και αναπαραγωγής δεδομένων: ενσωµατωµένος/επαγγελματικός/πολυκάναλος/φορητός ~. ~ βίντεο/εικόνας/ήχου/μηνύματος/φωνής. Αναγνώστης-~. Ψηφιακός ~ CD/DVD. Πβ. καταγραφέας. Βλ. αναπαραγωγέας. [< μτγν. ἐγγραφεύς, αγγλ. recorder] | |
| 14207 | εγγραφή | [ἐγγραφή] εγ-γρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. σημείωση, καταχώριση του ονόματος και γενικότ. των στοιχείων κάποιου σε επίσημο κυρ. κατάλογο: ~ μαθητών/μελών/συνδρομητών. ~ σε λέσχη/μητρώο/σύλλογο/σχολείο/φροντιστήριο. Αίτηση/βεβαίωση/δικαίωμα/έντυπο/ημερομηνία ~ής. Ανανέωση/καταβολή ποσού ~ής στη Γραμματεία.|| Έναρξη/λήξη των ~ών (: της περιόδου των ~ών). Βλ. απεγ-, δια-γραφή, προ~. 2. ΛΟΓΙΣΤ. αναγραφή στοιχείων στα λογιστικά βιβλία επιχείρησης, εταιρείας και γενικότ. καταχώριση οικονομικής πράξης: ταμειακή/φορολογική/χρεωστική ~. ~ υποθήκης. Ενεργώ ~. ~ές ανοίγματος-κλεισίματος λογαριασμού. 3. καταγραφή γεγονότων, σκέψεων, εμπειριών: ημερολογιακές ~ές. 4. αποτύπωση πληροφοριών, ακουστικών ή οπτικών σημάτων σε κατάλληλο υλικό, για να διατηρηθούν και να αναπαραχθούν: ~ βιντεοταινίας/δίσκου (πβ. ηχογράφηση)/εικόνας (πβ. μαγνητοσκόπηση)/ήχου/φωνής. ~ σε CD/DVD. 5. ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο συναφών στοιχείων δεδομένων που εκλαμβάνονται ως ενιαία μονάδα από ένα υπολογιστικό πρόγραμμα. 6. ΓΕΩΜ. σχεδίαση γεωμετρικού σχήματος μέσα σε ένα άλλο: ~ κύκλου σε τρίγωνο/τετραγώνου σε κύκλο. 7. ΟΙΚΟΝ. επίσημη εκδήλωση ενδιαφέροντος από επενδυτή για την αγορά μιας ποσότητας από ένα νέο πακέτο χρεογράφων που πρόκειται να διατεθεί στην αγορά: ~ μετόχων. ● ΣΥΜΠΛ.: δημόσια εγγραφή: ΟΙΚΟΝ. διάθεση τίτλων προς πώληση στο ενδιαφερόμενο επενδυτικό κοινό, συνήθ. από μεγάλες, οικονομικά εύρωστες επιχειρήσεις πριν από την εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο ή την αύξηση του μετοχικού τους κεφαλαίου. [< αρχ. ἐγγραφή, γαλλ. inscription 4: αγγλ. recording, 1904, 5: αγγλ. record, 1957, 6: μτγν. 7: αγγλ. subscription] | |
| 14208 | έγγραφο | [ἔγγραφο] έγ-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {εγγράφ-ου} 1. επίσημο κείμενο γραμμένο σύμφωνα με ορισμένη τυποποίηση: αναθεωρημένο/απόρρητο/δημόσιο/διπλωματικό/εγγυητικό/εγκύκλιο/εμπιστευτικό/ενημερωτικό/επείγον/νομικό/πληρεξούσιο/πωλητήριο/συμβολαιογραφικό/συνοδευτικό/υπηρεσιακό ~. Διαβίβαση/έγκριση/επίδοση/επικύρωση/κατάθεση/κοινοποίηση/μεταβίβαση/σύνταξη/τύπος/υποβολή ~ου. Απαιτούμενα/βασικά/διοικητικά/εισερχόμενα/εξερχόμενα/επίσημα/ιστορικά/νομοθετικά/πλαστά ~α. ~α εργασίας/πιστοποίησης/προσφορών. Το παρόν ~. ~-φωτιά. Έκδοση ταξιδιωτικού ~ου. Πρόσβαση σε ~α του Συμβουλίου. Βλ. αντ~, πρωτόγραφο. 2. ΠΛΗΡΟΦ. & ηλεκτρονικό έγγραφο: αρχείο δεδομένων, που συνήθ. περιλαμβάνει κείμενο, και αποθηκεύεται σε ηλεκτρονικό υπολογιστή: ενεργό/πρότυπο/συνημμένο ~. Αναζήτηση/ανάκτηση/άνοιγμα/αντιγραφή/αποθήκευση/αποστολή/δημιουργία/διαγραφή/εκτύπωση/επεξεργασία/κλείσιμο/μέγεθος/μετονομασία/μορφή/προεπισκόπηση/προστασία/τροποποίηση ~ου. ~α HTML. ~ προγραμματισμού/τεκμηρίωσης. Αρχειοθέτηση/διαχείριση/εισαγωγή/μεταφορά ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: υπεξαγωγή εγγράφου βλ. υπεξαγωγή, φορτωτικό έγγραφο βλ. φορτωτικός [< 1: μτγν. πληθ. τά ἔγγραφα 2: αγγλ. document] | |
| 14209 | έγγραφος | , η, ο [ἔγγραφος] έγ-γρα-φος επίθ. (λόγ.): που είναι ή δίνεται σε γραπτή μορφή: ~ος: τύπος (για σύναψη σύμβασης). ~η: άδεια/αίτηση/αναφορά/απάντηση/απολογία/βεβαίωση/δέσμευση/δήλωση/διαμαρτυρία/έγκριση/ειδοποίηση/έκθεση/εντολή/εξουσιοδότηση/επίπληξη/καταγγελία/συγκατάθεση/συµφωνία. ~ες: οδηγίες/προσφορές. Βλ. -γραφος. ΣΥΝ. γραπτός (1) ΑΝΤ. άγραφος (1), προφορικός ● επίρρ.: εγγράφως [< μτγν. ἔγγραφος, ἐγγράφως] | |
| 14210 | εγγράφω | [ἐγγράφω] εγ-γρά-φω ρ. (μτβ.) {ενέγρα-ψε, εγγρά-ψει, εγγρά-φ(τ)ηκε (λόγ. ενεγράφη, μτχ. εγγραφ-είς, -είσα, -έν), εγγρα-φεί, εγγεγραμμένος, εγγράφ-οντας} (λόγ.) 1. γράφω το όνομα και γενικότ. τα στοιχεία κάποιου σε επίσημο κατάλογο, βιβλίο, μητρώο (ομάδας, οργανισμού, κόμματος, ιδρύματος): Θα θέλαμε να ~φούμε συνδρομητές στην εφημερίδα/στο περιοδικό. Φοιτητές που θα ~φούν στο δεύτερο εξάμηνο.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ομαι στο φόρουμ. Βλ. προ~. ΑΝΤ. διαγράφω (2), ξεγράφω (2) 2. καταγράφω, αποτυπώνω με ηλεκτρονικό μέσο στοιχεία (ήχο, εικόνα, δεδομένα), ώστε να διατηρηθούν και να μπορούν να αναπαραχθούν: Υλικό που ~εται σε μαγνητοταινία (πβ. ηχογραφώ). (ΠΛΗΡΟΦ.) Αρχεία που ~φτηκαν (= γράφτηκαν) στον σκληρό δίσκο. 3. καταχωρίζω λογιστικά, οικονομικά ή άλλα στοιχεία σε επίσημο αρχείο: Ποσό που ~εται ως αποθεματικό/κόστος. Δαπάνες που ~ονται στον προϋπολογισμό. Επιχειρήσεις που ~ψαν ζημίες-ρεκόρ/σημαντικά κέρδη (πβ. σημειώνω). Πλοία που ~φηκαν στο εθνικό νηολόγιο. 4. ΓΕΩΜ. σχεδιάζω στο εσωτερικό σχήματος ένα άλλο, του οποίου οι κορυφές ή η περιφέρεια εφάπτονται με την περίμετρο του πρώτου: ~ δωδεκάεδρο σε σφαίρα. Σε κάθε κύκλο ~εται μόνο ένα τετράγωνο. ΑΝΤ. περιγράφω (2) ● ΦΡ.: στο ενεργητικό του/της βλ. ενεργητικό ● βλ. εγγεγραμμένος [< αρχ. ἐγγράφω, γαλλ. inscrire 2: αγγλ. record: 4: μτγν.] | |
| 14211 | εγγράψιμος | , η, ο [ἐγγράψιμος] εγ-γρά-ψι-μος επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. (για ψηφιακό δίσκο) που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποθήκευση δεδομένων: ~α CD/DVD. 2. ΓΕΩΜ. (για σχήμα) που μπορεί να εγγραφεί μέσα σε άλλο: πολύγωνο ~ο σε κύκλο. Εγγεγραμμένα και ~α τετράπλευρα. ΑΝΤ. περιγράψιμος. [< γαλλ. inscriptible] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ