| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14230 | εγελιανισμός | [ἑγελιανισμός] ε-γε-λι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. η φιλοσοφική θεωρία του Εγέλου (Hegel) και των διαδόχων του. Βλ. καντιανισμός, -ισμός. [< γερμ. Hegelianismus] | |
| 14231 | εγελιανός | , ή, ό [ἑγελιανός] ε-γε-λι-α-νός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στον Έγελο και τη φιλοσοφική θεωρία του: ~ή: αντίληψη (της ιστορίας)/διαλεκτική. ~ό: σύστημα. ~ές: παραδοχές. ~ά: κείμενα. Βλ. καντιανός, -ιανός. | |
| 14232 | εγέρθητι, εγέρθητε | [ἐγέρθητι] ε-γέρ-θη-τι ρ. (αρχαιοπρ.): (ως προτροπή ή παράγγελμα) σήκω, σηκωθείτε: Εγέρθητι κατηγορούμενε, άρχεται η συνεδρίασις.|| (ειρων.) Εγέρθητε (= ξυπνήστε), θα μας “φάει” ο καναπές (: ως αντίδραση κατά του εφησυχασμού). ● βλ. εγείρω [< προστ. παθ. αορ. του ρ. ἐγείρω] | |
| 14233 | έγερση | [ἔγερση] έ-γερ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ύψωση· ειδικότ. το πρωινό σήκωμα από το κρεβάτι: φανερή ψηφoφoρία με ανάταση του χεριού ή ~.|| ~ στις 6 π.μ. Ώρα ~ης. (ΣΤΡΑΤ.) Πρωινή ~ (= ξύπνημα) και νυχτερινή κατάκλιση. Βλ. εγερτήριο. 2. πρόκληση, δημιουργία, εκδήλωση: ~ αμφιβολιών/αντιρρήσεων/εμποδίων/αξιώσεων/απαιτήσεων. ~ του θέματος των αποζημιώσεων. 3. (μτφ.) αφύπνιση, ξεσηκωμός: κοινωνική/πνευματική ~. ~ του Ελληνισμού/των παθών. Πβ. εξ~. 4. ΝΟΜ. άσκηση: ~ διεκδικητικής/πολιτικής αγωγής. ~ πειθαρχικής/ποινικής δίωξης. ~ βέτο. ● ΦΡ.: η έγερση του Λαζάρου: ΕΚΚΛΗΣ. η ανάσταση του Λαζάρου. [< αρχ. ἔγερσις ‘ξύπνημα, ανάσταση, διέγερση’] | |
| 14234 | εγερτήριο | [ἐγερτήριο] ε-γερ-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (λόγ.) 1. πρωινό υποχρεωτικό ξύπνημα: Αύριο έχει ~ νωρίς! Πβ. εγερτήριο σάλπισμα. ΑΝΤ. σιωπητήριο 2. (μτφ.) οτιδήποτε αφυπνίζει μνήμες και συνειδήσεις (συνήθ. ποίημα ή τραγούδι): εθνικό ~. [< μτγν. ἐγερτήριον] | |
| 14235 | εγερτήριος | , α, ο [ἐγερτήριος] ε-γερ-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που αφυπνίζει και ξεσηκώνει: ~α: δύναμη/κλήση (: αφύπνιση)/πρό(σ)κληση/φωνή. ~ο: κάλεσμα/μήνυμα. ~ες: ιδέες. ~α: άσματα. Βλ. εθν~, -τήριος. ● ΣΥΜΠΛ.: εγερτήριο σάλπισμα 1. ΣΤΡΑΤ. το πρώτο σάλπισμα της ημέρας για την έγερση των στρατιωτών και κατ' επέκτ. κάθε πρωινό αναγκαστικό ξύπνημα: Ακούστηκε/σήμανε το ~ ~. 2. (μτφ.) μέσο αφύπνισης των συνειδήσεων: πατριωτικό ~ ~. Tο άρθρο του αποτελεί ~ ~ υπέρ της δημοκρατίας. [< μεσν. εγερτήριος] | |
| 14236 | έγια μόλα | [ἔγια μόλα] έ-για μό-λα επιφών.: κυρ. στη ● ΦΡ.: έγια μόλα, έγια λέσα βλ. μόλα [< βεν. eia mola] | |
| 14237 | έγινα | βλ. γίνομαι | |
| 14238 | εγκάθειρκτος | , η, ο [ἐγκάθειρκτος] ε-γκά-θειρ-κτος επίθ./ουσ.: ΝΟΜ. φυλακισμένος: (Παρ)έμεινε ~ για χρόνια. Πβ. έγκλειστος, κρατούμενος. [< μτγν. ἐγκάθειρκτος] | |
| 14239 | εγκάθετος | , η, ο [ἐγκάθετος] ε-γκά-θε-τος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -έτου} (απαιτ. λεξιλόγ.-αρνητ. συνυποδ.): που έχει τοποθετηθεί σε θέση για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα εκείνων που τον διόρισαν: ~η: διοίκηση/ηγεσία. ~ο: καθεστώς. ~α: όργανα/στελέχη.|| (ως ουσ.) Κομματικοί/πληρωμένοι ~οι. ~οι της εξουσίας. Πβ. βαλτός, κεκράκτες. Βλ. κλακαδόρος. [< αρχ. ἐγκάθετος ‘παρείσακτος’] | |
| 14240 | εγκαθίδρυση | [ἐγκαθίδρυση] ε-γκα-θί-δρυ-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. θέσπιση, καθιέρωση: προοδευτική/σταδιακή ~. ~ ανεξάρτητου κράτους/της δημοκρατίας/της ειρήνης/(διπλωματικών/στενών) σχέσεων. ~ κλίματος ηρεμίας. Διασφάλιση της ~ης του κράτους δικαίου. Βλ. εδραίωση, θεσμοθέτηση. 2. ίδρυση, συγκρότηση: ~ και λειτουργία εταιρείας/σχολής. [< μεσν. εγκαθίδρυσις, γαλλ. établissement] | |
| 14241 | εγκαθιδρύω | [ἐγκαθιδρύω] ε-γκα-θι-δρύ-ω ρ. (μτβ.) {εγκαθίδρυ-σε, εγκαθιδρύ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, -οντας} (επίσ.) 1. θεσπίζω, καθιερώνω, θέτω σε ισχύ: ~ει (απολυταρχικό/δημοκρατικό/δικτατορικό/ολιγαρχικό/ολοκληρωτικό) καθεστώς/πολίτευμα/καινούργιους θεσμούς/κλίμα τρομοκρατίας/νόμους. ~σε μηχανισμούς συντονισμού και διαλόγου. Με δημοψήφισμα ~θηκε η Αβασίλευτη Δημοκρατία. Είναι σημαντικό να ~θεί αμφίδρομη επικοινωνία μεταξύ των δύο χωρών. 2. εγκαθιστώ, ιδρύω: (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ει σύνδεση με τον επιθυμητό παροχέα.|| ~σε εργαστήριο/ινστιτούτο. [< αρχ. ἐγκαθιδρύω ‘ανεγείρω, τοποθετώ’, γαλλ. établir] | |
| 14242 | εγκαθιστώ | [ἐγκαθιστῶ] ε-γκα-θι-στώ ρ. (μτβ.) {εγκαθιστ-άς ... | εγκατ-έστησα (προφ.) -άστησα, -αστήσει, εγκαθίσταμαι, εγκατ-αστάθηκα, -ασταθεί, -εστημένος, εγκαθιστ-ώντας} (λόγ.) 1. βάζω, τοποθετώ με μόνιμο τρόπο: Τεχνικό προσωπικό που ~ά ψηφιακά συστήματα. Αρκετές βιομηχανίες ~έστησαν συστήματα καθαρισμού των αποβλήτων τους.|| Αλλοδαπά νομικά πρόσωπα που ~ούν (= εγκαθιδρύουν) γραφείο στην Ελλάδα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. προσθέτω λογισμικό στον υπολογιστή: ~ γραμματοσειρές/πρόγραμμα. Βρες και ~άστησε/(εσφαλμ. ~έστησε) τους ντράιβερς.|| ~έστησα τον εκτυπωτή (: τον συνέδεσα με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή). ΑΝΤ. απεγκαθιστώ (1) 3. (σπανιότ.) (δι)ορίζω: ~ κληρονόμους τα παιδιά μου. ● Παθ.: εγκαθίσταμαι: διαμένω, κατοικώ κάπου, συνήθ. οριστικά ή για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα: ~αστάθηκε μόνιμα στην πρωτεύουσα/οικογενειακώς στο εξωτερικό. Πβ. μένω. ● βλ. εγκατεστημένος [< 1: γαλλ. (s΄)établir, (s΄)installer 2: αγγλ. install 3: μεσν. εγκαθιστώ] | |
| 14243 | εγκαίνια | [ἐγκαίνια] ε-γκαί-νι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {εγκαινί-ων}: εορταστική τελετή με αφορμή την αποπεράτωση και παράδοση (κοινωφελούς) έργου ή την έναρξη λειτουργίας ιδρύματος, καταστήματος, εγκαταστάσεων, έκθεσης: επίσημα ~. ~ βιβλιοθήκης/εκλογικού κέντρου/νοσοκομείου. Αγιασμός ~ων. Παρουσία πλήθους κόσμου έγιναν τα ~ του νέου μουσείου. Έκοψε την κορδέλα των ~ων. Ακολουθία ~ων Ιερού Ναού (βλ. θυρανοίξια). Βλ. προ~. ΣΥΝ. εγκαινίαση (1) [< μτγν. ἐγκαίνια] | |
| 14244 | εγκαινιάζω | [ἐγκαινιάζω] ε-γκαι-νι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εγκαινία-σα, εγκαινιά-σει, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εγκαινιάζ-οντας} 1. συμμετέχω σε εγκαίνια ως το τιμώμενο πρόσωπο που κηρύσσει την έναρξη λειτουργίας ή οργανώνω εγκαίνια: ~σε αθλητικό κέντρο/την έκθεση (φωτογραφίας)/το εκλογικό του κέντρο/τη νέα πτέρυγα (του νοσοκομείου)/το φεστιβάλ. Ο Μητροπολίτης ~σε τον Ιερό Ναό ... (βλ. θυρανοίξια). Η εταιρεία ~σε το καινούργιο της κατάστημα. ~στηκε το μουσείο/ο σταθμός του προαστιακού. ~στηκε επί δημαρχίας ... 2. θέτω σε ισχύ για πρώτη φορά, κάνω την έναρξη σε κάτι: ~σε την εορταστική περίοδο/τη θεατρική σεζόν. Προώθησε τις μεταρρυθμίσεις που ~σε ο προκάτοχός του (= άρχισε, ξεκίνησε). ~στηκε το πρόγραμμα ανακύκλωσης συσκευασιών/η συνεργασία του με ...|| Το διαδίκτυο ~σε την εποχή των εξατομικευμένων υπηρεσιών. 3. (μτφ.-προφ.) χρησιμοποιώ κάτι για πρώτη φορά: Έλα σπίτι να φάμε και να ~σουμε τη νέα μου κουζίνα. [< μεσν. εγκαινιάζω] | |
| 14245 | εγκαινίαση | [ἐγκαινίαση] ε-γκαι-νί-α-ση ουσ. (θηλ.) & εγκαινιασμός (ο) (λόγ.) 1. τέλεση εγκαινίων: ~ των (νέων) εγκαταστάσεων/της έκθεσης/γέφυρας. Τελετή ~ης. 2. έναρξη δράσης, λειτουργίας, διαδικασίας, χρήσης: ~ πρωτοβουλίας/συνεργασίας. ~ αεροπορικής γραμμής. | |
| 14246 | έγκαιρος | , η, ο [ἔγκαιρος] έ-γκαι-ρος επίθ.: που γίνεται επρόθεσμα, την κατάλληλη στιγμή: ~ος: εµβολιασµός/εφοδιασµός/προγραμματισμός. ~η: αντιμετώπιση (του προβλήματος)/διανομή/εγγραφή/ενημέρωση/καταβολή (των αποζημιώσεων)/κράτηση (θέσεων)/προειδοποίηση/πρόληψη/υποβολή αίτησης. ~ες: αποφάσεις/ενέργειες/πληρωμές. Έγκυρη και ~η ενημέρωση. H ~η διάγνωση σώζει ζωές.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της αποστολής/της επέμβασης. Βλ. -καιρος, -η, -ο. ΑΝΤ. άκαιρος, αργοπορημένος, άωρος (2), καθυστερημένος (1) ● επίρρ.: έγκαιρα & (λόγ.) εγκαίρως [< αρχ. ἔγκαιρος] | |
| 14247 | εγκαιρότητα | [ἐγκαιρότητα] ε-γκαι-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του έγκαιρου, το να γίνεται κάτι στην ώρα του, χωρίς καθυστέρηση: ~ της παράδοσης (προϊόντων)/της παροχής. Βελτίωση της ~ας της ιατρικής βοήθειας. Βλ. -ότητα. | |
| 14248 | εγκαλλώπισμα | [ἐγκαλλώπισμα] ε-γκαλ-λώ-πι-σμα ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): καμάρι, καύχημα: ορθοδόξων ~. Μαρτύρων/Οσίων ~. Πβ. στολίδι, τιμή. ΣΥΝ. αγλάισμα [< αρχ. ἐγκαλλώπισμα] | |
| 14249 | εγκαλούμενος | , η, ο [ἐγκαλούμενος] ε-γκα-λού-με-νος επίθ./ουσ. {(θηλ. λόγ.) -μένη}: ΝΟΜ. που καταγγέλλεται στις Αρχές για αξιόποινη πράξη, που γίνεται εναντίον του έγκληση: ~η: επιχείρηση/χώρα. ~ο: μέλος (ενός Διοικητικού Συμβουλίου). ~α: στελέχη. ~ για αναξιοπιστία/συνωμοσία.|| (ως ουσ.) Ο ~ άσκησε έφεση. Πβ. εναγόμενος, κατηγορούμενος. ΑΝΤ. εγκαλών, ενάγων, μηνυτής [< αρχ. ἐγκαλούμενος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ