| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14269 | εγκαταστάτης | [ἐγκαταστάτης] ε-γκα-τα-στά-της ουσ. (αρσ.) {εγκαταστατ-ών} 1. (επίσ.) πρόσωπο που αναλαμβάνει την εγκατάσταση εξοπλισμού, συστήματος: εξουσιοδοτημένος/επαγγελματίας ~. Ηλεκτρολόγος/υδραυλικός-~. ~ και συντηρητής βάσεων δεδομένων (βλ. αντμινιστρέιτορ). ~ες ανελκυστήρα/κεραιών/μηχανημάτων/συστημάτων (ασφαλείας)/φυσικού αερίου. 2. ΠΛΗΡΟΦ. οδηγός εγκατάστασης. [< αγγλ. installer] | |
| 14270 | εγκαταστήσω | βλ. εγκαθιστώ | |
| 14271 | εγκατεσπαρμένος | , η, ο [ἐγκατασπαρμένος] ε-γκα-τε-σπαρ-μέ-νος επίθ. {συνηθέστ. στον πληθ.} & εγκατασπαρμένος: που έχει διασκορπιστεί, που τον έχουν εγκατασπείρει: ~ες: διατάξεις/επιχειρήσεις. ~α: πτώματα. Άρθρα/σχέδια ~α (= διάσπαρτα) σε περιοδικά και εφημερίδες. Κτίσματα λαϊκής αρχιτεκτονικής ~α σε όλη τη χώρα. ● βλ. εγκατασπείρω [< μτχ. παθ. παρακ. του μτγν. ρ. ἐγκατασπείρω] | |
| 14272 | εγκατεστημένος | , η, ο [ἐγκατεστημένος] ε-γκα-τε-στη-μέ-νος επίθ. & (προφ.) εγκαταστημένος 1. (για φυσικό ή νομικό πρόσ.) που ζει, μένει ή βρίσκεται κάπου, συνήθ. μόνιμα: ~ος: πληθυσμός. ~οι: ομογενείς/πρόσφυγες. ~ες: εταιρείες. Είναι ~ στο εξωτερικό. Νόμιμα ~ στη χώρα. 2. (για μηχάνημα, συσκευή) που έχει τοποθετηθεί κάπου, συνήθ. μόνιμα: ~ος: εξοπλισμός/σταθμός. ~ο: δίκτυο. ~οι: υπολογιστές. ~ες: κάμερες/κεραίες κινητής τηλεφωνίας. ~α: καλώδια. 3. ΠΛΗΡΟΦ. (για λογισμικό) που έχει εγκατασταθεί σε υπολογιστή: ~ος: εκτυπωτής. ~η: βάση (δεδομένων/χρηστών)/μνήμη. ~ο: πρόγραμμα. ~ες: γραμματοσειρές. ~α: αρχεία/λειτουργικά συστήματα/παιχνίδια. ● βλ. εγκαθιστώ [< 1,2: γαλλ. établi, installé 3: αγγλ. installed] | |
| 14273 | εγκατέστησα | βλ. εγκαθιστώ | |
| 14274 | εγκατοίκηση | [ἐγκατοίκηση] ε-γκα-τοί-κη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): κατοίκηση ή εγκατάσταση σε τόπο: αρχαία/μόνιμη/πρόσφατη ~. ~ του οικισμού. | |
| 14275 | έγκαυμα | [ἔγκαυμα] έ-γκαυ-μα ουσ. (ουδ.) {εγκαύμ-ατος | -ατα}: ΙΑΤΡ. κάκωση των δερματικών συνήθ. ιστών που προκαλείται από επαφή με φωτιά, καυτά αντικείμενα, χημικές ουσίες ή έκθεση σε έντονη ηλιακή ακτινοβολία, ηλεκτρισμό, ραδιενέργεια: ελαφρύ/ηλιακό/θερμικό ~. ~ αμφιβληστροειδούς/κερατοειδούς. Βαριά/εσωτερικά/(καθ)ολικά/πολλαπλά/σοβαρά/ψυχρά (: από πολύ χαμηλή θερμοκρασία· βλ. κρυοπάγημα) ~ατα. ~ατα από ηλεκτροπληξία. ~ατα στα μάτια/στο πρόσωπο/στα χέρια. Αλοιφή/επιθέματα/κρέμες για ~ατα. Πβ. κάψιμο. ● ΦΡ.: έγκαυμα πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού: ΙΑΤΡ. τριμερής κατηγοριοποίηση των εγκαυμάτων με βάση τη σοβαρότητά τους: ~ πρώτου (: επιδερμικό, πβ. ερύθημα)/δευτέρου (: μερικού πάχους δέρματος· επιφανειακό ή βαθύ, πβ. φλύκταινα)/τρίτου (: ολικού πάχους δέρματος· βαθύ, βλ. εσχάρα) βαθμού. [< μτγν. ἔγκαυμα] | |
| 14276 | εγκαυματίας | [ἐγκαυματίας] ε-γκαυ-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): πρόσωπο που έχει υποστεί εγκαύματα: ~ες: από τις πυρκαγιές/πολέμου. Τεχνητό δέρμα για ~ες. | |
| 14277 | εγκαυστικός | , ή, ό [ἐγκαυστικός] ε-γκαυ-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την εγκαυστική: ~ή: εικόνα/ζωγραφική/τέχνη/τεχνική. ~ές: τοιχογραφίες. ● Ουσ.: εγκαυστική (η): αρχαία τεχνική ζωγραφικής κατά την οποία χρωστικές ουσίες αναμειγνύονται με κερί ή με κερί και ρητίνη και το μείγμα αποτυπώνεται (σε ξύλο, μάρμαρο, ελεφαντόδοντο) με τη χρήση πυρωμένου σίδερου ή άλλου μέσου: ~ και αγιογραφία. ~ σε αλουμίνιο/σε λινό/σε χαρτόνι. Η ~ διαδέχτηκε την τεχνική της αβγοτέμπερας. Βλ. χαλκογραφία. [< μτγν. ἐγκαυστικός, γαλλ. encaustique, αγγλ. encaustic] | |
| 14278 | έγκειται | [ἔγκειται] έ-γκει-ται ρ. (αμτβ.) {παρατ. έγκειτο} (+ σε) (απαιτ. λεξιλόγ.): βρίσκεται, εντοπίζεται: Η διαφορά/η επιτυχία/η ουσία μιας τέτοιας μελέτης ~ στο (γεγονός) ότι ... Εδώ ~ η δυσκολία. Σε τι ~ (= συνίσταται) η αξία/πρωτοτυπία τους; Δεν καταλαβαίνω πού ~ η διαφωνία σου. [< αρχ. ἔγκειμαι] | |
| 14279 | εγκεκριμένος | , η, ο [ἐγκεκριμένος] ε-γκε-κρι-μέ-νος επίθ. & (σπάν.-προφ.) εγκριμένος: που έχει επικυρωθεί (από επίσημο φορέα, αρμόδια υπηρεσία), που του έχει δοθεί άδεια (λειτουργίας, άσκησης επαγγέλματος, κυκλοφορίας): ~ος: κατάλογος (φαρμάκων)/λογιστής/οργανισμός/προϋπολογισμός. ~η: αίτηση/απόφαση/δαπάνη/λίστα/μετάφραση (= επίσημη)/πίστωση/πρόταση/τιμή/χρηματοδότηση. ~ο: έργο/κείμενο/(εξεταστικό) κέντρο/μετοχικό κεφάλαιο/ποσό/πρόγραμμα/προϊόν/σχέδιο (πόλης)/χρονοδιάγραμμα. ~οι: αντιπρόσωποι/κανονισμοί. ~ες: εγκαταστάσεις/επενδύσεις/εργασίες/εταιρείες/περιοχές. ~α: δάνεια/δρομολόγια. Πβ. αναγνωρισμένος, έγκυρος, εξουσιοδοτημένος. Βλ. πιστοποιημένος. ● βλ. εγκρίνω | |
| 14280 | εγκέλαδος | [ἐγκέλαδος] ε-γκέ-λα-δος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ. από τον ομώνυμο μυθολογικό γίγαντα): σεισμός: φονικός ~. Θύματα/(καταστροφική) μανία/οργή του ~ου. Ξύπνησε ο ~ με δόνηση 5,4 της κλίμακας Ρίχτερ. Ο ~ μας ταρακούνησε. Ανησυχία/φόβοι για νέο χτύπημα του ~ου. [< αρχ. Ἐγκέλαδος] | |
| 14281 | εγκεφαλ- & εγκεφαλο- | : α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που αναφέρονται στον εγκέφαλο: εγκεφαλο-νωτιαίος.|| Εγκεφαλο-γράφημα/~πάθεια. Eγκεφαλ-ίτιδα. [< διεθν. encephal(o)-, cérébro-] | |
| 14282 | εγκεφαλικό | [ἐγκεφαλικό] ε-γκε-φα-λι-κό ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. αποπληξία 1. ΙΑΤΡ. & εγκεφαλικό επεισόδιο: βλάβη που προκαλείται σε τμήμα του εγκεφάλου λόγω διαταραχής της κυκλοφορίας του αίματος (αιμορραγία, θρόμβωση, εμβολή): αγγειακό/αιμορραγικό/(μη) αναστρέψιμο/βαρύ/ελαφρύ/ήπιο/ισχαιμικό/οξύ/σοβαρό ~ . Πολλαπλά ~ά. Έπαθε/υπέστη ~. Πέρασε ένα ~ που τον άφησε παράλυτο. Βλ. ημιπληγία, ισχαιμία. 2. (μτφ.-προφ.) έντονη και οδυνηρή έκπληξη: Δεν θα το γλιτώσω το ~, να μου το θυμηθείτε! Είμαι στα πρόθυρα ~ού εξαιτίας ... Πβ. κόλπος2, σοκ, ταμπλάς1. | |
| 14283 | εγκεφαλικός | , ή, ό [ἐγκεφαλικός] ε-γκε-φα-λι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με τον εγκέφαλο: ~ός: φλοιός. ~ή: αγγειακή νόσος/αιμορραγία/απεικόνιση (βλ. τομογραφία)/αρτηρία/βλάβη/διάσειση/δομή/δραστηριότητα/(δυσ)λειτουργία/θρόμβωση/ισχαιμία/κάκωση/κοιλότητα/συμφόρηση. ~ό: ανεύρυσμα/επεισόδιο (πβ. εγκεφαλικό)/ημισφαίριο/οίδημα/τραύμα. ~οί: μηχανισμοί/νευρώνες. ~ές: παθήσεις. ~ά: αγγεία/κέντρα/κύτταρα (= νευρώνες)/νεύρα. Βλ. αιματο~, κρανιο~. 2. που βασίζεται σε λογικές διεργασίες και όχι στο συναίσθημα, το βίωμα ή την παρόρμηση: ~ός: άνθρωπος/παίκτης/τύπος (ΑΝΤ. παρορμητ-, συναισθηματ-ικός). ~ή: μουσική/προσέγγιση. ~ό: παιχνίδι. ~ός: έρωτας (πβ. πλατων-, πνευματ-ικός, ΑΝΤ. σαρκικός). Πβ. διανοητικός. ● επίρρ.: εγκεφαλικά: Είναι ~ νεκρός (βλ. εγκεφαλικός θάνατος).|| Γράφει/ερωτεύεται/παίζει ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εγκεφαλικά/κρανιακά νεύρα βλ. νεύρο, εγκεφαλική παράλυση βλ. παράλυση, εγκεφαλικό στέλεχος βλ. στέλεχος, εγκεφαλικός θάνατος βλ. θάνατος, μαλάκυνση (του) εγκεφάλου/εγκεφαλική μαλάκυνση βλ. μαλάκυνση [< γαλλ. cérébral, encéphalique, αγγλ. encephalic] | |
| 14284 | εγκεφαλικότητα | [ἐγκεφαλικότητα] ε-γκε-φα-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του εγκεφαλικού, αυτού που βασίζεται αποκλειστικά στη λογική: ψυχρή ~. ~ της γεωμετρίας/των σεναρίων. Ισορροπία μεταξύ ~ας και συναισθήματος. Βλ. νοησιαρχία, -ότητα. [< γαλλ. cérébralité] | |
| 14285 | εγκεφαλίνη | [ἐγκεφαλίνη] ε-γκε-φα-λί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. οικογένεια φυσικών, ενδογενών οπιοειδών πεπτιδίων με αναλγητική δράση. Βλ. ενδορφίνες, νευροπεπτίδιο, σεροτονίνη, -ίνη. [< αγγλ. enkephalin, 1975, γαλλ. enképhaline, 1975] | |
| 14286 | εγκεφαλίτιδα | [ἐγκεφαλίτιδα] ε-γκε-φα-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του εγκεφάλου: επιδημική/ερπητική/ιαπωνική/ιογενής/πρωτογενής/δευτερογενής/οξεία ~. Μηνιγγίτιδα-~. Βλ. παρ~, πολιο~, -ίτιδα. [< γαλλ. encéphalite, αγγλ. encephalitis] | |
| 14287 | εγκεφαλογράφημα | [ἐγκεφαλογράφημα] ε-γκε-φα-λο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. γραφική απεικόνιση της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου για διαγνωστικούς σκοπούς: μαγνητικό ~. ~ ύπνου. ~ατα επιληπτικών. Βλ. -γράφημα. ΣΥΝ. ηλεκτροεγκεφαλογράφημα [< αγγλ. encephalogram, 1928, encephalograph, 1934, γαλλ. encéphalogramme, 1946] | |
| 14288 | εγκεφαλομυελίτιδα | [ἐγκεφαλομυελίτιδα] ε-γκε-φα-λο-μυ-ε-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού: αυτοάνοση/διάσπαρτη/(μετα)λοιμώδης/μυαλγική/οξεία διάχυτη ~. Ιός της (αιμοπηκτικής) ~ας. [< αγγλ. encephalomyelitis, 1908, γαλλ. encéphalomyélite, 1971] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ