| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14329 | εγκράτεια | [ἐγκράτεια] ε-γκρά-τει-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. ακράτεια 1. (λόγ.) η ικανότητα ενός προσώπου να συγκρατεί και να ελέγχει τις ορμές, τις επιθυμίες και τα πάθη του: ασκητική/αυστηρή/καταναλωτική/σεξουαλική ~. Υπόδειγμα ~ας. Νηστεία και ~. ~ στη χριστιανική ζωή. Ζούσε με ~ και σεμνότητα. Έδειξαν ~ στο αλκοόλ. Πβ. αυτοπειθαρχία, αυτοσυγκράτηση. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) ικανότητα ελέγχου των απεκκριτικών λειτουργιών: ~ των κοπράνων/των ούρων. [< 1: αρχ. ἐγκράτεια 2: αγγλ. continence, 1915] | |
| 14330 | εγκρατεύομαι | [ἐγκρατεύομαι] ε-γκρα-τεύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {εγκρατεύ-θηκε, -θεί} (σπάν.-λόγ.) : δείχνω εγκράτεια. [< αρχ. ἐγκρατεύομαι] | |
| 14331 | εγκρατής | , ής, ές [ἐγκρατής] ε-γκρα-τής επίθ. {εγκρατ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· εγκρατέστ-ερος, -ατος} 1. (λόγ.) που χαρακτηρίζεται από εγκράτεια: ~ής: βίος. Να είστε ~είς. ΑΝΤ. άσωτος, έκδοτος, φιλήδονος.|| ~ής στις δηλώσεις του/στο ποτό. Πβ. συγκρατημένος. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) (+ γεν.) άριστος γνώστης, ειδήμων: ~ της κλασικής γραμματείας. [< 1: αρχ. ἐγκρατής] | |
| 14332 | εγκρίνω | [ἐγκρίνω] ε-γκρί-νω ρ. (μτβ.) {παρατ. κ. αόρ. ενέκρι-να, εγκρί-νει, -θηκε (λόγ. ενεκρίθη, μτχ. εγκρι-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, εγκεκριμένος (σπάν.) εγκριμένος, εγκρίν-οντας} 1. γνωματεύω (ως επίσημος φορέας, αρμόδια υπηρεσία ή πρόσωπο) ότι κάτι είναι ορθό ή κατάλληλο, δίνω την άδεια, την έγκριση για κάτι: ~ει την αίτηση/τις δαπάνες/το καταστατικό/τα κονδύλια/τα μέτρα/την οικονομική βοήθεια/την πρόσληψη (προσωπικού)/τον προϋπολογισμό/τις ρυθμίσεις/τη σύναψη δανείων/τις τροπολογίες/το ψήφισμα. ~νε τη θέσπιση (εταιρικών σχέσεων)/το πρόγραμμα/το σχέδιο/τη χορήγηση αδείας/τη χρηματοδότηση. ~θηκε (= ψηφίστηκε) η πρόταση/η συγχώνευση/η συνθήκη ομόφωνα/παµψηφεί. ~θηκαν οι επενδύσεις/τα έργα ανάπλασης. Η Βουλή ~νε με συντριπτική πλειοψηφία το νομοσχέδιο (πβ. επικυρώνω). Βλ. προ~. ΑΝΤ. απορρίπτω (1) 2. αποδέχομαι, επιδοκιμάζω, επικροτώ κάποιον ή κάτι, εκφράζομαι θετικά για αυτό(ν): ~ την απόφαση/τις ενέργειες/τις θέσεις/τις μεθόδους/τις πράξεις/την πρωτοβουλία/την τακτική/τη συμπεριφορά/τους χειρισμούς κάποιου (πβ. προσυπογράφω). Δεν τον ~ουν για γαμπρό. ΑΝΤ. αποδοκιμάζω, κατακρίνω ● ΦΡ.: συμφωνώ/εγκρίνω/επικροτώ και επαυξάνω βλ. επαυξάνω ● βλ. εγκεκριμένος [< αρχ. ἐγκρίνω] | |
| 14333 | έγκριση | [ἔγκριση] έ-γκρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. θετική απόφαση για κάτι από αρμόδιο φορέα, υπηρεσία· συνεκδ. το αντίστοιχο επίσημο έγγραφο: γραπτή/ειδική/επίσημη/κυβερνητική/ομόφωνη/οριστική/περιβαλλοντική/πολεοδομική/τελική/τυπική ~. Προκαταρκτική ~ (= προ~). ~ αίτησης/δανείου/δαπανών/εργασιών (μικρής κλίμακας, σε οικοδομή)/έργου/κονδυλίων/λειτουργίας (λατομείου)/μελέτης/νομοσχεδίου/προγράμματος/πρότασης/προϋπολογισμού/φαρμάκου/χρηματοδότησης. Η ~ της συνθήκης ... (πβ. επικύρωση). Ανάκληση/απόφαση/χορήγηση ~ης. Με/χωρίς την ~. ~ίσεις επενδύσεων/θέσεων/προϊόντων/πιστώσεων (για οδικά έργα). Δράση/μελέτη που τελεί υπό ~. Το πόρισμα της επιτροπής έχει την ~ της πλειοψηφίας της. Έδωσε/έλαβε/ζήτησε ~ για κάτι. Βλ. αδειοδότηση. ΑΝΤ. απόρριψη.|| Αντίγραφο ~ης. Έκδοση ~ίσεων. Ο υπουργός υπέγραψε την ~. 2. αποδοχή, επιδοκιμασία, επικρότηση: Δεν έχει την ~ της τοπικής κοινωνίας. ΑΝΤ. αποδοκιμασία, κατάκριση [< μτγν. ἔγκρισις] | |
| 14334 | εγκριτικός | , ή, ό [ἐγκριτικός] ε-γκρι-τι-κός επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται στην έγκριση ή/και την παρέχει: ~ή: άδεια/απόφαση/Αρχή/διαδικασία/επιστολή/πράξη. ~ό: έγγραφο/σηµείωµα. ~ά: κλιμάκια/όργανα. ΑΝΤ. ακυρωτικός (1), απορριπτικός | |
| 14335 | έγκριτος | , η/ος, ο [ἔγκριτος] έ-γκρι-τος επίθ. (λόγ.): που έχει αναγνωρισμένη αξία και κύρος: ~ος: αναλυτής/δημοσιογράφος/δικηγόρος/επιστήμονας/οργανισμός. ~η: γνώμη/ενημέρωση/εφημερίδα. ~ο: περιοδικό. ~οι: πανεπιστημιακοί (δάσκαλοι)/ομιλητές. ~ες: εκδόσεις. ~α: έντυπα/στελέχη. Πβ. διακεκριμένος, διαπρεπής, έγκυρος. [< αρχ. ἔγκριτος] ‘αποδεκτός, εκλεκτός’ | |
| 14336 | εγκύκλιος | [ἐγκύκλιος] ε-γκύ-κλι-ος ουσ. (θηλ.) {εγκυκλί-ου}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επίσημο έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει οδηγίες για την ερμηνεία και εφαρμογή διαταγμάτων, κανονισμών, νόμων και την αντιμετώπιση ορισμένων προβλημάτων και κοινοποιείται από μία ανώτερη Αρχή ή υπηρεσία στις υφιστάμενές της: διευκρινιστική/εκλογική/ενημερωτική/επείγουσα/ερμηνευτική/πρόσφατη/συμπληρωματική/σχετική/υπουργική ~. ~ αποσπάσεων/διορισμών/μεταθέσεων. Δημοσίευση/τροποποίηση της ~ου. Έχει εκδοθεί ~. Η ~ (απ)εστάλη προς όλα τα υπουργεία.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Πατριαρχική/ποιμαντορική ~. ~ της (Διαρκούς) Ιεράς Συνόδου.|| (ως επίθ.) ~ος: διαταγή. ~ες: οδηγίες. (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ος: επιστολή. ~α: σημειώματα. [< μτγν. ἐγκύκλιος (ἐπιστολή), γαλλ. circulaire (administrative)] | |
| 14337 | εγκύκλιος | , α/ος, ο [ἐγκύκλιος] ε-γκύ-κλι-ος επίθ. (επίσ.): που σχετίζεται με τις γενικές γνώσεις και δεξιότητες, τις οποίες πρέπει να αποκτήσει κάποιος στο σχολείο: ~α/ος: εκπαίδευση/μόρφωση. Πβ. βασικός. ● ΣΥΜΠΛ.: εγκύκλια μαθήματα: που διδάσκονται κατά τη διάρκεια των εγκύκλιων σπουδών., εγκύκλιος παιδεία/εγκύκλια εκπαίδευση/εγκύκλιες σπουδές/εγκύκλια γράμματα: που παρέχονται στους μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. [< μτγν. ἐγκύκλιος ‘στργγυλός, γενικός’, πβ. τα ἐγκύκλια ‘οι γενικές σπουδές’] | |
| 14338 | εγκυκλοπαίδεια | [ἐγκυκλοπαίδεια] ε-γκυ-κλο-παί-δει-α ουσ. (θηλ.) & (παλαιότ.) εγκυκλοπαιδεία: έργο το οποίο περιλαμβάνει με αλφαβητική ή θεματική ταξινόμηση το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης ή των γνώσεων συγκεκριμένης επιστήμης: γεωγραφική/έντυπη/επιστημονική/επίτομη/ιατρική/ιστορική/λογοτεχνική/μαθηματική/μουσική/παγκόσμια/πολύτομη/σχολική ~. Διαδικτυακή/ελεύθερη/ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ (βλ. βικιπαίδεια). Άρθρα/έκδοση/λήμματα/συμπλήρωμα ~ας. Γενικές/έγκυρες/ειδικές ~ες. ~ εννέα τόμων. Εικονογραφημένη ~ υγείας/φυσικών επιστημών. Βλ. βιβλίο/έργο αναφοράς, λεξικό. ● ΣΥΜΠΛ.: θεματική εγκυκλοπαίδεια: που έχει οργανωμένα τα λήμματά της σε θεματικές ενότητες, ανάλογα με τον τομέα του επιστητού στον οποίο αναφέρονται. ● ΦΡ.: είναι ζωντανή/κινητή βιβλιοθήκη/εγκυκλοπαίδεια (μτφ.): πρόσωπο με εντυπωσιακή ευρυμάθεια. Πβ. παντογνώστης, φωστήρας. Βλ. πολύξερος. [< γαλλ. encyclopédie, αγγλ. encyclop(a)edia] | |
| 14339 | εγκυκλοπαιδικός | , ή, ό [ἐγκυκλοπαιδικός] ε-γκυ-κλο-παι-δι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την εγκυκλοπαίδεια: ~ός: οδηγός. ~ή: πηγή/πληροφορία. ~ό: άρθρο/λήμμα/υλικό. ~ές: καταχωρήσεις. 2. που αναφέρεται σε πληροφορίες γενικού ενδιαφέροντος: ~ή: ερώτηση/μόρφωση (ΑΝΤ. επιστημονική)/παιδεία. ~ές: γνώσεις. Πβ. καθολικός. ΑΝΤ. ειδικός (1), εξειδικευμένος ● ΣΥΜΠΛ.: εγκυκλοπαιδικό λεξικό: που εκτός από γλωσσικές δίνει και γνωστικές πληροφορίες για διάφορους τομείς: εικονογραφημένο/επίτομο/ιατρικό/ναυτιλιακό ~ ~. Αλφαβητικό και θεματικό ~ ~. [< πβ. γαλλ. encyclopédique, αγγλ. encyclop(a)edic] | |
| 14340 | εγκυκλοπαιδισμός | [ἐγκυκλοπαιδισμός] ε-γκυ-κλο-παι-δι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συσσώρευση και παράθεση εγκυκλοπαιδικών γνώσεων (που συχνά γίνεται αυτοσκοπός ή εξυπηρετεί την ανάγκη για εντυπωσιασμό): άγονος/ρηχός/στείρος ~. Επίδειξη ~ού. 2. ΙΣΤ. (κ. με κεφαλ. Ε) το πνευματικό κίνημα των Γάλλων εγκυκλοπαιδιστών του 18ου αιώνα. 3. ΦΙΛΟΛ. οργανωμένη συγκέντρωση και καταγραφή επιστημονικών γνώσεων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. encyclopédisme, αγγλ. encyclop(a)edism] | |
| 14341 | εγκυμονούσα | [ἐγκυμονοῦσα] ε-γκυ-μο-νού-σα επίθ./ουσ. {-ας (λόγ.) -ης | -ες} (λόγ.): έγκυος: ~ εργαζόμενη.|| (ως ουσ.) ~ες και θηλάζουσες. [< μτγν. ἐγκυμονῶ] | |
| 14342 | εγκυμονώ | [ἐγκυμονῶ] ε-γκυ-μο-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {εγκυμον-εί, -ήσει (λόγ. θηλ. μτχ. εγκυμονούσα)} (λόγ.): είμαι έγκυος, κυοφορώ: Γυναίκες που ~ούν (= περιμένουν παιδί). Πβ. είναι σε ενδιαφέρουσα (κατάσταση).|| Ζώα που ~ούν. Βλ. γεννώ. ● εγκυμονεί (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.): για κάτι ανησυχητικό που μπορεί να γίνει απειλητικό στο μέλλον: ~ δυσοίωνες συνέπειες/προβλήματα. Τα σοβαρά κοινωνικά ζητήματα ~ούν εντάσεις και ρήξεις. Πβ. ενέχει, επιφυλάσσω. [< γαλλ. être gros de] ● ΦΡ.: κάτι εγκυμονεί/κρύβει κινδύνους βλ. κίνδυνος [< μτγν. ἐγκυμονῶ] | |
| 14343 | εγκυμοσύνη | [ἐγκυμοσύνη] ε-γκυ-μο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): κατάσταση στην οποία βρίσκεται μια γυναίκα από τη στιγμή της σύλληψης του εμβρύου έως τον τοκετό (κατά μέσο όρο 267 ημέρες): ανεπιθύμητη/επαπειλούμενη/προχωρημένη/φυσιολογική ~. Άδεια/περίοδος/ρούχα/συμπτώματα/τεστ ~ης. ~ υψηλού κινδύνου. Διέκοψε την ~ της (βλ. άμβλωση). Είχε δύσκολη/εύκολη ~. Ομαλή έκβαση/εξέλιξη της ~ης. Βρίσκεται στον τρίτο μήνα της ~ης. Πβ. κύηση, κυοφορία. Βλ. αποβολή, -οσύνη. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωμήτριος εγκυμοσύνη βλ. εξωμήτριος, σακχαρώδης διαβήτης (της) κύησης/εγκυμοσύνης βλ. διαβήτης2 | |
| 14344 | έγκυος | [ἔγκυος] έ-γκυ-ος επίθ./ουσ. {εγκύ-ου | έγκυ-ες (κ. κυρ. ως ουσ.) -οι, εγκύ-ων, -ους}: γυναίκα (ή ζώο θηλυκού γένους) που είναι σε κατάσταση εγκυμοσύνης: διατροφή/φροντίδα της ~ου. Είναι ~ (= σε ενδιαφέρουσα, περιμένει παιδί). Έμεινε ~ (= συνέλαβε). Είναι δύο μηνών ~. Ήταν ~ και απέβαλε. Την άφησε/κατέστησε ~ο (πβ. γκαστρώνω).|| (ως επίθ.) Η ~ γυναίκα έχει αυξημένες θερμιδικές απαιτήσεις. Πβ. βαρεμένη. ΣΥΝ. εγκυμονούσα [< αρχ. ἔγκυος] | |
| 14345 | εγκύπτω | [ἐγκύπτω] ε-γκύ-πτω ρ. (αμτβ.) {ενέκυ-ψε, εγκύ-ψει} (+ σε) (απαιτ. λεξιλόγ.): εξετάζω κάτι προσεκτικά, το μελετώ με ζήλο: ~ει με σοβαρότητα στα προβλήματα των μεταναστών. ~ψε με ευαισθησία σε ... Πβ. αφοσιώνομαι, εμβαθύνω, εντρυφώ, προσηλών-, συγκεντρών-ομαι. [< αρχ. ἐγκύπτω ΄σκύβω, ερευνώ’] | |
| 14346 | έγκυρος | , η, ο [ἔγκυρος] έ-γκυ-ρος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει νομική ή άλλη ισχύ, είναι αποδεκτός, σύμφωνος με τους κανονισμούς: ~ος: γάμος/διαγωνισμός/κωδικός/φορέας (πβ. αρμόδιος). ~η: άδεια/απόδειξη/βεβαίωση/ημερομηνία/(πιστωτική) κάρτα/σύμβαση. ~ο: άλμα/διαβατήριο/έγγραφο/εισιτήριο/πιστοποιητικό/ψηφοδέλτιο. ~ες: μέθοδοι. ~α: (στατιστικά) στοιχεία (= ακριβή). ΑΝΤ. άκυρος (1) 2. αξιόπιστος και με κύρος: ~ος: αναλυτής. ~η: άποψη/έρευνα/εφημερίδα/μαρτυρία/μετάφραση. ~ο: δελτίο ειδήσεων/λεξικό/περιοδικό/σάιτ. ~οι: νομικοί/παρατηρητές. ~ες: εκδόσεις/εκτιμήσεις/πηγές/πληροφορίες. ~α: δεδομένα/τεστ. ~η και έγκαιρη ενημέρωση. Πβ. έγκριτος, επίσημος. ΑΝΤ. αναξιόπιστος ● ΣΥΜΠΛ.: έγκυροι κύκλοι: ΔΗΜΟΣΙΟΓΡ. καλά πληροφορημένες πηγές. [< μεσν. έγκυρος, γαλλ. valable, valide] | |
| 14347 | εγκυρότητα | [ἐγκυρότητα] ε-γκυ-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ιδιότητα του έγκυρου, ισχύς: καθολική/φαινομενική ~. ~ της αίτησης/της απόφασης/των εξετάσεων/της έρευνας/της μεθόδου/των πράξεων/της συναλλαγής/της υπογραφής/των ψηφοδελτίων. ~ στοιχείων εκκαθαριστικού/φορολογικής ενημερότητας. Διασφάλιση/έλεγχος/εξέταση/επιβεβαίωση/πιστοποίηση (της) ~ας. ΑΝΤ. ακυρότητα 2. κύρος, αξιοπιστία: επιστημονική/νομική/παιδαγωγική/πολιτική/στατιστική ~. ~ των δεδομένων/του περιεχομένου/των πηγών/των πληροφοριών. Βαθμός/δείκτης ~ας. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. αναξιοπιστία [< γαλλ. validité] | |
| 14348 | εγκύστωση | [ἐγκύστωση] ε-γκύ-στω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. είδος άμυνας του οργανισμού ο οποίος δημιουργεί ένα περίβλημα συνδετικού ιστού γύρω από ξένο σώμα ή παθολογικό σχηματισμό: ~ στους ιστούς. Δημιουργία συμφύσεων ή ~ώσεων.|| (μτφ.) Ψυχολογικές ~ώσεις. 2. ΒΙΟΛ. κατάσταση, εμφανιζόμενη συνήθ. στα πρωτόζωα, κατά την οποία ο οργανισμός δημιουργεί ένα περίβλημα γύρω του και παράλληλα μειώνει τις φυσιολογικές του λειτουργίες, προκειμένου να αντεπεξέλθει σε πρόσκαιρες δυσμενείς συνθήκες. [< γαλλ. enkystement, αγγλ. encystment] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ