Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15280-15300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14409εδαφόβιος, α, ο [ἐδαφόβιος] ε-δα-φό-βι-ος επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που ζει στο έδαφος: ~α: πουλιά (π.χ. κορυδαλλός, ορτύκι, πέρδικα, σουσουράδα). Βλ. -βιος, δενδρόβιος.
14410εδαφογένεση[ἐδαφογένεση] ε-δα-φο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. φυσική διαδικασία σχηματισμού και διαμόρφωσης του εδάφους. Βλ. -γένεση, εδαφολογία. [< αγγλ. pedogenesis, 1935, γαλλ. pédogenèse, 1963]
14411εδαφοδυναμική[ἐδαφοδυναμική] ε-δα-φο-δυ-να-μι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΓΕΩΛ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται κυρ. με τα δυναμικά χαρακτηριστικά των εδαφών, την κατηγοριοποίησή τους, την απόκρισή τους στις σεισμικές διεγέρσεις· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα. Βλ. βραχο-, εδαφο-μηχανική. [< αγγλ. soil dynamics, γαλλ. dynamique du sol]
14412εδαφοκάλυψη[ἐδαφοκάλυψη] ε-δα-φο-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κάλυψη εδάφους με φυτά ή τεχνητά υλικά: υφάσματα ~ης. Βλ. δενδροφύτευση, δασο-, φυτο-κάλυψη.
14413εδαφολογία[ἐδαφολογία] ε-δα-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ε): ΓΕΩΛ. κλάδος της εφαρμοσμένης γεωλογίας που μελετά τον σχηματισμό, τις ιδιότητες και την εξέλιξη του εδάφους· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: γενική/δασική ~. ~-λιπασματολογία. Βλ. εδαφογένεση, -λογία. [< γερμ. Pedologie, γαλλ. pédologie, 1899, αγγλ. pedology, 1900]
14414εδαφολογικός, ή, ό [ἐδαφολογικός] ε-δα-φο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με την εδαφολογία: ~ός: χάρτης. ~ή: ανάλυση/μελέτη. ~ό: εργαστήριο. Ελληνική ~ή Εταιρεία.|| (καταχρ. αντί για εδαφικός:) ~ές: συνθήκες. ~ά: χαρακτηριστικά. ● επίρρ.: εδαφολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. pédologique, αγγλ. pedological, 1924]
14415εδαφολόγος[ἐδαφολόγος] ε-δα-φο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην εδαφολογία: γεωπόνος-~. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. pedologist, 1924, γαλλ. pédologue, 1955]
14416εδαφομηχανική[ἐδαφομηχανική] ε-δα-φο-μη-χα-νι-κή (κ. με κεφαλ. Ε): ΜΗΧΑΝ. επιστήμη που μελετά τη μηχανική συμπεριφορά του εδάφους για την κατασκευή τεχνικών έργων· συνεκδ. το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα: πειραματική ~. Βλ. βραχομηχανική. [< αγγλ. soil mechanics, 1920, γαλλ. mécanique des sols]
14417εδαφομηχανικός, ή, ό [ἐδαφομηχανικός] ε-δα-φο-μη-χα-νι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με την εδαφομηχανική. ΣΥΝ. εδαφοτεχνικός ● Ουσ.: εδαφομηχανικός (ο/η): επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στην εδαφομηχανική: πολιτικός μηχανικός-~. ΣΥΝ. εδαφοτεχνικός [< αγγλ. soils engineer]
14418εδαφοποίηση[ἐδαφοποίηση] ε-δα-φο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): φυσική μέθοδος ξήρανσης, αποικοδόμησης και εξυγίανσης της λυματολάσπης. Βλ. κομποστο-, λιπασματο-ποίηση. || ~ της θάλασσας.
14419έδαφος[ἔδαφος] έ-δα-φος ουσ. (ουδ.) {εδάφ-ους | -η, -ών} 1. το ανώτατο στρώμα του γήινου φλοιού, θεωρούμενο κυρ. ως προς τη μορφολογία, την κατάσταση, τις παραγωγικές του ιδιότητες· γη, χώμα: ανώμαλο/γόνιμο/γυμνό (: χωρίς βλάστηση)/ηφαιστειογενές/ομαλό/σαθρό/σκληρό/στερεό/τραχύ ~. Άγονα/αμμώδη/αργιλώδη (βλ. ασπρόχωμα)/εύφορα/πετρώδη/υγρά ~η. ~ κατάλληλο για καλλιέργειες και κτηνοτροφία. ~η πλούσια σε θρεπτικά συστατικά/οργανικές ύλες. Φυτά για (φτωχά και) ξηρά ~η. Ανάγλυφο/διάβρωση/θερμοκρασία/καλλιέργεια/ρύπανση/υγρασία (του) ~ους. Περιεκτικότητα του ~ους σε ασβέστιο/σίδηρο. Κάτω (πβ. υπόγειος)/πάνω (πβ. υπέργειος) από το ~. Απορρύπανση/ερημοποίηση/καθιζήσεις ~ών. Γλίστρησε κι έπεσε/κάθισε/ξάπλωσε στο ~ (πβ. καταγής).|| (ΣΤΡΑΤ.) Αναγνώριση ~ους. Επιχειρήσεις στον αέρα και το ~ (= ξηρά).|| (ΓΕΩΛ.-ΕΔΑΦ.) Ιδιότητες/χαρτογράφηση ~ών. Το πορώδες του ~ους.|| (κατ' επέκτ.) Το ~ της Σελήνης. 2. (ειδικότ.) επικράτεια, έκταση, περιοχή, χώρος: εχθρικό/ουδέτερο ~. Ελεύθερα/κατεχόμενα ~η. Επιστροφή στα πάτρια ~η (= πατρίδα). Ηλιακή έκλειψη ορατή από ελληνικό ~. Επιστροφή/κατάληψη/προσάρτηση ~ών. 3. (μτφ.) βάση, θεμέλιο, ευνοϊκό κυρ. κλίμα ή περιβάλλον: κατάλληλο ~ για την επίτευξη λύσης. Πβ. συνθήκες. ● ΣΥΜΠΛ.: παντός εδάφους: σχεδιασμένος για χρήση σε ποικίλα εδάφη: οχήματα ~ ~. Βλ. παντός καιρού. , παρθένο έδαφος (μτφ.): για καινούργιο, ανεξερεύνητο πεδίο δράσης: Τομέας που αποτελεί ~ ~ για ανάπτυξη., πρόσφορο/γόνιμο/εύφορο έδαφος/κλίμα/πεδίο (μτφ.): κατάλληλες, ευμενείς, θετικές συνθήκες: ~ ~ για επενδύσεις/έρευνα/συνεργασία. Ιδέες που βρήκαν ~ έδαφος και ρίζωσαν., προσωπικό εδάφους: που είναι υπεύθυνο για αεροπλάνα και πτήσεις και δεν εργάζεται μέσα σε αεροσκάφος. Βλ. ιπτάμενος. [< γαλλ. personnel au sol] , στέρεο έδαφος (μτφ.): σταθερή βάση, γερό θεμέλιο: ~ ~ εμπιστοσύνης, φιλίας και συνεργασίας (μεταξύ δύο χωρών)., ανταλλαγή εδαφών βλ. ανταλλαγή, απώλεια εδάφους βλ. απώλεια, ασκήσεις εδάφους βλ. άσκηση, προλείανση του εδάφους βλ. προλείανση, συνοδός εδάφους βλ. συνοδός ● ΦΡ.: η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου (μτφ.): νιώθω έντονη ανασφάλεια, πανικοβάλλομαι: Όταν πέθανε ο πατέρας της, αισθάνθηκε τη γη να χάνεται ~ ~ της.|| Το έδαφος τρίζει ~ ~ του και φοβάται για την πολιτική του επιβίωση., καλύπτω/ανακτώ/(ξανα)κερδίζω το χαμένο έδαφος (μτφ.): ξαναπαίρνω το προβάδισμα: Δεν έχουμε πολύ χρόνο για να καλύψουμε ~ ~. [< γαλλ. regagner le terrain perdu] , κερδίζει έδαφος (μτφ.): αποκτά συγκριτικό πλεονέκτημα, αρχίζει να προηγείται, να υπερέχει: ~ ~ η βιολογική γεωργία. Πβ. κερδίζει/παίρνει πόντους. [< γαλλ. gagner du terrain] , χάνει έδαφος (μτφ.): υποχωρεί. [< γαλλ. perdre du terrain] , (αφήνω/μένει) το πεδίο/το έδαφος ελεύθερο βλ. ελεύθερος, βρίσκω κοινό έδαφος (με κάποιον) βλ. κοινός, προλειαίνω/προετοιμάζω το έδαφος βλ. προλειαίνω [< 1,2: αρχ. ἔδαφος 3: γαλλ. terrain]
14420εδαφοτεχνικός, ή, ό [ἐδαφοτεχνικός] ε-δα-φο-τε-χνι-κός επίθ.: ΜΗΧΑΝ. εδαφομηχανικός: ~ή: μελέτη. ● Ουσ.: εδαφοτεχνικός (ο/η): εδαφομηχανικός.
14421ΕΔΔ1. (το) Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο (EJN, European Judicial Network). 2. (η) Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
14422ΕΔΕ1. (η) Ένορκη Διοικητική Εξέταση. 2. (το) Ενιαίο Διοικητικό Έγγραφο. 3. (η) Ειδική Διατμηματική Επιτροπή (στα πανεπιστήμια).
14423εδέησα[ἐδέησα] ε-δέ-η-σα ρ. (μτβ.) {δεήσει} (προφ.-συνήθ. ειρων.): κατάφερα, βρήκα επιτέλους τον χρόνο ή τον τρόπο να κάνω κάτι: Ακόμα δεν ~ε να απαντήσει στο μήνυμά μου. Πότε θα δεήσεις (= δεχτείς, καταδεχτείς) να έρθεις απ' τα μέρη μας; ● βλ. δέομαι [< αρχ. δέω]
14424έδειραβλ. δέρνω
14425Εδέμ[Ἐδέμ] Ε-δέμ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: κυρ. στη ● ΦΡ.: κήπος της Εδέμ 1. (μτφ.) κάθε τόπος απαράμιλλης ομορφιάς και ευτυχίας: Ο κόσμος του παιχνιδιού είναι ο μόνιμός μας ~ ~ (= επίγειος παράδεισος). 2. ΕΚΚΛΗΣ. (αλλιώς Εδέμ, στην ΠΔ) ο τόπος στον οποίο ζούσαν οι Πρωτόπλαστοι, ο Παράδεισος: εξορία του ανθρώπου από τον ~ο ~. [< μτγν. Ἐδέμ]
14426ΕΔΕΜ(η): Ένωση Δικαιούχων Έργων Μουσικής (2020).
14427έδεσμα[ἔδεσμα] έ-δε-σμα ουσ. (ουδ.) {εδέσμ-ατα} (λόγ.): φαγητό και ειδικότ. αυτό που μαγειρεύεται με τέχνη ή σερβίρεται σε επίσημες περιστάσεις: εκλεκτό/παραδοσιακό/τοπικό ~. Πασχαλινά/σαρακοστιανά ~ατα. Γλέντι με άφθονο κρασί και πλούσια ~ατα. Πβ. φαγώσιμο, φαΐ. [< αρχ. ἔδεσμα]
14428εδεσματολόγιο[ἐδεσματολόγιο] ε-δε-σμα-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μενού. Πβ. (τιμο)κατάλογος. Βλ. -λόγιο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.