| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14289 | εγκεφαλονωτιαίος | , α, ο [ἐγκεφαλονωτιαῖος] ε-γκε-φα-λο-νω-τι-αί-ος επίθ.: ΙΑΤΡ. που έχει σχέση με τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό: ~ο: (νευρικό) σύστημα. ~α: αντανακλαστικά/γάγγλια/κέντρα. Επιδημική ~α μηνιγγίτιδα. ● ΣΥΜΠΛ.: εγκεφαλονωτιαίο υγρό: που κυκλοφορεί μεταξύ εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού και διατηρεί ομοιόμορφη την πίεσή τους. [< γαλλ. cérébrospinal] | |
| 14290 | εγκεφαλοπάθεια | [ἐγκεφαλοπάθεια] ε-γκε-φα-λο-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κάθε εκφυλιστική νόσος του εγκεφάλου: αρτηριοσκληρωτική/ηπατική/μεταβολική/οξεία/παιδική/τοξική/υπερτασική ~. Βλ. -πάθεια. ● ΣΥΜΠΛ.: σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια: ΙΑΤΡ. θανατηφόρα εκφυλιστική νόσος που προσβάλλει το κεντρικό νευρικό σύστημα ζώων, αλλά και ανθρώπων: ~ ~ των βοοειδών (ΣΥΝ. ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων). (σπανιότ.) ~ ~ των αιγοπροβάτων (ΣΥΝ. τρομώδης νόσος).|| Μετάδοση της ~ους ~ας στον άνθρωπο. [< αγγλ. spongiform encephalopathy, 1960] [< γαλλ. encéphalopathie, αγγλ. encephalopathy] | |
| 14291 | εγκέφαλος | [ἐγκέφαλος] ε-γκέ-φα-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνηθέστ.) -άλου} 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. το ανώτερο ενδοκρανιακό τμήμα του κεντρικού νευρικού συστήματος των σπονδυλωτών που ελέγχει και συντονίζει τις φυσιολογικές λειτουργίες (όπως αναπνοή, κίνηση των μυών), ερμηνεύει τα ερεθίσματα των αισθήσεων και αποτελεί την έδρα των συνειρμών, των ενστίκτων, της μάθησης και -ιδ. για τον άνθρωπο- της συνείδησης: ανθρώπινος/διάμεσος (πβ. διεγκέφαλος)/μέσος (πβ. μεσεγκέφαλος)/οπίσθιος (βλ. παρεγκεφαλίδα)/πρόσθιος/ρομβοειδής/τελικός ~. Η γέφυρα/τα ημισφαίρια (αριστερό, δεξιό)/τα κέντρα/οι κοιλίες/τα κύτταρα/οι λοβοί (βρεγματικός, κροταφικός)/οι νευρώνες/η (λευκή/φαιά) ουσία/ο φλοιός του ~ου. Ατροφία/διάσειση/εκφυλιστική νόσος (πβ. πάρκινσον)/εμφύτευμα (πβ. τσιπ)/κακώσεις/μαγνητική τομογραφία/πλαστικότητα (: η εγγενής ιδιότητα συνεχούς αναδόμησης)/φλεγμονή (πβ. εγκεφαλίτιδα)/(νευρο)φυσιολογία/χαρτογράφηση του ~άλου. Εγχείρηση/όγκος στον ~ο. Ο ~ αντιδρά/αποκρίνεται/δίνει εντολή-σήμα/ενεργοποιείται.|| Τεχνητοί ~οι (πβ. ρομπότ) και νευρωνικά δίκτυα. Πβ. μυαλό, νους. Βλ. νευρο-διαβιβαστής, -επιστήμες, νωτιαίος μυελός, τεχνητή νοημοσύνη. 2. (μτφ., συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) πρόσωπο που διαδραματίζει καθοδηγητικό, αρχηγικό ρόλο σε ένα εγχείρημα: Ελεύθερος παραμένει/συνελήφθη ο ~ της απαγωγής/της δολοφονίας/της (βομβιστικής) επίθεσης. Επιχειρηματικοί/οικονομικοί/στρατιωτικοί ~οι. Στα χέρια των Αρχών οι ~οι της κομπίνας/του κυκλώματος/της οργάνωσης/της σπείρας/της συμμορίας. Βλ. εμπνευστής, οργανωτής, σχεδιαστής. ΣΥΝ. ιθύνων νους 3. (συνεκδ.) χαρακτηρισμός προσώπου σε σχέση με τον τρόπο σκέψης, τη νοοτροπία του: Μόνο ένας αρρωστημένος/νοσηρός/πειραγμένος/σατανικός ~ θα μπορούσε να σχεδιάσει κάτι τέτοιο!|| (ειρων.) Ποιος φαεινός ~ (= ανεγκέφαλος άνθρωπος) είχε αυτή την ιδέα;|| (θετ. συνυποδ.) Είναι ~ στα μαθηματικά (= διάνοια, ιδιοφυΐα). Οι μεγάλοι ~οι της ιστορίας. Πβ. μυαλό. ● ΣΥΜΠΛ.: διαρροή εγκεφάλων/επιστημόνων: μετανάστευση επιστημόνων, ερευνητών, ειδικευμένου δυναμικού σε χώρες με καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες ή γενικότ. συνθήκες ζωής. Βλ. κινητικότητα. [< αμερικ. brain drain, 1960, γαλλ. ~, περ. 1960] , ηλεκτρονικός εγκέφαλος ΗΛΕΚΤΡΟΝ.-ΠΛΗΡΟΦ. 1. ηλεκτρονικό σύστημα που ελέγχει και συντονίζει τις λειτουργίες μηχανημάτων ή εξαρτημάτων: ~ ~ του αυτοκινήτου. Βλ. ελεγκτής, μικροεπεξεργαστής. 2. (παλαιότ.) ηλεκτρονικός υπολογιστής. [< αγγλ. electronic brain, 1945] , μαλάκυνση (του) εγκεφάλου/εγκεφαλική μαλάκυνση βλ. μαλάκυνση, μεταιχμιακό σύστημα (του εγκεφάλου) βλ. μεταιχμιακός, πλύση εγκεφάλου βλ. πλύση ● ΦΡ.: γανώνω το κεφάλι/τον εγκέφαλο/τα μυαλά/τ' αυτιά κάποιου βλ. γανώνω, έχει κάλο στον εγκέφαλο βλ. κάλος [< αρχ. ἐγκέφαλος, γαλλ. cerveau, αγγλ. brain] | |
| 14292 | εγκιβωτίζω | [ἐγκιβωτίζω] ε-γκι-βω-τί-ζω ρ. (μτβ.) {εγκιβώτι-σε, -σει, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος} 1. ΤΕΧΝΟΛ. απομονώνω κάτι, για να θεμελιώσω ή να προστατεύσω τεχνικό έργο, κατασκευή: Η ροή του χειμάρρου έχει ~στεί σε μπετόν αρμέ. Αγωγός ~σμένος στα θεμέλια του κτιρίου. ~σμένη: κοίτη (ποταμού). ~σμένο: σκυρόδεμα. 2. ΛΟΓΟΤ. εντάσσω αφήγηση μέσα σε μια άλλη: ~σμένη: αφήγηση. 3. (επίσ.) τοποθετώ κάτι σε κιβώτιο: Άγαλμα που έχει συσκευασθεί και ~σθεί. ~σμένα: εμπορεύματα. Πβ. αμπαλ-, πακετ-άρω. [< γαλλ. encaisser] | |
| 14293 | εγκιβωτισμός | [ἐγκιβωτισμός] ε-γκι-βω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. απομόνωση (αντικειμένου, τμήματος έργου ή πυθμένα) που γίνεται για τη θεμελίωση ή προστασία τεχνικών έργων, κατασκευών: τεχνητός/τσιμεντένιος ~. ~ αγωγού/ρέματος/σωληνώσεων. ~ με σκυρόδεμα/εντός αναχωμάτων. 2. ΛΟΓΟΤ. ένθεση αυτοτελούς αφηγηματικής ενότητας σε αφήγηση: μεταμοντέρνος ~. Βλ. in medias res. 3. (επίσ.) τοποθέτηση αντικειμένου σε κιβώτιο: ~ του αρχειακού υλικού. Αυτόματος ~ πακέτων. Μηχανές ~ού. Ολοκληρωμένη μονάδα ~ού φιαλών. Πβ. αμπαλάρ-, πακετάρ-ισμα, συσκευασία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. encaissement] | |
| 14294 | έγκλειση | [ἔγκλειση] έ-γκλει-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): εγκλεισμός. [< μεσν. έγκλεισις] | |
| 14295 | έγκλεισμα | [ἔγκλεισμα] έ-γκλει-σμα ουσ. (ουδ.) {εγκλείσμ-ατα}: ΟΡΥΚΤ. ξένο σώμα (σε αέρια, υγρή ή στερεή μορφή) εγκλωβισμένο σε ορυκτά: κυλινδρικό ~. Αγώγιμα/μη μεταλλικά/ρευστά/φυσικά ~ατα. ~ατα γυαλιού/μικροκρυστάλλων/χαλαζία/χώματος. [< γαλλ.-αγγλ. inclusion] | |
| 14296 | εγκλεισμός | [ἐγκλεισμός] ε-γκλει-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): περιορισμός, απομόνωση κάποιου σε κλειστό χώρο, για λόγους θεραπείας ή σωφρονισμού: ακούσιος/αναγκαστικός/ισόβιος/ποινικός ~. ~ σε άσυλο/ίδρυμα/φυλακή (βλ. κάθειρξη, φυλάκιση)/ψυχιατρείο. ~ κρατουμένων/ζώων.|| ~ σε μοναστήρι.|| (ΨΥΧΟΛ.) Σύνδρομο ~ού.|| (ΙΑΤΡ.) ~ δοντιών (: που είναι έγκλειστα).|| (ΜΑΘ.) Αρχή ~ού-αποκλεισμού. [< μτγν. ἐγκλεισμός ‘κλείσιμο, απαγόρευση εξόδου από τη Μονή’, γαλλ. inclusion] | |
| 14297 | έγκλειστος | , η, ο [ἔγκλειστος] έ-γκλει-στος επίθ./ουσ. {-ου (λόγ.) -είστου} (λόγ.) 1. πρόσωπο που εγκλείεται: ~οι: ασθενείς.|| (ως ουσ.) Πρώην ~. ~ σε νευρολογική/ψυχιατρική κλινική (πβ. τρόφιμος). Βρίσκεται/παρέμεινε ~η στις φυλακές (πβ. κρατούμενος, φυλακισμένος).|| (μτφ.) ~ στον εαυτό του. 2. ΙΑΤΡ. (για δόντι) που εμποδίζεται από τα διπλανά δόντια ή το οστό της γνάθου, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πάρει τη θέση του ή να ανατείλει στο στόμα: ~ος: φρονιμίτης. ~οι: κυνόδοντες. [< 1: μτγν. ἔγκλειστος 2: γαλλ. inclus] | |
| 14298 | εγκλείστρα | [ἐγκλείστρα] ε-γκλεί-στρα ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. κλειστός χώρος, συνήθ. σπήλαιο, στον οποίο αποσύρονται οι μοναχοί για πλήρη απομόνωση. Βλ. ασκη-, ερημη-τήριο. [< μτγν. ἐγκλείστρα] | |
| 14299 | εγκλείω | [ἐγκλείω] ε-γκλεί-ω ρ. (μτβ.) {ενέκλει-σα, εγκλεί-σει, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, (μτχ. εγκλεισθ-είς), εγκλει-σμένος (λόγ.) εγκεκλει-σμένος, εγκλεί-οντας} (επίσ.) 1. κλείνω, περιορίζω κάποιον σε κλειστό χώρο για λόγους θεραπείας ή σωφρονισμού: ~στηκε σε άσυλο/ίδρυμα απεξάρτησης.|| Είχε ~στεί (= φυλακιστεί) για ειδεχθή φόνο.|| ~στηκε σε Μονή. 2. {στο γ' πρόσ.} περικλείω, (εμ)περιέχω, περιλαμβάνω: (επιστ.) Σχηματισμοί που ~ουν απολιθώματα. Ιστός ~σμένος σε παραφίνη. Βλ. ενθυλακώνει.|| (μτφ.) Ασθένειες που ~ουν κίνδυνο επιδηµίας. Κείμενα που ~ουν παιδαγωγικές ιδέες. 3. (σπανιότ.) εσωκλείω: Τα ψηφοδέλτια ~ονται σε σφραγισμένους φακέλους. [< αρχ. ἐγκλείω] | |
| 14300 | έγκλημα | [ἔγκλημα] έ-γκλη-μα ουσ. (ουδ.) {εγκλήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΝΟΜ. άδικη πράξη ή παράλειψη καθήκοντος που τιμωρείται από τον νόμο· ειδικότ. ανθρωποκτονία: αυτόφωρο ~. ~ βίας/μίσους/πάθους. ~ κατά της ζωής/της ιδιοκτησίας/της φύσης (= οικολογικό ~). ~ εκ προμελέτης/εξ αμελείας/με δόλο/με πρόθεση. Το ~ της αρχαιοκαπηλίας/του εμπρησμού/της εσχάτης προδοσίας/της σεξουαλικής κακοποίησης. Καταδικάστηκε/κατηγορείται για ~. (Ηθικός) αυτουργός/διαλεύκανση/εκδίκαση/ένοχος/εξιχνίαση/θύμα/κίνητρα/μάρτυρες/παραγραφή/πρόληψη/καταστολή/τέλεση ~ατος. Συνεργοί στο ~. Βασικά/θρησκευτικά/οικονομικά (βλ. φοροδιαφυγή)/ρατσιστικά ~ατα. Αποκαλύπτω/διαπράττω/ομολογώ/σκεπάζω ένα ~. Στα ίχνη του ~ατος. ~ σε βαθμό κακουργήματος. Βλ. πλημμέλημα, πταίσμα.|| Άγριο/αποτρόπαιο/ειδεχθές/πρωτοφανές/στυγερό/φρικιαστικό ~. ~ εν ψυχρώ. Βασικός ύποπτος για το ~. (ως παραθετικό σύνθ.) ~-μυστήριο (= μυστηριώδες). Πβ. δολοφονία, φόνος. ΣΥΝ. εγκληματική ενέργεια (1) 2. (μτφ.-εμφατ.) ενέργεια που θεωρείται απαράδεκτη· λάθος, συνήθ. με πολύ δυσάρεστες συνέπειες: ~ κατά/σε βάρος του λαού. Μέγιστο/έσχατο ~. Είναι ~ να λέω τη γνώμη μου ξεκάθαρα; ● ΣΥΜΠΛ.: διαρκές έγκλημα: ΝΟΜ. του οποίου η ενέργεια συνεχίζεται και μετά την τέλεσή του, π.χ. αρπαγή ανηλίκου· κατ' επέκτ. που δεν παραγράφεται λόγω των σοβαρών του συνεπειών: ~ ~ κατά του περιβάλλοντος., εγκλήματα πολέμου: που διαπράττονται κατά τη διάρκεια πολέμου, παραβιάζοντας διεθνείς συμβάσεις (π.χ. βασανιστήρια αιχμαλώτων). [< αγγλ. war crimes, 1906] , ηλεκτρονικό έγκλημα & ηλεκτρονική εγκληματικότητα: ΔΙΑΔΙΚΤ. κάθε αξιόποινη πράξη που τελείται μέσω υπολογιστή ή δικτύου: κράκερ/χάκερ και ~ ~. Πάταξη του ~ού ~ατος. Υπηρεσία Δίωξης ~ού ~ατος. Βλ. δικτυοπειρατεία, ηλεκτρονικό εμπόριο. ΣΥΝ. κυβερνοέγκλημα [< αγγλ. electronic/e- crime] , οργανωμένο έγκλημα: εγκληματικές οργανώσεις ή/και η παράνομη δραστηριότητά τους: διασυνοριακό/διεθνές ~ ~. Τα δίκτυα/τα κυκλώματα/οι νονοί του ~ου ~ατος. Το εμπόριο ανθρώπων ως μορφή ~ου ~ατος. Βλ. μαφία, συμμορία, τρομοκρατία, υπόκοσμος. [< αγγλ. organized crime, 1929] , πειστήρια του εγκλήματος: αποδεικτικά στοιχεία για τη διάπραξή του: Εξαφάνισε/ψάχνει για τα ~ ~. Τα ~ ~ εξετάζονται στο εγκληματολογικό εργαστήριο. Πβ. τεκμήριο., πολιτικό έγκλημα/αδίκημα: κάθε πράξη που παραβιάζει την έννομη λειτουργία ή την οργάνωση ενός κράτους., στιγμιαίο έγκλημα: ΝΟΜ. έγκλημα που ολοκληρώνεται τη στιγμή που τελείται. Βλ. φόνος., τόπος του εγκλήματος: το σημείο όπου διαπράχθηκε ένα έγκλημα: Εξέταση/έρευνα στον ~ο ~. Συνελήφθη στον ~ο ~. Ο δολοφόνος γυρνάει/επιστρέφει πάντα στον ~ο ~., αναπαράσταση (του) εγκλήματος βλ. αναπαράσταση, έγκλημα καθοσιώσεως βλ. καθοσίωση, ιδιώνυμο αδίκημα/έγκλημα βλ. αδίκημα, οικονομικό έγκλημα βλ. οικονομικός, σώμα του εγκλήματος βλ. σώμα ● ΦΡ.: έγκλημα και τιμωρία: σε περιπτώσεις που μια αξιόποινη πράξη τιμωρείται τελικά με δίκαιο και παραδειγματικό τρόπο., έγκλημα κατά της ανθρωπότητας : κτηνώδης, ανήθικη πράξη (π.χ. εξολόθρευση ή υποδούλωση) σε βάρος ολόκληρου πληθυσμού ή τμήματός του για φυλετικούς, θρησκευτικούς ή άλλους λόγους. Βλ. γενοκτονία, ολοκαύτωμα., εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας: ΝΟΜ. βιασμός, αποπλάνηση ανηλίκου, σεξουαλική κακοποίηση: ~ ~ και εγκλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής., αποδοχή προϊόντων εγκλήματος βλ. αποδοχή, εγκλήματα κατά των ηθών βλ. ήθος [< αρχ. ἔγκλημα ‘κατηγορητήριο, μήνυση’, γαλλ.-αγγλ. crime] | |
| 14301 | εγκληματίας | [ἐγκληματίας] ε-γκλη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {εγκληματι-ών} 1. πρόσωπο που διέπραξε έγκλημα: αδίστακτος/βίαιος/διαβόητος/ειδεχθής/επικίνδυνος/ηλεκτρονικός/καταζητούμενος/κοινός/παρανοϊκός/σεσημασμένος/στυγερός/στυγνός ~. Δίωξη/έκδοση/σύλληψη/υπόθαλψη ~α. Οικονομικοί/οργανωμένοι ~ες. ~ες του κοινού ποινικού δικαίου/του κυβερνοχώρου. Σπείρες/συμμορίες ~ών. Πβ. κακοποιός, κακούργος. Βλ. γκάνγκστερ, δολοφόνος, φονιάς. 2. (μτφ.-εμφατ.) πρόσωπο που, κατά τη γνώμη του ομιλητή, διαπράττει κάτι ιδιαίτερα απαράδεκτο από ιδεολογική και ηθική άποψη: Τους θεωρώ ~ες, εντελώς ανίκανους. ● ΣΥΜΠΛ.: εγκληματίας πολέμου βλ. πόλεμος [< γαλλ. criminel] | |
| 14302 | εγκληματικός | , ή, ό [ἐγκληματικός] ε-γκλη-μα-τι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με το έγκλημα ή τον εγκληματία: ~ός: μηχανισμός/χαρακτήρας. ~ή: δράση/επίθεση/οργάνωση/πράξη/πρόθεση/φύση. ~ό: δίκτυο/έργο/μυαλό/σχέδιο. ~ές: ομάδες/τάσεις. ~ά: γεγονότα/ένστικτα/κίνητρα. Πβ. δολοφονικός. Βλ. αντ~. 2. που έχει αρνητικές, βλαπτικές, ολέθριες συνέπειες: ~ός: χειρισμός. ~ή: άγνοια/αδιαφορία/αδράνεια/αμέλεια/επιπολαιότητα/ολιγωρία/παράλειψη/πολιτική. ~ό: λάθος. ~οί: βομβαρδισμοί. ~ές καταστροφές του φυσικού περιβάλλοντος. Πβ. ανεπίτρεπτος, απαράδεκτος. ● επίρρ.: εγκληματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εγκληματική ενέργεια 1. έγκλημα: Σε ~ ~ αποδίδεται ο θάνατος του ... 2. πράξη που έχει ολέθριες συνέπειες: ~ ~ που έπληξε την οικονομία της χώρας. [< αρχ. ἐγκληματικός 'κατηγορητικός', μεσν. εγκληματική δίκη, γαλλ. criminel] | |
| 14303 | εγκληματικότητα | [ἐγκληματικότητα] ε-γκλη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): διάπραξη εγκλημάτων και ιδ. το σύνολο των εγκλημάτων που εκδηλώνονται σε μια κοινωνία: διαδικτυακή/διεθνής/οικονομική/οργανωμένη/παιδική (βλ. παραβατικότητα) ~. ~ των εφήβων/των νέων. ~ στον κυβερνοχώρο/στα μεγάλα αστικά κέντρα/στα σχολεία. Αντιμετώπιση/αύξηση/έκρηξη/έξαρση/καταπολέμηση/κρούσματα/μείωση/πάταξη/πρόληψη (της) ~ας. Βλ. μικρο~, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: δείκτης εγκληματικότητας: ΣΤΑΤΙΣΤ. η αναλογία ανάμεσα στα εγκλήματα και στον πληθυσμό ή σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες μιας χώρας σε ορισμένο χρονικό διάστημα: υψηλός/χαμηλός ~ ~. [< γαλλ. criminalité] | |
| 14304 | εγκληματογόνος | , α/ος, ο [ἐγκληματογόνος] ε-γκλη-μα-το-γό-νος επίθ. (επιστ.): που προάγει την εγκληματικότητα ή κυρ. ευνοεί την ανάπτυξή της: ~ος/~α: ιδεολογία. ~οι: παράγοντες. ~ες: εστίες/περιοχές. Ο ~ χαρακτήρας της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Βλ. -γόνος. [< αγγλ. criminogenic, 1918, γαλλ. criminogène, περ. 1950] | |
| 14305 | εγκληματολογία | [ἐγκληματολογία] ε-γκλη-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. επιστημονική μελέτη του εγκλήματος ως κοινωνικού φαινομένου, της ποινικής αντιμετώπισης και της πρόληψής του· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος πανεπιστημιακός κλάδος: διεθνής/εμπειρική/ευρωπαϊκή/εφαρμοσμένη/ηλεκτρονική/κριτική/πολιτισμική/πυρηνική/συγκριτική ~. ~ και σωφρονιστική. Βλ. θυματολογία, -λογία. [< γερμ. Kriminologie] | |
| 14306 | εγκληματολογικός | , ή, ό [ἐγκληματολογικός] ε-γκλη-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που είναι σχετικός με την εγκληματολογία: ~ή: ανάλυση/έρευνα/υπηρεσία/ψυχολογία. ~ό: εργαστήριο. ~ές: μελέτες. ~ά: δεδομένα. ~ή: ανθρωπολογία/στατιστική/χημεία. ● Ουσ.: Εγκληματολογικό (το): τμήμα της Αστυνομίας που ασχολείται με εγκλήματα κατά της ζωής. [< γερμ. kriminologisch] | |
| 14307 | εγκληματολόγος | [ἐγκληματολόγος] ε-γκλη-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην εγκληματολογία: δικηγόρος/κοινωνιολόγος/νομικός-~. Βλ. θυματολόγος, -λόγος. [< γερμ. Kriminologe] | |
| 14308 | εγκληματοποίηση | [ἐγκληματοποίηση] ε-γκλη-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διαδικασία κατά την οποία μια συμπεριφορά ή πράξη αντιμετωπίζεται ως έγκλημα και το άτομο που τη διαπράττει ως εγκληματίας. Βλ. ποινικοποίηση, -ποίηση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ