Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15120-15140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14250εγκαλώ[ἐγκαλῶ] ε-γκα-λώ ρ. (μτβ.) {εγκαλ-είς ... | εγκάλ-εσε (λόγ.) ενεκάλ-εσε, εγκαλ-έσει, εγκλη-θεί, (μτχ. εγκαλ-ών, -ούσα), -ούμενος} 1. ΝΟΜ. καταγγέλλω κάποιον στις Αρχές για αξιόποινη πράξη, ζητώντας την ποινική του δίωξη: Αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να ~θεί για ηθική αυτουργία/ψευδορκία. Πβ. ενάγω, μηνύω. 2. (επίσ.) κατηγορώ: ~εί τη διοίκηση του ιδρύματος/την πολιτική ηγεσία ότι ... Μας ~εί για αδράνεια/καθυστέρηση. [< αρχ. ἐγκαλῶ ‘μέμφομαι, ψέγω’]
14251εγκαλών, ούσα, ούν [ἐγκαλῶν] ε-γκα-λών επίθ./ουσ.: ΝΟΜ. αυτός που, ως παθών, ζητά από αρμόδια Αρχή την ποινική δίωξη κάποιου για αξιόποινη πράξη του: ~ούσα: Αρχή/εταιρεία. ~ούντες: καταναλωτές.|| (ως ουσ.) Κλήτευση/προσφυγή ~ούντος. Πβ. ενάγων, κατήγορος, μηνυτής. ΑΝΤ. εγκαλούμενος, εναγόμενος [< αρχ. ἐγκαλῶν]
14252εγκάρδιος, α, ο [ἐγκάρδιος] ε-γκάρ-δι-ος επίθ.: που βγαίνει μέσα από την καρδιά ή (για πρόσ.) που εκδηλώνει με ειλικρίνεια, θέρμη και αυθορμητισμό συναισθήματα αγάπης: ~ος: εναγκαλισμός. ~α: προσευχή/πρόσκληση/συζήτηση/συνάντηση/υποδοχή/φιλοξενία/χειραψία. ~ο: καλωσόρισμα. ~ες: σχέσεις. ~α: χαμόγελα. (σε επιστολές) Με ~ες ευχαριστίες/ευχές. Με ~ους χαιρετισμούς. Ο διάλογος/η συνάντηση διεξήχθη σε ~ο κλίμα/~α ατμόσφαιρα. Είναι ένας ανοιχτός και ~ άνθρωπος (= ανοιχτόκαρδος). Πβ. διαχυτ-, φιλ-ικός, ένθερμος, ζεστός, θερμός. ΑΝΤ. κρύος, τυπικός, ψυχρός.|| (ΒΟΤ.) ~ο ξύλο (: το εσωτερικό τμήμα του κορμού των δέντρων). ● επίρρ.: εγκάρδια & (λόγ.) -ίως ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιακός/εγκάρδιος φίλος βλ. φίλος [< αρχ. ἐγκάρδιος, γαλλ. cordial]
10565εγκαρδιότητα

, α, ο γι-γά-ντι-ος επίθ. & γιγάντειος & γιγαντιαίος 1. που υπερβαίνει κατά πολύ τις συνηθισμένες, κανονικές διαστάσεις· πάρα πολύ μεγάλος (σε μέγεθος): ~ος: κρατήρας. ~α: οθόνη (= γιγαντοοθόνη). ~ο: ανάστημα/άστρο (πβ. νόβα)/κτίσμα (= κυκλώπειο). ~οι: ουρανοξύστες. ~ες: (ΑΣΤΡΟΝ.) μαύρες τρύπες. ~α: κύματα (βλ. τσουνάμι). ΣΥΝ. κολοσσιαίος, πελώριος, τεράστιος, υπερμεγέθης ΑΝΤ. λιλιπούτειος 2. (μτφ.) υπερβολικά μεγάλος (ως προς τη σημασία, τη βαρύτητα, τη δυσκολία): ~ος: αγώνας. ~α: καταστροφή/προσπάθεια. ~ο: εγχείρημα/εμπόδιο/πρόβλημα. ~α βήματα προς τα εμπρός. Πετύχαμε ένα ~ο έργο (πβ. άθλος). Πβ. ηράκλειος, τιτάνιος, υπεράνθρωπος. [< μτγν. γ(ε)ιγάντιος, αγγλ. gigantic]

14253εγκαρδιότητα[ἐγκαρδιότητα] ε-γκαρ-δι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εγκάρδια διάθεση, συμπεριφορά: ανεπιτήδευτη/προσποιητή ~. ~ των κατοίκων/της υποδοχής. Αισθήματα/σχέσεις ~ας. Σε κλίμα ~ας. Τον συνεχάρησαν με ~. Έγιναν δεκτοί με ιδιαίτερη ~. Πβ. διαχυτικ-, φιλικ-ότητα, θέρμη. ΑΝΤ. τυπικότητα (1), ψυχρότητα (1) [< γαλλ. cordialité]
14254εγκαρδιώνω[ἐγκαρδιώνω] ε-γκαρ-δι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εγκαρδίω-σα, εγκαρδιώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): δίνω θάρρος σε κάποιον, του εμπνέω αυτοπεποίθηση, τονώνω το ηθικό του: ~ει τους παίκτες (της ομάδας). ~ει τους άλλους, δίνοντάς τους κουράγιο. Η υποστήριξή σας με ~σε. ΣΥΝ. εμψυχώνω (1), ενθαρρύνω (1) ΑΝΤ. αποκαρδιώνω [< μεσν. εγκαρδιώνω]
14255εγκαρδίωση[ἐγκαρδίωση] ε-γκαρ-δί-ω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): ενθάρρυνση, εμψύχωση. ΑΝΤ. αποκαρδίωση
14256εγκαρδιωτικός, ή, ό [ἐγκαρδιωτικός] ε-γκαρ-δι-ω-τι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που εγκαρδιώνει: Είναι ~ό το γεγονός ότι ... Ελπιδοφόρο και ~ό μήνυμα. ΣΥΝ. εμψυχωτικός, ενθαρρυντικός ΑΝΤ. αποκαρδιωτικός
14257εγκάρσιος, α, ο [ἐγκάρσιος] ε-γκάρ-σι-ος επίθ. (επιστ.) 1. που τέμνει κάθετα νοητό άξονα: ~ος: οδικός άξονας/κινητήρας/οπλισμός (σκυροδέματος). ~α: διάμετρος/(δια)τομή/διεύθυνση/δοκός/ευστάθεια/θέση/κλίση/µετατόπιση/προβολή/τοποθέτηση. ~ο: επίπεδο/σχήμα/φορτίο. ~οι: διάδρομοι. ~ες: γραμμές/διαστάσεις/δυνάμεις. ~α: διαφράγµατα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ο: κόλον. ~ες: απoφύσεις. ~α: κατάγματα. ΑΝΤ. διαμήκης 2. (μτφ.-επίσ.) που χρησιμοποιεί, καλύπτει ή αφορά πολλούς τομείς ή τεχνικές: ~α: δράση. ~ες: δεξιότητες. ~α: μέτρα. ~ες ενέργειες με στόχο την προώθηση της ηλεκτρονικής μάθησης στην Ευρώπη. Πβ. διαθεματικός. ● επίρρ.: εγκάρσια & (λόγ.) -ίως: συνήθ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: εγκάρσια κύματα βλ. κύμα [< αρχ. ἐγκάρσιος ‘λοξός, πλάγιος’, γαλλ. transversal]
14258εγκαρτέρηση[ἐγκαρτέρηση] ε-γκαρ-τέ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπομονετική αντιμετώπιση δυσάρεστων καταστάσεων και γεγονότων: ήρεμη/σιωπηλή/χριστιανική ~. ~ στην αρρώστια/στον πόνο. Μήνυμα ελπίδας και ~ης. Πβ. καρτερία, καρτερικ-, στωικ-ότητα. [< μεσν. εγκαρτέρησις]
14259έγκατα[ἔγκατα] έ-γκα-τα ουσ. (ουδ.): τα εσώτατα και βαθύτατα μέρη: στα ~ της αβύσσου/του ηφαιστείου/του κόσμου. Κατάβαση στα ~ της Γης (βλ. σπλάχνα). Αναδύεται/βγαίνει από τα ~ του πλανήτη.|| (μτφ.) Στα ~ του Άδη/της καρδιάς/του νου/της ύπαρξης/της ψυχής (πβ. εσώψυχα, μύχια). ΣΥΝ. κατάβαθα, τρίσβαθα [< αρχ. ἔγκατα]
14260εγκαταβιώνω[ἐγκαταβιώνω] ε-γκα-τα-βι-ώ-νω ρ. (αμτβ.) & εγκαταβιώ {-βιοί, -βιούν}: ΕΚΚΛΗΣ. (για μοναχό, ασκητή) ζω σε μοναστήρι, μονάζω, ασκητεύω: Στη Μονή ~ει γυναικεία αδελφότητα.|| (μτφ.) Η Θεία Χάρη ~ει στους πιστούς. [< μτγν. ἐγκαταβιῶ]
14261εγκαταβίωση[ἐγκαταβίωση] ε-γκα-τα-βί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. διαμονή, διαβίωση μοναχού σε μοναστήρι: ~ σε Μονή του Αγίου Όρους.
14262εγκαταλείπω[ἐγκαταλείπω] ε-γκα-τα-λεί-πω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {εγκατέλει-ψα, εγκαταλεί-ψει, -φθηκα, -φθεί, εγκαταλειμμένος (λόγ.) εγκαταλελειμμένος, εγκαταλείπ-οντας} (λόγ.) 1. αφήνω οριστικά κάποιον ή κάτι με το(ν) οποίο θα έπρεπε να ασχοληθώ, παύω να βοηθώ, να υποστηρίζω κάποιον ή να χρησιμοποιώ κάτι: ~ την οικογένειά/το παιδί/το σπίτι/την ή τον σύζυγό μου (πβ. απαρνούμαι, χωρίζω). ~ψε το θύμα του αβοήθητο. Οι σύμμαχοί/σύντροφοί του τον ~ψαν (πβ. παραπετώ). Οι δυνάμεις μου με ~ψαν (= είμαι εξαντλημένος, αδύναμος). Η τύχη τον ~ψε (= ήταν άτυχος). ~ψαν τον αγώνα/τις έρευνες/τη θέση τους/το καθήκον/τη σκοπιά. ~ κάθε ελπίδα (= αποχαιρετώ)/την ενεργό δράση (= αποσύρομαι)/την επαγγελματική μου δραστηριότητα/την προσπάθεια/τις συνήθειές μου/τις συνομιλίες/ένα σχέδιο/τις φιλοδοξίες μου (= παραιτούμαι από). Το εγχείρημα/το έργο/το ζήτημα/η ιδέα/η μέθοδος/η υπόθεση έχει ~φθεί. Οι δράστες ~ψαν (= παράτησαν) το κλεμμένο όχημα. Ο αθλητής ~ψε στον πρώτο γύρο (= σταμάτησε). Η ύπαιθρος έχει ~φθεί από την Πολιτεία (πβ. παραμελώ). Ας ~ψουν τις στείρες αντιπαραθέσεις. 2. απομακρύνομαι από ένα μέρος, φεύγω οριστικά (συνήθ. για να γλιτώσω): ~ την πόλη/τη χώρα. ~ψε τη γενέτειρά/την πατρίδα του. ~ψαν (πανικόβλητοι) τις οικίες τους/τον τόπο του δυστυχήματος. Το χωριό ~εται (= αδειάζει, ερημώνει). ● ΦΡ.: απαρνούμαι τα εγκόσμια/τον κόσμο βλ. εγκόσμιος, αφήνω/εγκαταλείπω/παρατώ κάποιον/κάτι στην τύχη/στη μοίρα του βλ. τύχη [< αρχ. ἐγκαταλείπω, γαλλ. abandonner]
14263εγκατάλειψη[ἐγκατάλειψη] ε-γκα-τά-λει-ψη ουσ. (θηλ.): το να εγκαταλείπει, να παρατά κανείς κάποιον ή κάτι, να αδιαφορεί για αυτό(ν): ερωτική ~. ~ ανηλίκων/εργασίας/θέσης/της οικογένειας (από τον πατέρα). Εγκληματική ~ θύματος σε τροχαίο ατύχημα. Αναγκαστική ~ αεροσκάφους/του οχήματος. Διαταγή ~ης του πλοίου. ~ της πόλης από τους κατοίκους (πβ. ερήμωση). ΑΝΤ. παραμονή.|| Σχολική ~ (πβ. διαρροή). Οριστική/προσωρινή ~ του αγώνα/των ερευνών/της προσπάθειας/του στόχου (της εξοικονόμησης ενέργειας)/του σχεδίου. ΑΝΤ. ολοκλήρωση, περάτωση, συνέχιση.|| ~ των πυρόπληκτων. Οικονομική/ολοκληρωτική ~ της υπαίθρου. Πλήρης ~ της περιοχής. Μαρασμός και ~. Αίσθηση/εικόνες ~ης. Πβ. αδιαφορία, παραμέληση. ● ΦΡ.: εγκατάλειψη συζυγικής στέγης: ΝΟΜ. διακοπή της έγγαμης συμβίωσης με την αποχώρηση του ενός συζύγου από την κοινή κατοικία. [< μτγν. ἐγκατάλειψις, γαλλ. abandon]
14264εγκαταλελειμμένος, η, ο [ἐγκαταλελειμμένος] ε-γκα-τα-λε-λειμ-μέ-νος επίθ. (λόγ.) & εγκαταλειμμένος: που έχει εγκαταλειφθεί: ~ος: οικισμός. ~η: γη. ~ο: αυτοκίνητο/βρέφος/κτίριο/σπίτι/χωριό (= ακατοίκητο). ~ες: εγκαταστάσεις. ~α: ζώα (= αδέσποτα)/παιδιά. Είναι/νιώθει ~ από Θεό και ανθρώπους/από την Πολιτεία. Μόνος, ~ και έρημος (πβ. παντέρημος). Ζουν ~οι σε άθλιες συνθήκες (= παραπεταμένοι). [< αρχ. ἐγκαταλελειμμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἐγκαταλείπω, γαλλ. abandonné]
14265εγκατασπείρω[ἐγκατασπείρω] ε-γκα-τα-σπεί-ρω ρ. (μτβ.) {εγκατέσπειρ-ε, εγκατεσπαρ-μένος} (επίσ.): (κυρ. μτφ.) σκορπίζω, διασπείρω, διασκορπίζω: ~ε τη διχόνοια/το μίσος.|| Μικρά νησιά που βρίσκονται ~μένα στο Αιγαίο. ● βλ. εγκατεσπαρμένος [< μτγν. ἐγκατασπείρω]
14266εγκαταστάθηκαβλ. εγκαθιστώ
14267εγκατασταίνω[ἐγκατασταίνω] ε-γκα-τα-σταί-νω ρ. (λαϊκό): εγκαθιστώ.
14268εγκατάσταση[ἐγκατάσταση] ε-γκα-τά-στα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μόνιμη συνήθ. τοποθέτηση εξοπλισμού, μηχανημάτων, συσκευών σε ορισμένο σημείο και συνεκδ. ο αντίστοιχος εξοπλισμός ή σύστημα: σωστή ~. ~ δικτύου/κεραίας/κλιματιστικού/οργάνου/σταθμού. Τεχνικός ~ης.|| Μεγαφωνική/μικροφωνική/υδραυλική ~. ~ αυτόνομης θέρμανσης. Εσωτερικές/θερμικές/ψυκτικές ~άσεις. Έλεγχος λειτουργίας/σχεδιασμός ~άσεων. Πβ. μονάδα. ΑΝΤ. απεγκατάσταση (2) 2. ΠΛΗΡΟΦ. προσθήκη λογισμικού σε ηλεκτρονικό υπολογιστή: αυτόματη/πλήρης/προσαρμοσμένη ~. ~ γραμματοσειράς/λειτουργικού/ντράιβερ/προγράμματος. Κάνω/ξεκινώ την/προχωρώ στην ~. Διαδικασία/ολοκλήρωση/πρόγραμμα ~ης. Οδηγίες γρήγορης ~ης. Κόστος ~ης-ενεργοποίησης. ΑΝΤ. απεγκατάσταση (1) 3. (για πρόσ.) διαμονή σε ορισμένο τόπο· κατ' επέκτ. τοποθέτηση, συνήθ. ανώτατου λειτουργού, σε θέση, αξίωμα: αγροτική/αστική/μόνιμη/παράνομη/προσωρινή ~. ~ μεταναστών/προσφύγων. Βλ. κατοικία.|| (μτφ.) Τελετή ~ης της νέας Δημοτικής Αρχής/του νέου Προέδρου.|| (ΝΟΜ.) ~ κληρονόμου (: ορισμός του από τον διαθέτη). 4. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. έργο τέχνης που αποτελείται από στοιχεία συνδεδεμένα ή όχι μεταξύ τους και τοποθετημένα σε συγκεκριμένο χώρο: γλυπτική/εικαστική ~. ~-αναπαράσταση περιβάλλοντος.εγκαταστάσεις (οι): χώρος, κτίριο ή συγκρότημα κτιρίων με κατάλληλο εξοπλισμό, μηχανήματα για συγκεκριμένη χρήση: άνετες/πολυτελείς/σύγχρονες ~. Αθλητικές/βιομηχανικές (πβ. βιομηχανία, εργοστάσιο)/δορυφορικές/ιδιόκτητες/κεντρικές/λιμενικές/ξενοδοχειακές (πβ. ξενοδοχείο)/πάγιες/Ολυμπιακές/πυρηνικές/στρατιωτικές (πβ. στρατόπεδο)/τεχνικές/τηλεπικοινωνιακές/τουριστικές/υπαίθριες ~. ~ παραγωγής ενέργειας (πβ. σταθμός). ● ΣΥΜΠΛ.: οδηγός εγκατάστασης: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που διευκολύνει την εγκατάσταση προγραμμάτων στον υπολογιστή. ΣΥΝ. εγκαταστάτης (2), ηλεκτρικές εγκαταστάσεις βλ. ηλεκτρικός [< μεσν. εγκατάστασις, γαλλ. établissement, installation 4: αμερικ. installation, 1969]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.