Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15080-15100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
19515εγγυημένος

ζι-πού-νι ουσ. (ουδ.) (σε παραδοσιακές φορεσιές): ΛΑΟΓΡ. είδος κοντής και συνήθ. εφαρμοστής ζακέτας: βελούδινο ~. Βλ. επενδύτης, -ούνι. [< μεσν. ζιπούνι(ν), ζιπόνιν < βεν. zipon]

14212εγγυημένος, η, ο [ἐγγυημένος] εγ-γυ-η-μέ-νος επίθ. 1. που η ποιότητά του, τα χαρακτηριστικά του είναι αναγνωρισμένα, που συνοδεύεται από εγγυήσεις: ~η: αντοχή (εργαλείων)/μέθοδος. ~ο: προϊόν. ~α: δάνεια/ομόλογα. Υπεύθυνη και ~η εργασία εξειδικευμένων συνεργείων. Πβ. γκαραντί. 2. εξασφαλισμένος, σίγουρος: ~ος: μισθός/χρόνος παράδοσης. ~η: απόδοση/ασφάλεια (συναλλαγών)/επένδυση/επιτυχία/προστασία (των καταθέσεων)/σύνταξη/(ΠΛΗΡΟΦ.) ταχύτητα (σύνδεσης). ~ο: αποτέλεσμα/επιτόκιο/κέρδος/κεφάλαιο. ~ες: παροχές. Ελάχιστο ~ο εισόδημα. ● επίρρ.: εγγυημένα ● βλ. εγγυώμαι [< αρχ. ἠγγυημένος, γαλλ. garanti]
14213εγγύηση[ἐγγύηση] εγ-γύ-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. νομικώς δεσμευτική υπόσχεση που δίνει κατασκευαστής ή πωλητής σε αγοραστή για ορισμένο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την οποία, αν διαπιστωθεί ότι η λειτουργία του προϊόντος είναι ελαττωματική, αυτό είτε θα αντικατασταθεί είτε θα επισκευαστεί δωρεάν ή θα επιστραφεί το ποσό της αγοράς· το αντίστοιχο έντυπο, έγγραφο: γραπτή/εργοστασιακή ~. ~ καλής λειτουργίας. ~ (της) αντιπροσωπείας. ~ γνησιότητας/ποιότητας. Διάρκεια/επέκταση/περίοδος ~ης. Όροι/πρόγραμμα ~ης. Συσκευές που καλύπτονται από διετή ~.|| Εγχειρίδιο/πιστοποιητικό ~ης. 2. ΝΟΜ. συμφωνητικό ανάμεσα σε δανειστή και εγγυητή, με το οποίο ο τελευταίος δεσμεύεται ότι θα καταβάλει εκείνος το οφειλόμενο ποσό σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν το πληρώσει στον δανειστή· οτιδήποτε παραχωρείται, για να εξασφαλιστεί η συμφωνία: ~ εξόφλησης δανείου.|| Δέχονται κινητά περιουσιακά στοιχεία ως ~ (= ενέχυρο). Βλ. τριτ~. 3. μεγάλο χρηματικό αντάλλαγμα για προσωρινή αποφυλάκιση· χρηματικό ποσό που παρέχεται από συμβαλλόμενο στην αρχή συμφωνίας και λειτουργεί ως δέσμευση για την εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων: Αφέθηκε ελεύθερος με ~ και περιοριστικούς όρους (μέχρι τη δίκη).|| Έδωσε δύο ενοίκια ~. Ποσό που καταβάλλεται ως ~ κατά τη σύναψη της μίσθωσης. 4. (μτφ.) οτιδήποτε λειτουργεί ως διαβεβαίωση, εξασφάλιση ή κατοχύρωση: Δίνει/παρέχει/προσφέρει ~ήσεις. (για πολιτικό) Ζητά ~ήσεις για να επιστρέψει στο κόμμα. (σε διαφημίσεις προϊόντων ή υπηρεσιών) Η πείρα μας ~ για σας. Ο επαγγελματισμός μας αποτελεί ~ επιτυχίας. Πβ. εχέγγυο. [< 2: μτγν. ἐγγύησις, γαλλ. garantie]
14214εγγυητήριος, α, ο βλ. εγγυητικός
14215εγγυητής, εγγυήτρια[ἐγγυητής] εγ-γυ-η-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εγγυητών, εγγυητριών} 1. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει εγγυήσεις για την τήρηση των υποχρεώσεων τρίτου: αξιόχρεος ~. ~ δανείου ή πιστωτικής κάρτας. Μεσολαβεί/μπαίνει/υπογράφει ως ~ (= εγγυάται). Δικονομικός ~. Το Ελληνικό Δημόσιο ως ~ ...|| (ως επίθ.) ~τρια: επιχείρηση/τράπεζα. Βλ. συν~, τριτ~. 2. ΠΟΛΙΤ. που αναλαμβάνει την ευθύνη για την τήρηση συμφωνιών ή για την εξασφάλιση ορισμένων συνθηκών: αυτόκλητος ~. ~ της διαφάνειας/της νομιμότητας/της σταθερότητας/της τάξης.|| (ως επίθ.) ~τρια: Αρχή/χώρα. Βλ. θεματοφύλακας. ● ΣΥΜΠΛ.: εγγυήτρια δύναμη: ΠΟΛΙΤ. χώρα που αναλαμβάνει, λόγω κύρους, ισχύος ή στρατηγικών συμφερόντων, την ευθύνη για την τήρηση διακρατικών συμφωνιών. [< 1: αρχ. ἐγγυητής, μεσν. εγγυήτρια, γαλλ. garant]
14216εγγυητικός, ή, ό [ἐγγυητικός] εγ-γυ-η-τι-κός επίθ. & εγγυητήριος, α, ο: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που παρέχει εγγυήσεις ή ανήκει στον εγγυητή: ~ός: λογαριασμός. ~ή: επιταγή/πράξη. ~ό: έγγραφο (βλ. εγγυητικό)/κεφάλαιο/ταμείο. ~οί: τίτλοι.|| ~ός: ρόλος. ~ές: απαιτήσεις.~ά: δικαιώματα.|| (ως ουσ.) ~ή ύψους ... ευρώ (ενν. επιταγή). ● Ουσ.: εγγυητικό & εγγυητήριο (το): επίσημο έγγραφο που παρέχει εγγυήσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: εγγυητική επιστολή: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που εκδίδεται από χρηματοοικονομικό οργανισμό έπειτα από αίτηση του πελάτη-εντολέα και εγγυάται την τήρηση οικονομικών ή άλλων υποχρεώσεών του προς ορισμένο δικαιούχο: τραπεζική ~ ~. [< μτγν. ἐγγυητικός]
14217εγγυοδοσία[ἐγγυοδοσία] εγ-γυ-ο-δο-σί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. παροχή εγγυήσεων (συνήθ. υπέρ τρίτου): υποχρεωτική/χρηματική ~. Διαπραγμάτευση/καταβολή/παροχή/σύστημα/ταμείο (βλ. ΤΕΜΠΜΕ) ~ας. Απόδοση ~ών. Βλ. -δοσία. [< γερμ. Kautionssumme]
14218εγγυοδοτικός, ή, ό [ἐγγυοδοτικός] εγ-γυ-ο-δο-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την εγγυοδοσία: ~ός: μηχανισμός/οργανισμός/φορέας. ~ή: ικανότητα/σύμβαση. ~ό: κεφάλαιο. ~ές: δεσμεύσεις/πράξεις. ~ά: προγράμματα.
14219εγγυούμαι(καταχρ.) βλ. εγγυώμαι
58820Εγγυούμαι
14220εγγύς[ἐγγύς] εγ-γύς επίρρ. {εγγύτ-ερα, -ατα} (επίσ.): κοντά: ~ του αεροδρομίου.|| (μτφ.) Οι ~ του θανάτου ασθενείς (= ετοιμοθάνατοι).|| (ως επίθ.) ~ παρελθόν/πεδίο/περιβάλλον/περιοχή. ΣΥΝ. κοντινός. ΣΥΝ. πλησίον (1) ΑΝΤ. άπω (1) ● ΣΥΜΠΛ.: η Εγγύς Ανατολή βλ. ανατολή ● ΦΡ.: στο εγγύς μέλλον: στο άμεσο, πολύ κοντινό μέλλον: Η συμφωνία θα υπογραφεί ~ ~ (= προσεχώς). Τι οραματίζονται για το ~ ~; ΑΝΤ. στο απώτερο μέλλον [< αρχ. ἐγγύς]
14221εγγύτατος, η, ο [ἐγγύτατος] εγ-γύ-τα-τος επίθ. {κ. λόγ. θηλ. εγγυτάτη} (επίσ.): που βρίσκεται πάρα πολύ κοντά (τοπικά, χρονικά, σε ένα σύστημα σχέσεων): ~η: συγγένεια. ~ο: μέλλον/παρελθόν.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Ο ~ του Κενταύρου (: ο κοντινότερος στο πλανητικό μας σύστημα απλανής αστέρας).|| (ΜΑΘ.) ~ος: κύκλος. ~ο: επίπεδο/σημείο. Πβ. κοντινό-, πλησιέσ-τατος. ΑΝΤ. απώτατος (1) ● επίρρ.: εγγύτατα (+ γεν.): πάρα πολύ κοντά: ~ της περιοχής/των συνόρων. [< αρχ. ἐγγύτατος]
14222εγγύτερος, η, ο [ἐγγύτερος] εγ-γύ-τε-ρος επίθ. (επίσ.): που βρίσκεται πιο κοντά (τοπικά, χρονικά, σε ένα σύστημα σχέσεων): ~ος: γείτονας/πλανήτης. ~η: απόσταση/ημερομηνία/περιοχή/σχέση. ~ο: παρελθόν/σημείο. ~οι: συγγενείς. ~ες: χώρες. Στρογγυλοποίηση στο ~ο πολλαπλάσιο του .../στον ~ο ακέραιο αριθμό. Πβ. κοντινό-, πλησιέσ-τερος. ΑΝΤ. απώτερος.|| (μτφ.) ~η: εξέταση (= αναλυτικ-, προσεκτικ-ότερη). ● επίρρ.: εγγύτερα [< αρχ. ἐγγύτερος]
14223εγγύτητα[ἐγγύτητα] εγ-γύ-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το να βρίσκεται κάποιος ή κάτι κοντά σε κάποιον ή κάτι άλλο: γεωγραφική ~. ~ μεταξύ κρατών/περιοχών. Πβ. γειτνίαση.|| (μτφ.) Ιδεολογική/πνευματική/πολιτιστική/συναισθηµατική/χρονική ~. ~ απόψεων (πβ. σύγκλιση, συμφωνία). Πβ. κοντινότητα, πλησίασμα, προσέγγιση. Βλ. -ύτητα. [< μτγν. ἐγγύτης]
14224εγγυώμαι[ἐγγυῶμαι] εγ-γυ-ώ-μαι ρ. (μτβ.) {εγγυ-άται ... | εγγυή-θηκα, -θεί, εγγυώ-μενος, εγγυη-μένος}: διαβεβαιώνω, αναλαμβάνω την υλική ή ηθική ευθύνη· κατ' επέκτ. υπόσχομαι: ~άται την εφαρμογή των νόμων/τη μελλοντική ανάπτυξη/την ποιότητα. Θεσμοί που ~ώνται (= εξασφαλίζουν) τα δικαιώματα του ανθρώπου/τη δημοκρατία. ~μενοι την επιτυχία σας. Η εταιρεία ~άται υπηρεσίες υψηλού επιπέδου. ~θηκε για τις συνθήκες ασφαλείας. ~θηκαν την εξόφληση του δανείου (: έγιναν/μπήκαν εγγυητές). Δεν μπορώ να ~θώ για την αξιοπιστία/υπευθυνότητά του. Τίποτα απ’ όσα έγιναν στο παρελθόν δεν ~άται ότι η κατάσταση θα αλλάξει στο μέλλον (= δεν αποτελεί εγγύηση). Οι δύο πλευρές ανέλαβαν ουσιαστικές δεσμεύσεις και ~θηκαν ότι ... Βλ. τριτ~. ● βλ. εγγυημένος [< αρχ. ἐγγυῶμαι, γαλλ. garantir]
14225ΕΓΔ(τα): Έντοκα Γραμμάτια Δημοσίου.
14226έγδαραβλ. γδέρνω
14227ΕΓΕ: (το) Ευρωπαϊκό Γραφείο Ευρεσιτεχνιών.
14228έγειραβλ. γέρνω
14229εγείρω[ἐγείρω] ε-γεί-ρω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. ήγειρε, εγείρει, εγέρ-θηκε (λόγ. ηγέρθη, μτχ. εγερ-θείς, -θείσα, -θέν), εγερ-θεί, εγείρ-οντας} (λόγ.) 1. προκαλώ, δημιουργώ· ειδικότ. ξυπνώ, αφυπνίζω, ξεσηκώνω: ~ει αμφιβολίες/ανησυχίες/αντιδράσεις/αντιρρήσεις/δυσκολίες/ερωτηματικά/υποψίες (= γεννά). ~ουν το ενδιαφέρον. ~ει φόβους για/ότι ... ~ει την προσοχή. Προτάσεις, που αναµένεται να ~ουν συζητήσεις. ~εται θέμα (= τίθεται). ~ονται προβληματισμοί/υπόνοιες.|| ~ τα πάθη/τις συνειδήσεις. Πβ. συν~. Βλ. εξ~. 2. ως απολεξικοποιημένο ρήμα: ~ αξιώσεις (= αξιώνω)/απαιτήσεις (= απαιτώ)/διεκδικήσεις (= διεκδικώ)/κατηγορίες (= κατηγορώ).|| (ΝΟΜ.) ~ αγωγή (διαζυγίου)/ένσταση κατά της απόφασης. Πβ. ασκώ. 3. ανεγείρω: Σε ανάμνηση της νίκης ήγειρε μεγαλοπρεπές μνημείο. ● βλ. εγέρθητι, εγέρθητε [< 1, 3: αρχ. ἐγείρω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.