| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 14389 | εγωιστικός | , ή, ό [ἐγωιστικός] ε-γω-ι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον εγωισμό: ~ός: λόγος. ~ή: συμπεριφορά. ~ές: επιδιώξεις/φιλοδοξίες. ~ά: κίνητρα/πάθη. Ήταν πολύ ~ό εκ μέρους του να ... Βλ. -ιστικός1. ΣΥΝ. ατομιστικός (1), εγωκεντρικός, εγωπαθής ΑΝΤ. αλτρουιστικός ● επίρρ.: εγωιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. égoïste, αγγλ. egoistic] | |
| 14390 | εγωκεντρικός | , ή, ό [ἐγωκεντρικός] ε-γω-κε-ντρι-κός επίθ./ουσ. (λόγ.): που σχετίζεται με τον εγωκεντρισμό: ~ός: χαρακτήρας. ~ή: αντίληψη/προσωπικότητα/στάση. ~ό: άτομο. ~ές: επιθυμίες. ~ά: κίνητρα. Βλ. -κεντρικός. ΣΥΝ. ατομιστικός (1), εγωιστικός, εγωπαθής, φίλαυτος ● επίρρ.: εγωκεντρικά [< γαλλ. égocentrique, 1880, égocentriste, 1923, αγγλ. egocentric, επίθ. 1894, ουσ. 1901] | |
| 14391 | εγωκεντρικότητα | [ἐγωκεντρικότητα] ε-γω-κε-ντρι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εγωκεντρισμός. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. egocentricity, 1903] | |
| 14392 | εγωκεντρισμός | [ἐγωκεντρισμός] ε-γω-κε-ντρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (αρνητ. συνυποδ.) η τάση του ατόμου να θεωρεί τον εαυτό του σημείο αναφοράς του περίγυρού του και να αδιαφορεί για τους άλλους: άκρατος ~. Πβ. ναρκισσ-, φιλοτομαρ-ισμός. ΣΥΝ. ατομικισμός (1), ατομισμός (1), ατομοκεντρισμός (1), εγωισμός (1), εγωλατρία, εγωπάθεια 2. ΨΥΧΟΛ. ο ατομικός χαρακτήρας της σκέψης του παιδιού, που αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει τα πάντα από τη δική του σκοπιά, λόγω έλλειψης αντικειμενικότητας: γνωστικός/νοητικός ~. ~ της εφηβικής ηλικίας. [< γαλλ. égocentrisme, αρχές του 20ού αι., αγγλ. egocentrism, 1900] | |
| 14393 | εγωλάτρης | [ἐγωλάτρης] ε-γω-λά-τρης ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από εγωλατρία. Βλ. -λάτρης. | |
| 14394 | εγωλατρία | [ἐγωλατρία] ε-γω-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) (συχνά αδόκ. εγωλατρεία): εγωπάθεια. Βλ. -λατρία. | |
| 14395 | εγωμανής | , ής, ές [ἐγωμανής] ε-γω-μα-νής επίθ./ουσ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από εγωμανία: ~ής: προσωπικότητα.|| (ως ουσ.) ~είς με εμμονές. Βλ. -μανής. ΣΥΝ. εγωλάτρης, εγωπαθής ΑΝΤ. αλτρουιστής, αλτρουίστρια [< γαλλ. égomaniaque, αγγλ. egomaniac] | |
| 14396 | εγωμανία | [ἐγωμανία] ε-γω-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): υπερβολικός και παθολογικός εγωισμός: αρρωστημένη/τυφλή ~. Πβ. εγωκεντρισμός, εγωπάθεια. Βλ. -μανία. [< γερμ. Egomanie, γαλλ. égomanie, αγγλ. egomania] | |
| 14397 | εγωπάθεια | [ἐγωπάθεια] ε-γω-πά-θει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): εγωκεντρισμός: υπέρμετρη ~. Βλ. -πάθεια. ΣΥΝ. ατομικισμός (1), εγωισμός (1), εγωλατρία | |
| 14398 | εγωπαθής | , ής, ές [ἐγωπαθής] ε-γω-πα-θής επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από εγωπάθεια: ~ής: συμπεριφορά (= εγωιστική, εγωκεντρική). ~ές: άτομο. Αθεράπευτα ~είς και εμπαθείς. Βλ. -παθής. ΣΥΝ. εγωλάτρης, εγωμανής ● επίρρ.: εγωπαθώς [-ῶς] (σπάν.-λόγ.) | |
| 14399 | εγωτικός | , ή, ό [ἐγωτικός] ε-γω-τι-κός επίθ. & εγωτιστικός: που χαρακτηρίζεται από εγωτισμό: ~ή: απαίτηση. Πβ. ατομ-, ναρκισσ-ιστικός, εγωπαθής. [< γαλλ. égotique, αγγλ. egotistic] | |
| 14400 | εγωτισμός | [ἐγωτισμός] ε-γω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (λόγ.) προβολή του εγώ σε υπερβολικό βαθμό: άκρατος ~. Πβ. ατομικ-, ναρκισσ-ισμός. 2. ΛΟΓΟΤ. η τάση του συγγραφέα να μιλά για τον εαυτό του μέσω εκτενών και λεπτομερών αναλύσεων: ο ~ και η αισθαντικότητα του ρομαντισμού. Πβ. αυτοαναφορικότητα. 3. ΦΙΛΟΣ. αντίληψη που υποστηρίζει την προσωπική τελειοποίηση μέσα από την αυτοανάλυση και καλλιέργεια. [< γαλλ. égotisme, αγγλ. egotism] | |
| 14401 | ΕΔ | (οι): Ένοπλες Δυνάμεις. | |
| 14402 | ΕΔΑΔ | (το): Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. | |
| 14403 | ΕΔΑΕ | (το): Ελληνικό Δίκτυο Ανοικτής και εξ αποστάσεως Εκπαίδευσης. | |
| 14404 | εδαφιαίος | , α, ο [ἐδαφιαῖος] ε-δα-φι-αί-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται στο έδαφος ή κυρ. φτάνει μέχρι αυτό: ~α: μετάνοια/υπόκλιση. Βλ. -ιαίος. [< μεσν. εδαφιαίος] | |
| 14405 | εδαφικός | , ή, ό [ἐδαφικός] ε-δα-φι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στο έδαφος ενός κράτους από νομική, στρατιωτική και πολιτική άποψη: ~ός: περιορισµός. ~ή: άμυνα/διαίρεση/ενότητα/επέκταση/επικράτεια/ολοκλήρωση (χώρας)/συνεργασία/συνοχή. ~ό: καθεστώς. ~ές: διεκδικήσεις/παραχωρήσεις. ~ά: ανταλλάγματα/δικαιώματα.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. ζήτημα) τέθηκε επί τάπητος. 2. που έχει σχέση με τον φλοιό της Γης ή το έδαφος: ~ή: μορφολογία (βλ. γεωμορφολογία).|| ~ή: έκταση/επιφάνεια. ~ό: υλικό. ~οί: πόροι. Βλ. κτηματικός. ● επίρρ.: εδαφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εδαφική ακεραιότητα βλ. ακεραιότητα [< 1: μτγν. ἐδαφικός, γαλλ. édaphique, αγγλ. edaphic] | |
| 14406 | εδαφικότητα | [ἐδαφικότητα] ε-δα-φι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. η δυνατότητα εφαρμογής των νόμων στα εδάφη όπου μια χώρα έχει κυριαρχικά δικαιώματα: ρήτρες ~ας. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. territorialité] | |
| 14407 | εδάφιο | [ἐδάφιο] ε-δά-φι-ο ουσ. (ουδ.) {εδαφί-ου} (λόγ.): μικρό μέρος, απόσπασμα κυρ. θρησκευτικών ή νομικών κειμένων, συνήθ. αριθμημένο: ~α (= χωρία) της Αγίας Γραφής. Πβ. περικοπή.|| Το πρώτο/τελευταίο ~ του άρθρου/του κανονισµού/του νόμου/της παραγράφου (πβ. υποπαράγραφος). Κατ' εφαρµογή του ~ου ... [< μτγν. ἐδάφιον ‘υπόβαθρο, ιερό κείμενο’] | |
| 14408 | εδαφοβελτιωτικός | , ή, ό [ἐδαφοβελτιωτικός] ε-δα-φο-βελ-τι-ω-τι-κός επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στη βελτίωση της απόδοσης του εδάφους για λόγους γεωργικούς: ~ά: υλικά. Βλ. εγγειοβελτιωτικός.|| (ως ουσ.) Οργανικά ~ά. Παραγωγή ~ών. Πβ. κομπόστ. [< αγγλ. soil amendment, 1915] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ