Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15240-15260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14369εγχειρητικός, ή, ό [ἐγχειρητικός] εγ-χει-ρη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την εγχείρηση: ~ή: διαδικασία/τεχνική. ~ό: παρασκεύασμα. ~ά: προβλήματα. ~ή αντιμετώπιση τραυμάτων. Βλ. δι~, μετ~, περι~, προ~. ΣΥΝ. χειρουργικός (1) ● επίρρ.: εγχειρητικά [< αρχ. ἐγχειρητικός 'ριψοκίνδυνος']
14370εγχειρίδιο[ἐγχειρίδιο] εγ-χει-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. βιβλίο στο οποίο παρουσιάζονται συστηματικά οι βασικές γνώσεις ενός γνωστικού αντικειμένου: εκπαιδευτικό/ηλεκτρονικό/πρακτικό/τεχνικό ~. ~ αναφοράς/εγκατάστασης/λειτουργίας/οδηγιών/προγραμματισμού/χρήσης. Πβ. εγκόλπιο. 2. μικρό μαχαίρι. Πβ. στιλέτο. ● ΣΥΜΠΛ.: σχολικό/διδακτικό εγχειρίδιο: που προορίζεται για σχολική χρήση. [< 1: μτγν. ἐγχειρίδιον 2: αρχ. ~]
14371εγχειρίζω[ἐγχειρίζω] εγ-χει-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {εγχείρι-σε (λόγ., στη σημ. 2) ενεχείρι-σε, εγχειρί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος} 1. ΙΑΤΡ. χειρουργώ: ~στηκε επιτυχώς/πρόσφατα στο γόνατο. ~σμένο: πόδι. ΣΥΝ. εγχειρώ 2. (σπάν.-λόγ.) δίνω στο χέρι, παραδίδω: Του ~σε το έγγραφο/την επιστολή. ΣΥΝ. επιδίδω ΑΝΤ. παραλαμβάνω (1) [< 1: μτγν. ἐγχειρίζω, γαλλ. opérer 2: αρχ. ~]
14372εγχείριση[ἐγχείριση] εγ-χεί-ρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. εγχείρηση. 2. (σπάν.-επίσ.) επίδοση, η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εγχειρίζω. [< 2: μτγν. ἐγχείρισις]
14373εγχειρώ[ἐγχειρῶ] εγ-χει-ρώ ρ. {εγχείρ-ησε, εγχειρ-ήσει} (λόγ.): ΙΑΤΡ. εγχειρίζω, χειρουργώ. [< αρχ. ἐγχειρῶ 'καταπιάνομαι με κάτι, νοσηλεύω']
14374εγχέω[ἐγχέω] εγ-χέ-ω ρ. (μτβ.) {ενέχυ-σε, εγχύ-σει, -θηκε, -θεί, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (επιστ.): βάζω υγρό μέσα σε κάτι: Ο γιατρός ~ει ουσία/φάρμακο με ένεση στον οργανισμό. Το δηλητήριο των εντόμων ~εται στο δέρμα. Βλ. εισρέει. ΑΝΤ. εκχέω [< αρχ. ἐγχέω]
14375έγχορδος, η, ο [ἔγχορδος] έγ-χορ-δος επίθ.: ΜΟΥΣ. που παράγεται από έγχορδα: ~η: μελωδία. ~ες: συνθέσεις. Βλ. -χορδος. ● Ουσ.: έγχορδα (τα) {εγχόρδ-ων}: μουσικά όργανα που έχουν χορδές (π.χ. άρπα, βιολί, κιθάρα, λύρα, μπάσο, πιάνο): κλασικά/νυκτά/παραδοσιακά ~. Κουιντέτο/ορχήστρα ~ων. Σερενάτα για ~. Βλ. κρουστά, πνευστά. ΣΥΝ. χορδόφωνα [< μτγν. ἔγχορδος ‘εφοδιασμένος με χορδές’]
14376εγχρήματος, η/ος, ο [ἐγχρήματος] εγ-χρή-μα-τος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που γίνεται με χρήση χρημάτων: ~η: οικονομία. ~ες: συναλλαγές. Βλ. εμπράγματος, πιστωτικός. ΑΝΤ. ανταλλακτικός (2)
14377έγχρονος, η, ο [ἔγχρονος] έγ-χρο-νος επίθ. (λόγ.): που προσδιορίζεται από τα όρια του χρόνου: Η ~η και πεπερασμένη ύπαρξη του ανθρώπου. Βλ. άχρονος, -χρονος.
14378έγχρωμος, η, ο [ἔγχρωμος] έγ-χρω-μος επίθ. 1. που έχει χρώματα· ειδικότ. που τα παράγει ή τα αναπαράγει (όχι μόνο το άσπρο, το μαύρο και τις αποχρώσεις του γκρι): ~η: εικονογράφηση/φωτογραφία. ~ο: εξώφυλλο/χαρτί (ΑΝΤ. λευκό). ~ες: φωτοτυπίες. ~α: γραφικά/σχέδια. Πβ. χρωματιστός.|| ~ος: εκτυπωτής. ~η: κάμερα/οθόνη. ~α: πολυμηχανήματα/(ψηφιακά) φωτοαντιγραφικά. ΑΝΤ. ασπρόμαυρος. Βλ. -χρωμος. 2. (μειωτ.) για πρόσωπο που δεν ανήκει στη λευκή φυλή. Πβ. ερυθρόδερμος, κίτρινος, μαύρος. [< αγγλ. coloured]
14379εγχύθηκεβλ. εγχέω
14380έγχυμα[ἔγχυμα] έγ-χυ-μα ουσ. (ουδ.) {εγχύμ-ατα}: ΦΑΡΜΑΚ. υδατικό παρασκεύασμα, συνήθ. από βότανα, που λαμβάνεται με έγχυση (χωρίς βρασμό του μείγματος): αναζωογονητικό/χαλαρωτικό ~. ~ατα από άνθη/χαμομήλι. Ζεστά ~ατα. Βλ. αφέψημα. [< μτγν. ἔγχυμα ‘έγχυση, ενστάλαξη’]
14381εγχύνωβλ. εγχέω
14382έγχυση[ἔγχυση] έγ-χυ-ση ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. έκχυση 1. (επιστ.) σταδιακή εισαγωγή υγρού σε οργανισμό ή δοχείο· συνεκδ. το εγχεόμενο υγρό: (ΙΑΤΡ.) ενδοφλέβια ~. ~ βλαστοκυττάρων/ινσουλίνης/κορτιζόνης/σκιαγραφικού. Διαδερμική ~ αλκοόλης. Συσκευές χορήγησης, ~ης και μετάγγισης. Ενδοαρθρικές/ενδοδερμικές ~ύσεις. ~ύσεις ορμονών/στεροειδών. Πβ. ένεση, ορός. Βλ. σπερματ~.|| ~ νερού. ~ σε καλούπι. Πβ. χύσιμο. Βλ. εμφύσηση, ενστάλαξη. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ελεγχόμενη εισαγωγή υγρού ή αερίου σε μηχανή ή μηχανισμό: ~ καυσίμων/σκυροδέματος. Εκτυπωτές ~ης μελάνης. Πβ. ψεκασμός.|| ~ αζώτου. [< 1: μτγν. ἔγχυσις, γαλλ. injection. perfusion, 1912]
14383εγχυτήρας[ἐγχυτήρας] εγ-χυ-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μπεκ. 2. (λόγ.-παλαιότ.) σύριγγα. Βλ. -τήρας. [< μεσν. εγχυτήρ, γαλλ. injecteur]
14384εγχώριος, α, ο [ἐγχώριος] εγ-χώ-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που ανήκει ή παράγεται στο εσωτερικό μιας χώρας: ~ος: ανταγωνισμός/πληθυσμός. ~α: αγορά/κατανάλωση/παραγωγή. ~ο: δυναμικό. ~ες: διοργανώσεις/επιχειρήσεις/πωλήσεις/τράπεζες. ~α: προϊόντα (ΑΝΤ. εισαγόμενα, εισηγμένα)/υλικά. ΣΥΝ. ντόπιος (1) ΑΝΤ. ξένος (2), ξενόφερτος ● επίρρ.: εγχωρίως ● ΣΥΜΠΛ.: ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) βλ. προϊόν, καθαρό εγχώριο προϊόν βλ. προϊόν [< αρχ. ἐγχώριος]
14385εγώ[ἐγώ] ε-γώ προσ. αντων. {εν. γεν. (δυνατός τ.) εμένα/(αδύνατος τ.) μου/(λόγ.) εμού, αιτ. εμένα/μένα/με/(λόγ.) εμέ | πληθ. ονομ. εμείς, αιτ. εμάς/μας· χωρ. κλητ.} & (προφ.) γω: δηλώνει το ίδιο το πρόσωπο που μιλά ή γράφει, για να ξεχωρίσει από το β' και γ' πρόσωπο: -Ποιος είναι; -~. ~ η ίδια σε προειδοποίησα. ~ και οι άλλοι. -Ποιος το έκανε; -Όχι ~.|| (η ονομ. είναι το υποκείμενο για κάθε ρήμα α' πρόσ. και συνήθ. εννοείται) (~) διόρθωσα το κείμενο.|| (εμφατ. ή σε αντιδιαστολή με άλλα πρόσωπα) ~ σε πήρα τηλέφωνο. ~ σου τα 'λεγα, αλλά εσύ δεν με άκουγες! ~ να μείνω μέσα κι εσύ να πας βόλτα; Εμείς σε βοηθήσαμε και όχι αυτός.|| (εμφατ. χρησιμοποιούνται μαζί και οι δύο τύποι της αντων.) Μη μου τα φορτώνεις εμένα όλα!|| (η γεν. χρησιμοποιείται ως κτητ. επίθ. ή ως β' όρος σύγκρισης) Τα παπούτσια μου πάλιωσαν. Είναι μεγαλύτερός μου/από εμένα.|| (η γεν. κ. αιτ. συντάσσονται με ρήμα ή πρόθεση, ή βρίσκονται κοντά σε επίρρημα) Μου έγραψε. Τηλεφώνησέ μου. Άσε με. Φύλαξέ μου το/φύλαξέ το μου. Εκτός/πλην εμού. Για μας. Δίπλα/κοντά/μαζί μου.|| (οικ.) Τι μου γίνεσαι/μου κάνεις; Έλα μου! Βλ. ημείς, ημών. ● ΦΡ.: εγώ είμαι εγώ κι εσύ είσαι εσύ: είμαστε διαφορετικοί μεταξύ μας., εγώ τα λέω, εγώ τ' ακούω/μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ' ακούω (προφ.): κανένας δεν προσέχει αυτά που λέω, ιδ. ο συνομιλητής: Δεν σου είπα να θυμηθείς να πληρώσεις τον λογαριασμό; Μου φαίνεται ~ ~. ΣΥΝ. φωνή βοώντος εν τη ερήμω, εμείς κι εμείς (προφ.): μονάχα εμείς οι γνωστοί και συνήθ. λίγοι, σε στενό κύκλο: Ήμασταν/μείναμε ~ ~., κατ' εμέ (λόγ.): κατά τη γνώμη μου, κατά την άποψή μου: ~ ~ είναι αριστούργημα., εγώ να δεις! βλ. βλέπω, είπα κι εγώ βλ. λέω, εμένα μου λες βλ. λέω, εμένα που με βλέπεις βλ. βλέπω, μακριά από μας/απ' εδώ βλ. μακριά, να 'μαι κι εγώ βλ. είμαι, ξέρω γω βλ. ξέρω, ξέρω κι εγώ/(που θες να) ξέρω εγώ/'γω;/! βλ. ξέρω, ποιος μου λέει (εμένα) βλ. λέω ● βλ. υμών [< αρχ. ἐγώ]
14386εγώ[ἐγώ] ε-γώ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ατομικότητα, προσωπικότητα και συνείδηση της ταυτότητας του ανθρώπου: Γνώρισε το ~ σου (= τον εαυτό σου). 2. εγωισμός: υπερτροφικό ~. Το ~ και το εμείς/εσύ. Βλ. εγωκεντρ-, εγωτ-, ναρκισσ-ισμός. 3. ΨΥΧΑΝ. (κ. με κεφαλ. Ε) ψυχική βαθμίδα που καθιστά δυνατή την επαφή με την εξωτερική πραγματικότητα πιέζοντας τις άλλες βαθμίδες (το υπερεγώ και το εκείνο) να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις της: οι αμυντικοί μηχανισμοί του ~. ● ΦΡ.: το άλλο εγώ & το άλτερ έγκο ΣΥΝ. alter ego 1. πρόσωπο που συμπληρώνει κάποιο άλλο, δημιουργώντας άρρηκτη ενότητα: Βρήκα το ~ μου ~, το ιδανικό μου ταίρι (= το άλλο μου μισό). Βλ. σωσίας. 2. η διαφορετική ή αντίθετη πλευρά της προσωπικότητας, ο άλλος εαυτός: ~ ~ του ήρωα. [< αγγλ. ego, γερμ. das Ich]
14387εγωισμός[ἐγωισμός] ε-γω-ι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η προσήλωση του ατόμου στον εαυτό του και το προσωπικό του συμφέρον: ατομικός/πληγωμένος/τυφλός/υπέρμετρος ~. Δόση/έλλειψη/ίχνος ~ού. Σύγκρουση ~ών. Τρέφει τον ~ό κάποιου. Ρίχνω τον ~ό μου. Ο ~ του δεν τον άφησε να .../τον κατέστρεψε. Θα πρέπει να παραμεριστούν οι ~οί. Δεν χωράνε ~οί στην αγάπη. Ικανοποίηση προσωπικών ~ών και φιλοδοξιών. Είναι υπεράνω ~ών. Βλ. ματαιοδοξία, μικροεγωισμοί. ΣΥΝ. ατομικισμός (1), ατομισμός (1), εγωκεντρισμός (1), εγωλατρία, εγωπάθεια, φιλαυτία ΑΝΤ. αλτρουισμός, φιλαλληλία 2. (προφ.) φιλότιμο, αξιοπρέπεια, περηφάνεια: Καλά, ούτε μια στάλα ~ό δεν έχει; Βλ. -ισμός. ● ΦΡ.: θίγω/πληγώνω τον εγωισμό κάποιου: προσβάλλω το εγώ, την προσωπικότητα ή την αξιοπρέπεια κάποιου: Η άρνηση και η απόρριψη μειώνουν την αυτοπεποίθηση και ~ουν ~. [< γαλλ. égoïsme, αγγλ. egoism]
14388εγωιστής, εγωίστρια[ἐγωιστής] ε-γω-ι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διακατέχεται από εγωισμό: αμετανόητος/μεγάλος ~. Αποδείχθηκε τρομερά/υπέρμετρα/φοβερά ~. || (ως επίθ.) ~ές: άνθρωποι. Πβ. αλαζόνας, άπληστος, κακομαθημένος. ΣΥΝ. ατομικιστής (1), ατομιστής (1), εγωπαθής, φίλαυτος ΑΝΤ. αλτρουιστής, αλτρουίστρια ● Υποκ.: εγωιστάκος (ο) ● Μεγεθ.: εγωίσταρος & εγωισταράς (ο), εγωισταρού (η): ~ και εγωπαθής. [< γαλλ. égoïste, αγγλ. egoist]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.