Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [15300-15320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
14429εδεσσαϊκός, ή, ό [ἐδεσσαϊκός] ε-δεσ-σα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Έδεσσα ή/και τους Εδεσσαίους.
14430Εδεσσαίος, Εδεσσαία[Ἐδεσσαῖος] Ε-δεσ-σαί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Έδεσσα.
14431ΕΔΕΤ1. (το) Εθνικό Δίκτυο Έρευνας και Τεχνολογίας. 2. (η) Ένωση Δημιουργών Ελληνικού Τραγουδιού.
14432εδικόςβλ. δικός
14434ΕΔΟΣΑ(η): Ένωση Δωρητών Οργάνων Σώματος Ανθρώπου.
14435ΕΔΠ: 1. (το) Επιστημονικό Διδακτικό Προσωπικό (στα πανεπιστήμια). 2. (η) Επιτροπή Διαχείρισης Προγράμματος.
14436έδρα[ἕδρα] έ-δρα ουσ. (θηλ.) {εδρ-ών} 1. τόπος ή κτίριο όπου λειτουργεί ή στεγάζεται μόνιμα η διοίκηση Αρχής ή νομικού προσώπου: η ~ των Ηνωμένων Εθνών/του ΝΑΤΟ. Η νόμιμη ~ της τράπεζας. Η ιστορική έδρα του δήμου ... Το νησί αποτελεί διοικητική ~ του Πανεπιστημίου. Η ~ (: τα κεντρικά γραφεία) της επιχείρησης/του ιδρύματος/του ομίλου. Έχει ως επαγγελματική ~ την οικία της. (για νομικό πρόσωπο) Η καταστατική ~ (: που ορίζεται από το καταστατικό) και η πραγματική ~ (: όπου πράγματι λειτουργεί η διοίκηση).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Επισκοπική ~. Η ~ του Πατριαρχείου (= πατριαρχική ~).|| (προφ.) Επιστρέψαμε στην ~ μας (= στον τόπο διαμονής). Πβ. βάση. 2. (μτφ.) θέση ή αξίωμα δημόσιου λειτουργού σε ένα σώμα· κυρ. καθεμία από τις βουλευτικές θέσεις τις οποίες έχει μια εκλογική περιφέρεια ή κερδίζει ένα κόμμα στις εκλογές· (ειδικότ.-παλαιότ.) θέση καθηγητή σε ανώτερο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα: Προκήρυξη για την πλήρωση μιας ~ας τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών. Δικαστική ~. (περιληπτ., το σύνολο των δικαστών σε μια δίκη:) H ~ αποφάσισε κατά πλειοψηφία ότι ... Ο εισαγγελέας της ~ας.|| Κοινοβουλευτική ~. Απόλυτη πλειοψηφία ~ών στη Βουλή. Κατανομή ~ών. Η αναλογικότητα ψήφων-~ών. Το κόμμα έχασε συνολικά ... ~ες.|| Πανεπιστημιακή ~. Πβ. θώκος. 3. ΑΘΛ. το γήπεδο μιας ομάδας· συνεκδ. το σύνολο των οπαδών της που παρευρίσκονται σε αυτό και η ατμόσφαιρα που δημιουργούν κατά τη διεξαγωγή ενός αγώνα, ως παράγοντες που επηρεάζουν την έκβασή του: απόρθητη (: για ανίκητη ομάδα στους εντός του γηπέδου της αγώνες)/ουδέτερη (: που δεν είναι το γήπεδο καμιάς από τις αγωνιζόμενες ομάδες)/φυσική ~. Νικήσαμε/χάσαμε στην ~ μας.|| Γερή/δύσκολη/σκληρή ~.|| (προφ.) Διαιτητής που παίζει/σφυρίζει ~ (: μεροληπτεί υπέρ των γηπεδούχων). 4. βάθρο ομιλητή, δασκάλου, δικαστή, εφοδιασμένο με κάθισμα ή γραφείο: υπερυψωμένη ~. Ο πρόεδρος της Βουλής ανέβηκε στην ~ (πβ. βήμα). Πβ. εξ~, πόντιουμ. 5. (λόγ.) κάθισμα: ανακλινόμενη/περιστρεφόμενη ~. Ενιαία/ξεχωριστή ~-πλάτη πολυθρόνας. ~ που ρυθμίζεται καθ' ύψος. Ηλεκτρονική ανύψωση ~ας. Πβ. θέση. 6. ΓΕΩΜ. καθένα από τα πολύγωνα που αποτελούν την κλειστή επιφάνεια ενός στερεού σχήματος ή τα ημιεπίπεδα μιας δίεδρης γωνίας: τριγωνικές ~ες. Οι ~ες του κύβου.|| Οι ~ες του διαμαντιού. 7. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. πρωκτός· γλουτοί, οπίσθια. Πβ. σφιγκτήρας. 8. (επιστ.) κέντρο: ~ της νόησης είναι ο εγκέφαλος. ● ΣΥΜΠΛ.: η Αγία Έδρα: ΘΡΗΣΚ. το Βατικανό ως τόπος όπου διαμένει και ασκεί την εξουσία του ο πάπας· συνεκδ. οι εκπρόσωποί του. [< ιταλ. la Santa Sede] , πλεονέκτημα/μειονέκτημα έδρας: ΑΘΛ. για περιπτώσεις όπου μια ομάδα είναι γηπεδούχος ή φιλοξενούμενη στον πρώτο από μια σειρά αγώνων, επομένως πλεονεκτεί ή μειονεκτεί, αντίστοιχα, έναντι της αντιπάλου της στην προσπάθεια να συμπληρώσει τον απαιτούμενο αριθμό νικών για πρόκριση σε επόμενη φάση ή κατάκτηση τροπαίου: Διατηρούν το πλεονέκτημα (της) έδρας. ● ΦΡ.: εκτός έδρας 1. ΑΘΛ. στο γήπεδο αντίπαλης ομάδας: νίκη ~ ~. 2. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. μακριά από τον μόνιμο τόπο εργασίας και διαμονής: Μισθωτός που εργάζεται ~ ~.|| (ως επίθ.) ~ ~ διανυκτέρευση (υπαλλήλου).|| (ως ουσ.) Τα ~ ~. , εντός έδρας: ΑΘΛ. στο γήπεδο που αποτελεί την έδρα της ομάδας: το τελευταίο ~ ~ παιχνίδι. Παίζουμε ~ ~., παρά φύση έδρα & (λόγ.) παρά φύσιν έδρα: ΙΑΤΡ. τεχνητό απεκκριτικό στόμιο στην κοιλιακή χώρα, που δημιουργείται με ειλεοστομία. [< αγγλ. abdominal anus, γαλλ. anus abdominal] [< αρχ. ἕδρα, γαλλ. siège, chaire 6: μτγν. ἕδρα]
14437εδράζει[ἑδράζει] ε-δρά-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνήθ. σε μεσοπαθ. ενεστ. κ. παρατ., (σπανιότ.) εδράστηκε, εδραστεί, εδραζ-όμενος} (λόγ.) 1. (συνήθ. μτφ.) βασίζει, στηρίζει, θεμελιώνει: Δεν ~ την ανάλυσή του σε ουτοπικές ιδέες και γνώμες. 2. (καταχρ., αντί για εδρεύει) έχει την έδρα του (για εταιρείες, οργανισμούς, ιδρύματα). ● Παθ.: εδράζεται: (+ σε) στερεώνεται, βασίζεται: Ο κώνος ~ σε οριζόντιο επίπεδο.|| (μτφ.) Η συμφωνία/η φιλοσοφία ~ σε ... (= στηρίζεται, θεμελιώνεται). [< μτγν. ἑδράζω ‘εγκαθιστώ, εγκαθιδρύω’]
14438εδραίος, α, ο [ἑδραῖος] ε-δραί-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) εδραιωμένος: ~α: πεποίθηση. ~ες: αντιλήψεις (= παγιωμένες). Πβ. βάσιμος, σταθερός. 2. που είναι μόνιμα εγκατεστημένος κάπου: (ΑΝΘΡΩΠ.) νομαδικές και ~ες κοινωνίες.|| (ΖΩΟΛ.) ~οι: οργανισμοί (: που μετακινούνται ελάχιστα). 3. ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κοντά στον πρωκτό: (ΖΩΟΛ.) ~ο: πτερύγιο. ● ΣΥΜΠΛ.: εδραία θέση 1. ΓΥΜΝ. στάση του σώματος κατά την οποία το άτομο είναι καθιστό και ο κορμός του σχηματίζει ορθή γωνία με τα πόδια του: κοιλιακοί σε ~ ~. Δίπλωση από ~ ~. 2. (μτφ.) πάγια και ακλόνητη αντίληψη, άποψη, πεποίθηση: ~ ~ της κυβέρνησης αποτελεί ... [< 1: αρχ. ἑδραῖος]
14439εδραιωμένος, η, ο [ἑδραιωμένος] ε-δραι-ω-μέ-νος επίθ.: που έχει σταθεροποιηθεί, παγιωθεί: ~η: αντίληψη/άποψη/πεποίθηση (= θεμελιωμένη). ~ο: όνομα (= καταξιωμένο). Σχέση εμπιστοσύνης ~η σε ισχυρές ηθικές βάσεις. ΣΥΝ. παγιωμένος.
14440εδραιώνω[ἑδραιώνω] ε-δραι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {εδραίω-σε, εδραιώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, εδραιών-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.}: καθιστώ κάτι στέρεο, σταθερό ή ισχυρό, το ενισχύω, ώστε να γίνει ακλόνητο: ~ει την ηγετική του θέση. ~σε την ειρήνη/την εξουσία του/τη νίκη. Το κράτος δικαίου ~εται σταδιακά. Άποψη/στάση που ~εται. Η Ευρώπη ~ει τις σχέσεις της με τους γείτονές της. Η δημοκρατία/συνεργασία ~θηκε. Η ομάδα ~θηκε στην τρίτη θέση της βαθμολογίας. Κάποιος/κάτι έχει ~θεί στη συνείδηση του κόσμου. Πβ. παγιώνω, ισχυρο-, μονιμο-, σταθερο-ποιώ. ΑΝΤ. κλονίζω (1) [< μτγν. ἑδραιῶ]
14441εδραίωση[ἑδραίωση] ε-δραί-ω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του εδραιώνω: ~ της δημοκρατίας/της ειρήνης/της εμπιστοσύνης/της σταθερότητας. Προσπάθειες για την ~ της εκεχειρίας. ~ της πεποίθησης ότι ... Πβ. ισχυρο-, σταθερο-ποίηση, παγί-, στερέ-ωση. ● ΣΥΜΠΛ.: πλάνο εδραίωσης βλ. πλάνο [< μεσν. εδραίωσις]
14442έδρανο[ἕδρανο] έ-δρα-νο ουσ. (ουδ.) {εδράν-ου} 1. κάθισμα στο οποίο έχει προσαρτηθεί μικρός πάγκος (συνήθ. στη Βουλή και στο Πανεπιστήμιο): άδεια ~α. Τα ~α της αντιπολίτευσης/Πολιτικής Αγωγής. Τα ~α του αμφιθεάτρου. Πβ. εδώλιο, θρανίο. 2. ΜΗΧΑΝΟΛ. εξάρτημα μηχανής, κυρ. γεννήτριας, το οποίο στηρίζει και καθοδηγεί ή ωθεί περιστρεφόμενο άξονα: ένσφαιρο (πβ. ρουλεμάν)/ωστικό ~. ~ ζεύξης/κύλισης/ολίσθησης. Πβ. εφέδρανο, κουζινέτο. Βλ. βάση, έρεισμα, στήριγμα. [< αρχ. ἕδρανον 'κάθισμα', μτγν. ~ ‘υποστήριγμα’]
14443έδρασαβλ. δρω
14444εδρεύω[ἑδρεύω] ε-δρεύ-ω ρ. (αμτβ.) {εδρεύ-σει, -οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ. ενεστ. κ. παρατ.} (επίσ.): (για υπηρεσία, Αρχή, φορέα) έχω έδρα σε ορισμένο τόπο: Ανώνυμη εταιρεία/επιχείρηση που ~ει στο εξωτερικό. Πβ. εδράζει.|| (μτφ.) Η αγάπη ~ει στην καρδιά του (= ριζώνει, φωλιάζει). Βλ. κατοικο~. [< μτγν. ἑδρεύω]
14447ΕΔΤΠ(το): Ειδικό Διοικητικό Τεχνικό Προσωπικό (των ΑΕΙ).
14449ΕΔΥΠ(το) Εθνικό Δίκτυο Υγιών Πόλεων.
14450εδώ[ἐδῶ] ε-δώ επίρρ. & (προφ.) δω κ. 'δω 1. (ως προς αυτόν που μιλά) σε αυτόν τον χώρο, τόπο, σε αυτό το σημείο: ~ μένω. Είναι κανείς ~; Έχει υγρασία ~ κάτω. Τι γίνεται ~ πέρα; Κάπου ~ γύρω θα 'ναι. Ελάτε λίγο πιο ~ (= κοντά· πβ. παραδώ). Δεν είμαι (= δεν κατάγομαι, δεν κατοικώ) από ~. Έρχεται/κοίταζε προς τα ~. Όπως λέμε εμείς ~ στην ... Αν βρεθείς κατά δω ...|| (συνήθ. με ανάλογη κίνηση του χεριού) Να σας συστήσω: από ~ η μητέρα μου, από ~ ο/η ...|| (ως επίθ.) Σύμφωνα με την ~ παράδοση (πβ. τοπική). Η ~ ζωή (= η επίγεια).|| (Όταν δεν γνωρίζουμε ή δεν θέλουμε να αναφέρουμε το όνομα κάποιου) Ο κύριος από ~ ζήτησε ...|| (σε ιστοσελίδα) Για περισσότερες πληροφορίες κάντε κλικ ~.|| (παλαιότ. σε στερεότυπη εισαγωγική έκφραση ραδιοφωνικών συνήθ. εκπομπών) ~ ραδιοφωνικός σταθμός ... (ΙΣΤ.) ~ Πολυτεχνείο.|| (συνήθ. στο τηλέφωνο:) ~ Πέτρος, μπορώ να μιλήσω με ...;|| Το λάθος ~ έγκειται. ~ φτάσαμε, να αμφισβητούμε τα αυτονόητα. ΑΝΤ. αλλού (1), εκεί (1) 2. (προηγείται η δεικτική αντων. αυτός, -ή, -ό) για έμφαση: αυτός ~ ο δίσκος. Αυτή ~ η πόλη. Αυτό ~ το κείμενο. ● ΦΡ.: άκου εδώ: για να δηλωθεί έκπληξη, εκνευρισμός, θυμός ή όταν κάποιος θέλει να μιλήσει σοβαρά: ~ ~ ερώτηση/λογική!|| ~ ~ που σου μιλάω κι άσε τα παιχνίδια!|| ~ ~ φίλε, ..., από εδώ και από εκεί & από δω κι από κει & εδώ κι εκεί & μια εδώ και μια εκεί: πότε στο ένα και πότε στο άλλο μέρος: Ρωτούσε ~ ~ μήπως είχε δει κάποιος το παιδί της. Οι δημοσιογράφοι έτρεχαν ~ ~. Ρούχα πεταμένα ~ ~ (: σκόρπια, σε διάφορα σημεία)., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος & (λόγ.) από τούδε και στο εξής: από τώρα και μετά, από τώρα και στο μέλλον: Σου υπόσχομαι ότι ~ ~ θα τα λέμε πιο συχνά. ΣΥΝ. στο εξής, εδώ είμαι εγώ/εγώ είμαι εδώ (μτφ.): όταν προσφέρεται κάποιος να βοηθήσει: Μην στενοχωριέσαι καθόλου, ~ ~. Ό,τι θέλεις, ~ ~!, εδώ και: για χρονικό διάστημα κατά το οποίο γίνεται κάτι:~~ χιλιάδες χρόνια. ~ ~ (πολύ) καιρό/μήνες ψάχνω για καινούργιο σπίτι., εδώ και τώρα (εμφατ.): για να δηλωθεί ότι πρέπει να ικανοποιηθεί αμέσως ένα αίτημα: λύση ~ ~!, εδώ που τα λέμε (οικ.): για να αναφερθεί κάτι συνήθ. με ειλικρινή ή εξομολογητική διάθεση: ~ ~, δεν έγινε και τίποτε/καλά έκανε/του χρειαζόταν!, εδώ/εκεί που φτάσαμε: για δήλωση μιας κρίσιμης κατάστασης: ~ ~ δεν γίνεται αλλιώς/δεν μας σώζει τίποτα., είμαι ως/μέχρι εδώ & με έχει(ς) φέρει ως/μέχρι εδώ (μτφ.): (μπορεί να συνοδεύεται με ανάλογη κίνηση του χεριού, συνήθ. ως το μέτωπο) έχω αγανακτήσει, νευριάσει, έχω φτάσει στα όρια της υπομονής, ανοχής μου: Άσε με, ~ ~! Μην αρχίζεις τις ειρωνείες, γιατί ~ ~! Πβ. μπουχτίζω., μέχρι/ως εδώ: για την ώρα, μέχρι στιγμής, προς το παρόν: ~ ~ όλα καλά!, ως εδώ (και μη παρέκει) & (σπάν.) ως εκεί (εμφατ. με επιφωνηματική χρήση): για δήλωση αγανάκτησης για κατάσταση, συμπεριφορά που δεν είναι πλέον ανεκτή: Έκανα υπομονή τόσα χρόνια, αλλά ~ ~. Πβ. δεν πάει άλλο, έφτασε ο κόμπος στο χτένι, φτάνει πια., ως εδώ ήταν: για να δηλωθεί ότι κάτι πρέπει να σταματήσει ή ότι έφτασε στο τέλος του: ~ ~, καιρός να σοβαρευτούμε. ~ ~· σκέφτομαι να αποσυρθώ., από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, από δω τον είχα, από κει τον είχα βλ. έχω, εδώ (ο) παπάς, εκεί (ο) παπάς, πού είν'/πού 'ν' ο παπάς; βλ. παπάς, εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος βλ. κόλαση, εδώ θα τα χαλάσουμε βλ. χαλώ, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω, εδώ/εκεί πέρα βλ. πέρα, εδώ/εκεί/κάπου γύρω/τριγύρω βλ. τριγύρω, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα 'ρθεις βλ. είμαι, μακριά από μας/απ' εδώ βλ. μακριά, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα βλ. πληρώνω, το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει βλ. φέρνω, τούτος εδώ/'δω βλ. τούτος [< μεσν. εδώ]
14451εδωδά & εδωνά[ἐδωδά] ε-δω-δά επίρρ. (λαϊκό): ακριβώς εδώ. ΑΝΤ. εκειδά
14452εδώδιμος, η, ο [ἐδώδιμος] ε-δώ-δι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να φαγωθεί: ~οι: καρποί. ~α: είδη (π.χ. μανιταριών)/λαχανικά/φυτά. ~α (υπο)προϊόντα. Πβ. βρώσ-, φαγώσ-ιμος. ● Ουσ.: εδώδιμα (τα): κάθε τροφή που μπορεί να καταναλωθεί από τον άνθρωπο. [< αρχ. ἐδώδιμος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.