Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [1500-1520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
511αγριοκοιτάζω[ἀγριοκοιτάζω] α-γρι-ο-κοι-τά-ζω ρ. (μτβ.) {αγριοκοίτα-ξα} & αγριοκοιτώ & αγριοκοιτάω: κοιτάζω με άγριο, αυστηρό, βλοσυρό βλέμμα: Έκανε μια ζημιά και όλοι τον ~ούσαν.
512αγριόκοτα[ἀγριόκοτα] α-γρι-ό-κο-τα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. άγριο πτηνό (επιστ. ονομασ. Bonasa bonasia) με ξανθοκόκκινο φτέρωμα που μοιάζει με κότα και ζει στα ευρωπαϊκά δάση.
513αγριοκούνελο[ἀγριοκούνελο] α-γρι-ο-κού-νε-λο ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. άγριο κουνέλι (επιστ. ονομασ. Oryctolagus cuniculus) που μοιάζει με λαγό, αλλά είναι πιο μικρόσωμο· συνεκδ. το κρέας του.
514αγριόκουρκος[ἀγριόκουρκος] α-γρι-ό-κουρ-κος ουσ. (αρσ.): ΟΡΝΙΘ. μεγάλο, ορνιθόμορφο, δασόβιο πουλί (επιστ. ονομασ. Tetrao urogallus).
515αγριοκυπάρισσο[ἀγριοκυπάρισσο] α-γρι-ο-κυ-πά-ρισ-σο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) αγριοκυπαρίσσι (κοινό): ΒΟΤ. άρκευθος: αιθέρια έλαια από ~. [< μεσν. αγριοκυπάρισσος (η)]
516αγριολάχανα[ἀγριολάχανα] α-γρι-ο-λά-χα-να ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. είδη φαγώσιμων άγριων χόρτων: βρώσιμα ~ (π.χ. ζοχοί, πικραλίδες, ραδίκια). Βλ. χόρτα του βουνού. [< μτγν. ἀγριολάχανον]
517αγριολούλουδο[ἀγριολούλουδο] α-γρι-ο-λού-λου-δο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. κάθε είδος αυτοφυούς λουλουδιού του αγρού: ~ του δάσους. Λιβάδι γεμάτο πολύχρωμα ~α. Μπουκέτο/στεφάνι από ~α. Βλ. μαργαρίτα, παπαρούνα.
518αγριομέλισσα[ἀγριομέλισσα] α-γρι-ο-μέ-λισ-σα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. άγρια μέλισσα (επιστ. ονομασ. Vespa crabro) που έχει κοντόχοντρο σώμα καφέ-κόκκινου χρώματος και κίτρινες ρίγες στην κοιλιά. Βλ. μπάμπουρας.
519αγριόπαπια[ἀγριόπαπια] α-γρι-ό-πα-πια ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό πουλί (επιστ. ονομασ. νήσσα η αγρία ή η βοσκάς, Anas platyrhynchos) που συγγενεύει με την πάπια και συνεκδ. το κρέας της: ~ η κοινή (: από την οποία κατάγεται η κατοικίδια πάπια). Το κυνήγι της ~ιας. Βλ. κυνηγό-, τσικνό-παπια.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γεμιστή.
520αγριοπούλι[ἀγριοπούλι] α-γρι-ο-πού-λι ουσ. (ουδ.): ΟΡΝΙΘ. πουλί που ζει σε άγρια κατάσταση, ιδ. το αρπακτικό. Βλ. -πούλι. [< μεσν. αγριοπούλι]
521αγριοράδικο[ἀγριοράδικο] α-γρι-ο-ρά-δι-κο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. άγριο, φαγώσιμο ραδίκι. Πβ. πικραλίδα. Βλ. ταραξάκο.
522άγριος, α, ο [ἄγριος] ά-γρι-ος επίθ. {άγρι-ου κ. -ίου, (θηλ.) -ας κ. -ίας} 1. που βρίσκεται στη φυσική του κατάσταση, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, (για ζώο) που δεν έχει εξημερωθεί ή (για φυτό) που δεν καλλιεργείται και κατ' επέκτ. που σχετίζεται με ή προέρχεται από άγριο είδος: ~ος: χοίρος (= αγριόχοιρος). ~α: γάτα. ~ο: άλογο/θήραμα (π.χ. μπεκάτσα)/θηρίο (λ.χ. λιοντάρι). ~οι: πληθυσμοί (όπως: ταράνδων). ~α: είδη/ζώα. ΣΥΝ. αδάμαστος, ανήμερος, ατίθασος. ΑΝΤ. εξημερωμένος, ήμερος.|| ~α: τριανταφυλλιά/φράουλα. ~α: βότανα/λουλούδια/ραδίκια/χόρτα. Πβ. αυτοφυής. Βλ. φυτευτός.|| ~α: βλάστηση/πανίδα/φύση. ~ο: παρθένο δάσος (πβ. άβατο, απάτητο).|| (μειωτ.) ~α φυλή (πβ. απολίτιστη, βάρβαρη, πρωτόγονη). Βλ. ημι~. 2. επιθετικός, ατίθασος, σκληρός, αγενής: ~ος: λαός (πβ. πολεμικός, πολεμοχαρής)/σκύλος. ~α: νεολαία (πβ. χούλιγκαν)/όψη. ~ο: βλέμμα (= αγριωπό, βλοσυρό)/ύφος. ~ες: διαθέσεις. ~α: ένστικτα/ήθη. Μας κοίταζε με ~ο μάτι.|| (ως ουσ.) Φυλή ~ίων. Βλ. πρωτόγονος. 3. (μτφ.) έντονος, οξύς, ορμητικός, σφοδρός: ~ος: αγώνας (πβ. σκληρός)/άνεμος/ανταγωνισμός (πβ. αμείλικτος)/θάνατος (πβ. μαρτυρικός, τραγικός, φριχτός)/καιρός/καβγάς (πβ. χοντρός)/ξυλοδαρμός (πβ. βάναυσος, βίαιος)/πόλεμος. ~α: δολοφονία (πβ. αποτρόπαια, ειδεχθής, στυγνή)/θάλασσα (πβ. τρικυμιώδης, φουρτουνιασμένη)/νύχτα/χαρά (πβ. μεγάλη). ~ο: γλέντι (πβ. ξέφρενο)/θέαμα (πβ. απάνθρωπο)/κυνηγητό/μεθύσι (πβ. άσχημο, τρελό). ~α: βασανιστήρια/κύματα (= μανιασμένα)/νερά (ποταμού, πβ. ορμητικά). Έρχονται/ξημερώνουν ~ες μέρες (πβ. δύσκολες). 4. (μτφ.) απόκρημνος, άγονος, αφιλόξενος, δύσβατος: ~α: ακρογιαλιά (πβ. βραχώδης). ~ο: βουνό/τοπίο. ~α: βράχια (πβ. απότομα). 5. σκληρός, τραχύς: ~α: επιδερμίδα/επιφάνεια (ΑΝΤ. λεία)/υφή/φωνή. ~ο: δέρμα (ΑΝΤ. απαλό)/μουστάκι (=αρειμάνιο). ~α: γένια (πβ. αξύριστα)/μαλλιά (πβ. ξηρά)/χέρια (ΑΝΤ. μαλακά). ● Υποκ.: αγριούτσικος , η, ο ● επίρρ.: άγρια & (λόγ.) αγρίως 1. (κυριολ.) με αγριότητα ή και βαρβαρότητα, βαναυσότητα, ωμότητα: Βασανίστηκε/ξυλοκοπήθηκε ~. Με κοιτάζει/τσακώθηκαν άγρια. 2. (μτφ.) με μεγάλη ένταση ή σε μεγάλο βαθμό (συχνά για κάτι που γίνεται συστηματικά, προκλητικά ή απροκάλυπτα): Αποδοκιμάστηκε/φορολογούνται ~. Μας δουλεύουν αγρίως/την πάτησα ~.|| (αργκό) Σπάστηκα ~. Τα έχω πάρει ~. Του τα έχωσα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άγρια ζωή: το σύνολο των ζώων κυρ. και των φυτών που αναπτύσσονται σε φυσικές συνθήκες: καταφύγια/παράνομο εμπόριο/πάρκα/προστασία της ~ας ~ής. Κλιματικές αλλαγές και ~ ~. Δάσος/υγρότοπος με πλούσια ~ ~. Βλ. οικοσύστημα. [< αγγλ. wildlife] , Άγρια Δύση βλ. δύση, άγρια ομορφιά βλ. ομορφιά, άγρια/βαθιά/μαύρα χαράματα βλ. χάραμα, μαύρα/βαθιά/άγρια μεσάνυχτα βλ. μεσάνυχτα ● ΦΡ.: ήρθαν τ' άγρια να διώξουν τα ήμερα (παροιμ.): για κάποιον που επιδιώκει να οικειοποιηθεί τα δικαιώματα άλλου ή να επιβάλει τις απόψεις του: Ε, δεν θα μας πουν και οι νέοι υπάλληλοι πώς θα κάνουμε τη δουλειά μας! ~ ~!, ιστορίες για αγρίους (μειωτ.): για βάρβαρες, αλλόκοτες, απίστευτες ή φανταστικές καταστάσεις., κάνει τον άγριο: παριστάνει τον σκληρό, τον ευέξαπτο., έγινε άγρια θάλασσα βλ. θάλασσα, με το κακό/με το άγριο βλ. κακό [< αρχ. ἄγριος, γαλλ. sauvage]
523αγριόσκυλο[ἀγριόσκυλο] α-γρι-ό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) αγριόσκυλος (ο): ΖΩΟΛ. είδος άγριου σκύλου και κατ' επέκτ. κάθε εξαγριωμένος σκύλος: ασιατικό/αφρικανικό ~.|| Αδέσποτο ~.
524αγριοσυκιά[ἀγριοσυκιά] α-γρι-ο-συ-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. άγρια συκιά. [< μτγν. ἀγριοσυκῆ]
525αγριότητα[ἀγριότητα] α-γρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) σκληρότητα, βιαιότητα, επιθετικότητα: ανεξέλεγκτη/βάναυση/μεσαιωνική ~. Η ~ της αγοράς εργασίας/των δυνάμεων καταστολής/του καθεστώτος/του σύγχρονου κόσμου/(για χαρακτηριστικά) του βλέμματος/της έκφρασης/της φωνής/(για πράξη, κατάσταση) του εγκλήματος/της συμπλοκής/των σφαγών (βλ. αγριάδα). Βίωσαν την ~ του πολέμου (πβ. βαρβαρότητα, θηριωδία). Τον δολοφόνησαν/χτύπησαν με απερίγραπτη/ιδιαίτερη/πρωτοφανή ~. Ξέσπασε την ~ά του πάνω στο αθώο πλάσμα.|| (για καιρικές συνθήκες) Η ~ (: σφοδρότητα) των ανέμων/των τυφώνων. Βλ. -ότητα. 2. άγρια, φυσική, πρωτόγονη κατάσταση: ~ της φύσης. Ο άνθρωπος πέρασε από την ~ στον πολιτισμό. Πβ. ημερότητα.|| ~ των θηρίων. 3. (για τόπο) το δύσβατο, το κακοτράχαλο: η ~ του βουνού/της ζούγκλας. Απότομοι, πελώριοι βράχοι, γκρεμοί και λόγγοι συνθέτουν την ~ του τοπίου. Πβ. τραχύτητα. ● Ουσ.: αγριότητες (οι): απάνθρωπες, σκληρές πράξεις: οι ~ των απαγωγέων/βιαστών/κατακτητών. Διαπράττουν/συντελούνται ~ σε βάρος των αμάχων. ΣΥΝ. κτηνωδία, ωμότητες [< αρχ. ἀγριότης]
526αγριότοπος[ἀγριότοπος] α-γρι-ό-το-πος ουσ. (αρσ.): τόπος άγονος ή/και δύσβατος, αφιλόξενος: δασωμένος/έρημος ~. ~ με (πανύψηλους) βράχους/πουρνάρια/σχίνα.|| Πού να κατασκηνώσεις σ' αυτόν τον ~ο; Βλ. -τοπος.
527αγριοτριανταφυλλιά[ἀγριοτριανταφυλλιά] α-γρι-ο-τρι-α-ντα-φυλ-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. άγρια τριανταφυλλιά (επιστ. ονομασ. Rosa canina), θάμνος με ροζ ή λευκά, άοσμα άνθη και κόκκινους ή μαύρους καρπούς.
528αγριόφατσα[ἀγριόφατσα] α-γρι-ό-φα-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.): άνθρωπος με άγρια χαρακτηριστικά ή/και έκφραση: Ήταν άσχημος, τριχωτός, ~. Ποια είναι αυτή η ~ που σε κοιτάει με μισό μάτι;
529αγριοφράουλα[ἀγριοφράουλα] α-γρι-ο-φρά-ου-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Fragaria vesca) που μοιάζει με φράουλα. ΣΥΝ. χαμοκέρασο
530αγριοφωνάρα[ἀγριοφωνάρα] α-γρι-ο-φω-νά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυνατή και άγρια, τραχιά φωνή: Μας ξεκούφανε/ξύπνησε με τις ~ες του! Ξεσηκώνει τον κόσμο με την ~ του. ΣΥΝ. γαϊδουροφωνάρα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.