| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14349 | εγκωμιάζω | [ἐγκωμιάζω] ε-γκω-μι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {εγκωμία-σα, εγκωμιά-σει, -στηκε κ. -σθηκε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος, εγκωμιάζ-οντας}: επαινώ, εξυμνώ, εκθειάζω: ~ει το έργο του/τους οργανωτές/την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων. ~σε την εταιρεία/το πρόγραμμα/τις προσπάθειες/τις πρωτοβουλίες. ~ κάποιον ανεπιφύλακτα/δημόσια. ~στηκε για τις παιδαγωγικές αρετές του/από φίλους και εχθρούς. Οι ικανότητές της ~στηκαν από κριτικούς και κοινό. Πβ. πλέκω/ψάλλω το εγκώμιο κάποιου. ΣΥΝ. εξαίρω (1) ΑΝΤ. επικρίνω, επιτιμώ (1), ψέγω [< αρχ. ἐγκωμιάζω] | |
| 14350 | εγκωμιασμός | [ἐγκωμιασμός] ε-γκω-μι-α-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εκθειασμός, εξύμνηση: δημόσιος ~. ~ των Αγίων/του μοντέρνου.|| (ΝΟΜ.) Το αδίκημα του ~ού κακουργηματικής πράξης. | |
| 14351 | εγκωμιαστής | [ἐγκωμιαστής] ε-γκω-μι-α-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εγκωμιάζει κάποιον ή κάτι: σεμνός ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ές του ηγέτη/του καθεστώτος (πβ. κόλακας). ΣΥΝ. υμνητής ΑΝΤ. επικριτής [< μτγν. ἐγκωμιαστής, αγγλ. encomiast] | |
| 14352 | εγκωμιαστικός | , ή, ό [ἐγκωμιαστικός] ε-γκω-μι-α-στι-κός επίθ.: που έχει επαινετικό χαρακτήρα: ~ός: λόγος/τόνος (της ομιλίας). ~ή: αναφορά/δήλωση/παρουσίαση. ~ό: άρθρο/κείμενο/ύφος. ~ές: κριτικές. ~ά: σχόλια. Μιλούν με θερμά και ~ά λόγια για το ταλέντο της. ΣΥΝ. διθυραμβικός (1), εκθειαστικός, υμνητικός ● επίρρ.: εγκωμιαστικά [< αρχ. ἐγκωμιαστικός, αγγλ. encomiastic] | |
| 14353 | εγκώμιο | [ἐγκώμιο] ε-γκώ-μι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. προφορικός ή γραπτός λόγος με τον οποίο εκφράζεται θαυμασμός ή μεγάλη εκτίμηση για κάποιον ή κάτι: κολακευτικά/υπερβολικά ~α (πβ. κολακεία). ~α των κριτικών. Πρωτοβουλία/στάση άξια ~ίων (= επαίνων). Ακούω/γράφω/λέω ~α για κάποιον. Πβ. διθύραμβος, ύμνος. 2. ΦΙΛΟΛ. λογοτεχνικό είδος ποιητικών ή πεζών έργων που γράφτηκαν με σκοπό να εξυμνήσουν πρόσωπα, έργα, ιδιότητες: τα ~α της Θεοτόκου. ● ΣΥΜΠΛ.: τα εγκώμια του Επιταφίου/της Μεγάλης Παρασκευής & τα εγκώμια: ΕΚΚΛΗΣ. τροπάρια με εγκωμιαστικό περιεχόμενο που ψάλλονται το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Βλ. Επιτάφιος Θρήνος. ● ΦΡ.: πλέκω/ψάλλω το εγκώμιο κάποιου: εγκωμιάζω, επαινώ, εκθειάζω: ~ ~ της ομάδας/του προέδρου/του τιμωμένου. Πβ. εξυμνώ, υμνολογώ. [< γαλλ. tresser des couronnes, des lauriers à qqn] [< αρχ. ἐγκώμιον, αγγλ. encomium] | |
| 14354 | έγνοια | [ἔγνοια] έ-γνοια ουσ. (θηλ.) & έννοια (πρόφ. έν-νοια): σκέψη γεμάτη ανησυχία ή/και ενδιαφέρον, φροντίδα για κάποιον ή κάτι: καθημερινή/μόνιμη/πρωταρχική/τελευταία ~. Μεγάλες/ξένες ~ες. Κύρια/μοναδική της ~ είναι τα παιδιά της. Όλη μας η ~ ήταν να/πώς θα ... ~ για την προκοπή και την πρόοδο/για τον συνάνθρωπο (πβ. μέριμνα· ΑΝΤ. αμέλεια). Με/χωρίς ~ για κάποιον/κάτι. Άλλη ~ δεν είχε (πβ. μέλημα); Έβαλε ακόμα μια ~ (= σκοτούρα) στο κεφάλι του. Ξεχνάω κάθε ~. Τους τρώει η ~ και το άγχος. Έχω ~ες (= μπελάδες). Αφήστε πίσω/διώξτε όλες σας τις ~ες. Ζει μέσα στις ~ες και τα βάσανα. Φορτώνω κάποιον με ~ες. ● ΦΡ.: έννοια σου (σχηματίζεται με τους αδύνατους τ. κυρ. του β΄ προσ. της κτητ. αντων.) (εμφατ.): λέγεται απειλητικά ή καθησυχαστικά: ~ ~ (= αλίμονό σου) και θα δεις τι θα σου κάνω/τι θα πάθεις!|| ~ ~ (= μη σε απασχολεί, μη σε νοιάζει) και δεν θα κακοπέσει!, έχω την έγνοια: ανησυχώ, νοιάζομαι για κάποιον ή κάτι: ~ ~ της δουλειάς/του μωρού/του σπιτιού. Είναι ανήμποροι κι έχει την ~ τους (= τους φροντίζει). [< μεσν. έγνοια] | |
| 14355 | εγνωσμένος | , η, ο [ἐγνωσμένος] ε-γνω-σμέ-νος επίθ. (επίσ.): που είναι αναγνωρισμένος από όλους, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: ~η: ευαισθησία/ικανότητα/προσφορά. ~ο: ήθος. Πβ. αδιαφιλονίκητος, γνωστός, διαπιστωμένος. ● ΦΡ.: εγνωσμένης αξίας/εγνωσμένου κύρους & αναγνωρισμένης αξίας/αναγνωρισμένου κύρους: με γόητρο, υπόληψη: αθλητής/επιχειρήσεις/σχολή ~ ~. Επιστήμονες εγνωσμένου κύρους. Πβ. κλάση. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. γιγνώσκω] | |
| 14356 | ΕΓΟ | (η): Ελληνική Γυμναστική Ομοσπονδία. | |
| 14357 | ΕΓΠΟΔΕ | (η): Ειδική Γραμματεία Παιδείας Ομογενών και Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης. | |
| 14358 | εγρήγορση | [ἐγρήγορση] ε-γρή-γορ-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) κατάσταση ετοιμότητας: αγωνιστική/διαρκής/πνευματική/συνεχής/σωματική ~. ~ της κοινής γνώμης/της συνείδησης/των φορέων. Απαιτείται ~ και ανάληψη δράσεων. Πβ. επιφυλακή, προσοχή. 2. ΙΑΤΡ. κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο εγκέφαλος κάποιου, όταν αυτός δεν κοιμάται: κύκλος ύπνου-~ης. ● ΦΡ.: σε εγρήγορση & (αρχαιοπρ.) εν εγρηγόρσει: σε κατάσταση επαγρύπνησης: Βρίσκομαι/είμαι ~ ~ για κάτι. Ο ανταγωνισμός μας κρατούσε ~ ~. Πβ. επί ποδός.|| Το μυαλό του είναι ~ ~. [< αρχ. ἐγρήγορσις ‘το να είναι κάποιος ξάγρυπνος’, γαλλ. vigilance] | |
| 14359 | ΕΓΣ | 1. (η) Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών. 2. (ο) Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος. 3. (η) Έκτακτη Γενική Συνέλευση. | |
| 14360 | ΕΓΣΣΕ | (η): Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. | |
| 14361 | εγχάρακτος | , η, ο [ἐγχάρακτος] εγ-χά-ρα-κτος επίθ. (λόγ.): (για σχέδιο ή αντικείμενο) που έχει χαραχτεί: ~ος: σταυρός. ~η: διακόσμηση/παράσταση. ~ο: λογότυπο. ~ες: επιγραφές. ~α: γράμματα/σύμβολα. | |
| 14362 | εγχάραξη | [ἐγχάραξη] εγ-χά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. χάραξη σε σκληρή επιφάνεια με οξύ εργαλείο· (συνεκδ. στον πληθ.) οι γραμμές που δημιουργούνται: ειδική ~. ~ με λέιζερ. ~ γνησιότητας.|| Τα ειδώλια διακοσμούνται με ~άξεις. Πβ. σκάλισμα. 2. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.) αποτύπωση στον χαρακτήρα, τη μνήμη και τη συνείδηση: ~ της κυρίαρχης ιδεολογίας. ~ στο νου/στην ψυχή. [< μτγν. ἐγχάραξις ‘εντομή, κροούση’] | |
| 14363 | εγχαράσσω | [ἐγχαράσσω] εγ-χα-ράσ-σω ρ. (μτβ.) {εγχάρα-ξε, -ξει, -χθεί, -γμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.) 1. χαράζω σχέδιο, παράσταση, σύμβολο με οξύ όργανο σε σκληρή επιφάνεια: Διακοσμητικά στοιχεία έχουν ~χθεί στο υλικό της φιάλης. ~γμένος: κώδικας. Πβ. σκαλίζω. 2. (μτφ.) αποτυπώνω κάτι στη συνείδηση κάποιου: Οι αναμνήσεις ~χθηκαν στο υποσυνείδητό του. [< 2: μτγν. ἐγχαράσσω] | |
| 14364 | έγχαρτος | , η, ο [ἔγχαρτος] έγ-χαρ-τος επίθ. (λόγ.): που είναι σε έντυπη μορφή, έντυπος: ~η: έκδοση. ~ο: αρχείο. (ΟΙΚΟΝ.) ~ες: μετοχές (ΑΝΤ. άυλες)/ομολογίες. | |
| 14365 | εγχείρημα | [ἐγχείρημα] εγ-χεί-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {εγχειρήμ-ατος | -ατα, -άτων} (απαιτ. λεξιλόγ.): προσπάθεια με μεγάλο βαθμό δυσκολίας, που χρειάζεται τόλμη για να υλοποιηθεί: εκδοτικό/επικίνδυνο/ερευνητικό/μεταφραστικό/παράτολμο/πρωτοποριακό/φιλόδοξο ~. Αποτυχία/επιτυχία/κόστος/στήριξη/στόχος/υλοποίηση του ~ατος. Ενθάρρυνση/χρηματοδότηση νέων ~άτων. Το όλο ~ στέφθηκε με επιτυχία. Πβ. απόπειρα, τόλμημα. [< αρχ. ἐγχείρημα ‘επιχείρηση, επίθεση’] | |
| 14366 | εγχείρηση | [ἐγχείρηση] εγ-χεί-ρη-ση ουσ. (θηλ.) & εγχείριση: ΙΑΤΡ. επέμβαση με χειρουργικά εργαλεία στο σώμα ανθρώπου για θεραπευτικούς ή επανορθωτικούς σκοπούς: αναίμακτη/λεπτή/πλαστική/ρομποτική/σοβαρή ~. ~ σκωληκοειδίτιδας/στήθους. ~ στο γόνατο. ~ με λέιζερ/ολική ή τοπική αναισθησία. Αλλεπάλληλες/πολλαπλές ~ήσεις. Έκανε ~/υποβλήθηκε σε ~ (= χειρουργήθηκε). ● Υποκ.: εγχειρησούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: εγχείρηση ανοιχτής/ανοικτής καρδιάς: χειρουργική επέμβαση στην καρδιά κατά την οποία η κυκλοφορία του αίματος στο σώμα γίνεται εξωσωματικά με αντλία., πλαστική εγχείρηση/επέμβαση βλ. πλαστικός ● ΦΡ.: η εγχείρηση πέτυχε, (αλλά) ο ασθενής απεβίωσε/απέθανε (ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάτι έγινε με άψογο τρόπο, αλλά κατέληξε σε αποτυχία. [< αρχ. ἐγχείρησις ‘επιχείρηση, απόπειρα’, γαλλ. opération (chirurgicale)] | |
| 14367 | εγχειρήσιμος | , η, ο [ἐγχειρήσιμος] εγ-χει-ρή-σι-μος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να χειρουργηθεί: ~ος: καρκίνος. ΣΥΝ. χειρουργήσιμος ΑΝΤ. ανεγχείρητος [< αγγλ. operable] | |
| 14368 | εγχειρητική | [ἐγχειρητική] εγ-χει-ρη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αντιμετώπιση νόσου ή άλλων κλινικών καταστάσεων με χειρουργική επέμβαση. Πβ. χειρουργική. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ