Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15180-15200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14309εγκληματοποιώ[ἐγκληματοποιῶ] ε-γκλη-μα-το-ποι-ώ ρ. (μτβ.) (λόγ.): αντιμετωπίζω μια συμπεριφορά ή πράξη ως έγκλημα και το άτομο που τη διαπράττει ως εγκληματία: ~είται η συμμετοχή σε πορείες και διαδηλώσεις. Ολόκληρες κοινωνικές οµάδες ~ούνται. Βλ. ποινικοποιώ, -ποιώ.
14310εγκληματοφοβία[ἐγκληματοφοβία] ε-γκλη-μα-το-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. παθολογικός φόβος για το έγκλημα: Βλ. -φοβία.
14311εγκληματώ[ἐγκληματῶ] ε-γκλη-μα-τώ ρ. (αμτβ.) {εγκληματ-είς ... | εγκλημάτ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.) 1. διαπράττω αξιόποινη πράξη, ειδικότ. κάνω φόνο: ~ησε από αμέλεια/από πρόθεση/υπό το κράτος πλήρους σύγχυσης. Ο κατηγορούμενος δεν ~ησε από δόλο. Έχουν ~ήσει και καταδικαστεί. 2. (μτφ.) δρω με τρόπο επιβλαβή και καταστροφικό: ~ούν κατά του περιβάλλοντος. ~ησε σε βάρος του τόπου.
14312έγκληση[ἔγκληση] έ-γκλη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. καταγγελία αξιόποινης πράξης σε δικαστική Αρχή από τον παθόντα και αίτηση για τιμωρία του δράστη: δημόσια/έγγραφη ~. Ανάκληση/άσκηση ~ης. ~ για διατάραξη κοινής ησυχίας/συκοφαντική δυσφήμιση. Υπέβαλε ~ κατ’ αγνώστων/κατά παντός υπευθύνου. ~ με παράσταση πολιτικής αγωγής. Πβ. μήνυση. Βλ. αγωγή, αντεγκλήσεις, κατηγορία. ● ΦΡ.: κατ' έγκληση & (λόγ.) κατ' έγκλησιν: κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους του παθόντος: ~ ~ διωκόμενα εγκλήματα. ΑΝΤ. αυτεπάγγελτα [< μτγν. ἔγκλησις ‘κατηγορία, επίπληξη’]
14313εγκλητήριο[ἐγκλητήριο] ε-γκλη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΝΟΜ. κλητήριο θέσπισμα. Βλ. -τήριο. [< γερμ. Anklageschrift]
14314εγκλιματίζω[ἐγκλιματίζω] ε-γκλι-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {εγκλιμάτι-σε, -σει, -στηκε (λογιότ.) -σθηκε, -στεί (λογιότ.) -σθεί, -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) 1. (σπάν.) κάνω έναν ζωντανό οργανισμό να προσαρμοστεί σε ξένο κλίμα ή περιβάλλον: ~σαν το αμπέλι.|| (μεσοπαθ., προσαρμόζομαι:) Αφήστε το ζώο να ~στεί στον καινούργιο του χώρο. 2. (μτφ.) προσαρμόζω, εισάγω κάποιον ή κάτι σε μια νέα κατάσταση, σε ένα νέο περιβάλλον: ~σαν τους θεατές στην ατμόσφαιρα της παράστασης. ● Παθ.: εγκλιματίζομαι: (κυρ. μτφ.) εξοικειώνομαι με τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες ενός καινούργιου περιβάλλοντος: ~στηκε απόλυτα/γρήγορα/εύκολα στις νέες απαιτήσεις/συνθήκες. Ο ηθοποιός έχει ~στεί πλήρως στο έργο. Πβ. συνηθίζω. [< γαλλ. acclimater]
14315εγκλιματισμός[ἐγκλιματισμός] ε-γκλι-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): βαθμιαία προσαρμογή σε νέο, βιολογικό ή κοινωνικό, περιβάλλον: γρήγορος/σταδιακός ~. ~ ζώων/μικροοργανισμών/φυτών. ~ στο βουνό/στη ζέστη και την υγρασία/στο νερό/στο οικοσύστημα/στο υψόμετρο.|| (μτφ.) ~ στη νέα πατρίδα/στο περιβάλλον εργασίας. Πβ. εξοικείωση, συνήθεια. [< γαλλ. acclimatement]
14316έγκλιση[ἔγκλιση] έ-γκλι-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. μορφολογική διαφοροποίηση των τύπων του ρήματος η οποία δηλώνει τη διάθεση που έχει ο ομιλητής απέναντι σε αυτό που δηλώνεται με το ρήμα: ευκτική/οριστική/προστακτική/υποτακτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: έγκλιση τόνου: ΓΡΑΜΜ. το φαινόμενο της σίγησης του τόνου ή της μεταβίβασής του στη λήγουσα της προηγούμενης λέξης (αν τονίζεται στην προπαραλήγουσα) λόγω στενής συνεκφοράς με αυτή: π.χ. το τετράδιό μου. Πβ. αναβιβασμός., μαγνητική έγκλιση: ΦΥΣ. η γωνία που σχηματίζεται ανάμεσα σε μια μαγνητική βελόνα που περιστρέφεται ελεύθερα και το οριζόντιο επίπεδο. [< γαλλ. inclinaison magnétique] [< μτγν. ἔγκλισις]
14317εγκλιτικός, ή, ό [ἐγκλιτικός] ε-γκλι-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που αναφέρεται στην έγκλιση τόνου ή στις εγκλίσεις του ρήματος: ~ή: λέξη (= εγκλιτικό). ~ό: φωνήεν. ~ τύπος της αντωνυμίας.|| ~ή: αντικατάσταση. ● Ουσ.: εγκλιτικό (το) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΡΑΜΜ. λέξη (κυρ. οι μονοσύλλαβοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας) η οποία συνεκφέρεται στενά με αυτή που προηγείται και για το λόγο αυτό ο τόνος της χάνεται ή μεταβιβάζεται στην προηγούμενη λέξη, αν είναι προπαροξύτονη: καλώς την. Το πανεπιστήμιό μας. ΑΝΤ. προκλιτικό [< μτγν. ἐγκλιτικόν, γαλλ. enclitique, αγγλ. enclitic] [< μτγν. ἐγκλιτικός]
14318εγκλωβίζω[ἐγκλωβίζω] ε-γκλω-βί-ζω ρ. (μτβ.) {εγκλώβι-σα, εγκλωβί-σει, -στηκα κ. -σθηκα, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εγκλωβίζ-οντας} ΑΝΤ. απεγκλωβίζω: περιορίζω κάποιον ή κάτι σε στενό χώρο, παγιδεύω: ~σαν τον εχθρό. Ισχυροί άνεμοι και βροχές ~σαν τους τουρίστες στα καταφύγια. Αέρια που ~ουν τη θερμότητα στην ατμόσφαιρα. ~στηκε στον ανελκυστήρα/στα συντρίµµια. Είχαν ~στεί στις φλόγες.|| (μτφ.) Κάτι ~ει το βλέμμα/τη σκέψη/τη φαντασία. Πολιτική που ~ει τους φτωχούς στην ανέχεια. Δεν ~εται σε αυταπάτες/σε υποσχέσεις. Οι επενδυτές ~στηκαν στο χρηματιστήριο. ΑΝΤ. απελευθερώνω, αποδεσμεύω. [< γαλλ. encager]
14319εγκλωβισμένος, η, ο [ἐγκλωβισμένος] ε-γκλω-βι-σμέ-νος επίθ./ουσ.: που έχει εγκλωβιστεί: ~οι: οδηγοί. ~α: αέρια/χωριά. (ως ουσ.) ~ στο βουνό/στο μποτιλιάρισμα/στο ορυχείο. ~οι κάτω από τα χαλάσματα/στα ερείπια/στα χιόνια. Χιλιάδες άνθρωποι παραμένουν ~οι χωρίς νερό και τρόφιμα.|| (μτφ.) ~ος: επενδυτής (στο Χρηματιστήριο). ~η: σκέψη. (ως ουσ.) ~ σ' έναν αποτυχημένο γάμο/στη ρουτίνα/σε μία σχέση. Αισθάνομαι ~ και καταπιεσμένος.
14320εγκλωβισμός[ἐγκλωβισμός] ε-γκλω-βι-σμός ουσ. (αρσ.) ΑΝΤ. απεγκλωβισμός: το αποτέλεσμα του εγκλωβίζω: ασφυκτικός/πλήρης ~. ~ του αέρα. ~ σε ασανσέρ/οχημάτων. Κυκλοφοριακός ~ των οδηγών.|| (μτφ.) Εθελούσιος/συναισθηματικός ~. ~ κεφαλαίων. ~ σε μια ιδεολογία/σε ψευδαισθήσεις. Αίσθημα ~ού και απομόνωσης. ΣΥΝ. παγίδευση. Βλ. αποκλεισμός, -ισμός. [< γαλλ. encagement, 1905]
14321έγκοιλο[ἔγκοιλο] έ-γκοι-λο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΜΟΡΦ. κοιλότητα, βάραθρο, σπήλαιο: καρστικά/τεχνητά/υπόγεια ~α. [< αρχ. ἔγκοιλος ‘βαθουλωτός’]
14322εγκολεασμός[ἐγκολεασμός] ε-γκο-λε-α-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. πάθηση κατά την οποία τμήμα του εντέρου εισχωρεί στο αμέσως επόμενό του, προκαλώντας εντερική απόφραξη· γενικότ. κάθε παρόμοια διείσδυση: ειλεοτυφλικός ~. ~ στη βρεφική και παιδική ηλικία.|| Εγκεφαλικός ~. ~ του στομάχου. [< γαλλ. intussusception]
14323εγκόλπιο[ἐγκόλπιο] ε-γκόλ-πι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. (λόγ.) είδος βιβλίων, μικρού συνήθ. μεγέθους, που περιέχουν γενικές γνώσεις, κανόνες για συγκεκριμένα θέματα και κατ' επέκτ. κάθε χρηστικό βιβλίο με βασικές αρχές, οδηγίες: θεραπευτικό/ιατροφαρμακευτικό ~. Το ~ του εκπαιδευτικού. ~ ορθογραφίας/διεθνών συμβάσεων εργασίας. Πβ. βιβλίο τσέπης. ΣΥΝ. εγχειρίδιο (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. έμβλημα επισκόπων, συνήθ. οβάλ, που απεικονίζει κυρ. τον Χριστό να κρατά το Ευαγγέλιο και να ευλογεί ή την Παναγία να έχει στην αγκαλιά της τον νεογέννητο Ιησού: αρχιερατικό ~. Βλ. άμφια. 3. (κυρ. στη βυζαντινή εποχή) κόσμημα ή διακριτικό περασμένο σε αλυσίδα που κρέμεται από τον λαιμό και ακουμπά στο στήθος: αμφιπρόσωπο/ξυλόγλυπτο/χρυσό ~. Πβ. γκόλφι, μενταγιόν, φυλαχτό. Βλ. κολιέ. [< 1: γαλλ. vade-mecum 2,3: μεσν. εγκόλπιον]
14324εγκολπώνομαι[ἐγκολπώνομαι] ε-γκολ-πώ-νο-μαι ρ. (μτβ.) {εγκολπώ-θηκα, -θεί, -μένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): αποδέχομαι και υιοθετώ άποψη, ιδεολογία, αξία: ~ ιδανικά/ιδέες/ένα δόγμα. ~θηκε τον χριστιανισμό. Πβ. ασπάζομαι, εναγκαλίζομαι, ενστερνίζομαι. [< μτγν. ἐγκολποῦμαι ‘βάζω στο στήθος, οικοιοποιούμαι’, γαλλ. embrasser]
14325εγκόλπωση[ἐγκόλπωση] ε-γκόλ-πω-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): αποδοχή, υιοθέτηση: ~ αξιών/αρχών.εγκολπώσεις (οι): (καταχρ.) πτυχές, κολπώσεις: βαθιές/βραχώδεις/επιφανειακές/φυσικές ~. Πβ. αυλάκ-, πτύχ-ωση.
14326εγκοπή[ἐγκοπή] ε-γκο-πή ουσ. (θηλ.): εσοχή στην επιφάνεια αντικειμένου η οποία συχνά χρησιμοποιείται ως υποδοχέας της προεξοχής άλλου αντικειμένου: εγκάρσια/(ηµι)κυκλική/ρηχή/τριγωνική ~. ~ ασφαλείας/βίδας/σύνδεσης/σωλήνα. Βέργες/γυψοσανίδες/ντοσιέ με ~. Κάνε μία ~ στο επάνω μέρος του ξύλου. [< μτγν. ἐγκοπή]
14327εγκόπριση[ἐγκόπριση] ε-γκό-πρι-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επαναλαμβανόμενη, ψυχολογικής αιτιολογίας, απώλεια κοπράνων σε μια ηλικία κατά την οποία θα έπρεπε να είχε επιτευχθεί εκούσιος έλεγχος του εντέρου: πρωτοπαθής/δευτεροπαθής ~. Βλ. ενούρηση.
14328εγκόσμιος, α, ο [ἐγκόσμιος] ε-γκό-σμι-ος επίθ. (λόγ.): που ανήκει στον αισθητό, υλικό κόσμο· κατ' επέκτ. φθαρτός και εφήμερος: ~ος: βίος/θεσμός. ~α: γνώση/δόξα/δράση/εξουσία/ευτυχία/ζωή. ~οι: πειρασμοί. ~ες: απολαύσεις/επιθυμίες/χαρές. ~α: αγαθά/έργα. Πβ. κοσμικός. Βλ. υλιστικός. ΣΥΝ. επίγειος (2) ΑΝΤ. ουράνιος (1), υπερκόσμιος (1) ● Ουσ.: εγκόσμια (τα) {εγκοσμί-ων}: επίγεια ζωή: παραίτηση από τα ~. ● ΦΡ.: απαρνούμαι τα εγκόσμια/τον κόσμο & εγκαταλείπω τα εγκόσμια: αποσύρομαι από τον κοινωνικό βίο, με σκοπό κυρ. να μονάσω., αποχαιρέτησε/εγκατέλειψε τα εγκόσμια: πέθανε. [< μτγν. ἐγκόσμιος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.